Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΜΗΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΜΗΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2013

MYΘΟΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ~ το αναγκαστικό κόλπο

Μια φορά σε έναν καιρό και όχι πολύ μακρινό από το σήμερα, στην περίοδο που ο κόσμος μάθαινε στη νέα τάξη πραγμάτων όπου η κρίση είχε τελειώσει ή τουλάχιστον έτσι παρουσίαζαν οι κυβερνόντες και οι δείκτες της στατιστικής. Μετά από περίπου είκοσι χρόνια βαθιάς ύφεσης και κατόπιν γενναίων πολιτικών αποφάσεων, οι χώρες έχουν σχεδόν ξεχρεώσει και η ανάπτυξη παρουσιάζει έναν εκνευριστικά σταθερό ρυθμό που όμως αφήνει ικανοποιημένους τους εμπλεκόμενους. Από επιχειρηματίες μέχρι χρηματιστηριακούς και από επενδυτές έως τους πολιτικούς.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι αυτή η ανάκαμψη προέκυψε με μεγάλο κόστος. Πολλές επιχειρήσεις έκλεισαν ή συγχωνεύτηκαν και πολλοί επιχειρηματίες έγιναν απλοί υπάλληλοι ή συνεταιρίστηκαν φτάνοντας σε πενιχρά εισοδήματα. Αρκετοί αναγκάστηκαν να δεχτούν την δέσμευση της περιουσίας τους και κατά την περιβόητη “ανακατανομή του πλούτου” πολλοί πολίτες της μεσαίας τάξης έχασαν την περιουσία τους και ακόμα περισσότεροι ευνοήθηκαν αποκτώντας ξένη περιουσία που δεν τους ανήκε. Σε αντάλλαγμα έπρεπε να επενδύσουν στη νέα τους περιουσία και να αποδίδουν στο κράτος.

Ένας από τους ανθρώπους που ευνοήθηκαν είναι και ο Θανάσης. Η αλήθεια είναι βέβαια πως ο Θανάσης ήταν άριστος γνώστης της όλης νομοθεσίας και εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τις ευκαιρίες που του παρουσιάστηκαν. Ο ίδιος είχε μια μεγάλη επιχείρηση την οποία μεταβίβασε στον αδερφό του με αποτέλεσμα εκείνος να εμφανίζεται ως ένας από τους μη-έχοντες και να αποκτήσει μία εξίσου μεγάλη περιουσία προς εκμετάλλευση. Συγκεκριμένα μία μεγάλη πολυκατοικία την οποία ο Θανάσης άρχισε να εκμεταλλεύεται σαν ξενοδοχείο. Ο αριθμός του προσωπικού που στελέχωνε την επιχείρηση και τα γρήγορα κέρδη που άρχισε να παρουσιάζει, κίνησε το ενδιαφέρον των αρχών. Πως ένας φτωχός άρχισε να εμφανίζει τόσα κέρδη ξαφνικά; Η απάντηση για τον Θανάση ήταν απλή αφού ο αδερφός του τον χρηματοδοτούσε. Αν όμως οι αρχές άρχιζαν να “ξεσκονίζουν” το παρελθόν του, σύντομα θα έβρισκαν κάτι. Κι αυτό το κάτι ήταν ολόκληρη η αλήθεια, ο Θανάσης θα έπρεπε να υποστεί βαριά τιμωρία, φυλάκιση, πρόστιμα και ποιος ξέρει τι άλλο.

Ο Θανάσης όμως είχε οικογένεια και δεν έπρεπε να διακινδυνέψει την επιβίωση της. Αποφάσισε να πείσει τη γυναίκα του να χωρίσουν, εξηγώντας της πως το έκανε για το καλό τους και αφού ολοκλήρωσε τα διαδικαστικά έφυγε για την Αλβανία. Εκεί, είχε κάποιες ‘άκρες’ από γνωστούς του από την Ελλάδα και σύντομα βρήκε τόπο κατοικίας αλλά και εργασιακό ενδιαφέρον. Η παρέα του δεν ήταν τελικά και τόσο αθώα και η προσφορά τους για άνετη διαβίωση ήταν η συμμετοχή του σε μερικές όχι και τόσο διαφανείς εργασίες.

Στην Αλβανία, υπάρχουν αρκετές σπείρες ναρκωτικών που διακινούν πολύ συχνά προς την Ελλάδα. Ο Θανάσης θα ήταν άχρηστος για τους αλβανούς στην Ελλάδα, όμως μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιήσει την καταγωγή του εκεί. Έτσι οι ντόπιοι τον χρησιμοποίησαν ως διαπραγματευτικό μέσο για να πετύχουν καλύτερη τιμή στην αγορά ή πιο υψηλή στην πώληση. Ο Θανάσης αρχικά διστακτικά και ύστερα με μεγάλη επιτυχία, άρχισε να κάνει ακριβώς ότι οι… φίλοι του ζήτησαν, όμως σύντομα συνειδητοποίησε πως όσο οι μήνες περνούσαν, εκείνος βυθιζόταν όλο και πιο βαθιά στην διαπλοκή και την παρανομία. Υπήρχαν βράδια που προσευχόταν στον Θεό και με δάκρυα στα μάτια, ζητούσε συγγνώμη για την κατάσταση του.

Μετά από καιρό, ο Θανάσης έλαβε μια ειδοποίηση από τον αδερφό του που τον ενημέρωσε για έναν νέο νόμο όπου πλέον κάθε παρανομία πλην των εγκληματικών θα μπορούσε να εξαγοραστεί κι έτσι ο Θανάσης άρχισε να σκέφτεται την επιστροφή του στην πατρίδα μετρώντας παράλληλα το κομπόδεμα του που για καιρό έφτιαχνε αγοράζοντας και πουλώντας ναρκωτικά στην Αλβανία. Όταν τα χρήματα ήταν αρκετά, ο Θανάσης πραγματικά εξέφρασε την επιθυμία του να φύγει, όμως οι προθέσεις του δεν ήταν καθόλου αποδεκτές από τους αλβανούς συνεργάτες του. “Αντιλαμβάνεσαι πως δεν σε επιλέξαμε τυχαία. Ξέρουμε ποιος είσαι, ποιους ξέρεις στην Ελλάδα, που μένει η οικογένεια σου. Ξέρουμε τα πάντα για σένα και αν διανοηθείς να διαφύγεις, όχι μόνο δεν θα τα καταφέρεις, αλλά θα εύχεσαι να σε είχαμε σκοτώσει”. Ο Θανάσης κατάλαβε πως δεν θα ήταν εύκολο, αλλά δεν ήταν διατεθειμένος να παραιτηθεί.

Στον ελεύθερο του χρόνο, ο Θανάσης πήγαινε βόλτα κοντά στα σύνορα με την Ελλάδα και άρχισε να μελετάει οτιδήποτε μπορούσε να του φανεί χρήσιμο. Δρομολόγια λεωφορείων, νταλίκες που εκτελούσαν μεταφορές, αλλαγές βάρδιας στην συνοριοφυλακή, ακόμα και τα σκυλιά της αστυνομίας που χρησιμοποιούσαν για να ελέγχουν οχήματα για ναρκωτικά. Ύστερα γύριζε σπίτι του και συνέχιζε την δουλειά του. Στο μεταξύ είχε αποφασίσει να ξεκόψει από κάθε επαφή με την οικογένεια του ακριβώς για να μην υπάρχει κανένα αρχείο ή καταγραφές συνομιλιών τους. Πόνταρε στο ότι ο αδερφός του θα προέβλεπε πιθανούς κινδύνους και θα προστάτευε την οικογένεια του.

Ο χρόνος περνούσε, όμως ο Θανάσης ήταν πολύ δύσκολο να ρισκάρει το βήμα στο οποίο θα διέσχιζε τα σύνορα γνωρίζοντας πως θα τον κυνηγάει όχι μόνο η ελληνική αστυνομία αλλά και η αλβανική μαφία. Τα πράγματα δυσκόλευαν ακόμη περισσότερο αναλογιζόμενος πως ήταν πολύ πιθανό να παρακολουθείται από τους αλβανούς διακινητές. Και είχε δίκιο. Περίπου. Σε μία από τις… βόλτες του στα σύνορα ένας μαυροφορεμένος τύπος τον σταμάτησε απότομα και του ψιθύρισε κοιτώντας προς την αντίθετη κατεύθυνση: “Σελβάνοφ 131. Έλα μόνος χωρίς να σε ακολουθήσει κανείς και θα σε περιμένουμε για να σε βοηθήσουμε”. Ο τύπος έφυγε βιαστικά, όμως το απίστευτο ήταν ότι του μίλησε στα ελληνικά και από την προφορά κατάλαβε πως είναι έλληνας.

Ο Θανάσης πήγε στο σημείο περνώντας πρώτα από πολλά άλλα μέρη, κάνοντας τυχαία ψώνια και μπλέκοντας πρώτα απ’ το πλήθος κατέληξε στο σημείο συνάντησης. Εκεί πέρασε ένα μικρό αυτοκίνητο με φιμέ τζάμια, σταμάτησε απότομα, η πόρτα άνοιξε και μετά από ένα γρήγορο νόημα του συνοδηγού, ο Θανάσης επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο το οποίο ανέπτυξε ταχύτητα προς άγνωστη κατεύθυνση. Μετά από αρκετή ώρα οδήγησης, το αυτοκίνητο στάθμευσε σε ένα υπόγειο γκαράζ όπου οι τρεις συνολικά άντρες που ήταν στο αυτοκίνητο, αποβιβάστηκαν. Λίγα μέτρα πιο πέρα, αποκαλύφτηκε στον Θανάση μία τεράστια αποθήκη διαμορφωμένη για να στεγάζει μία ομάδα ανθρώπων που είχαν διακοσμήσει το μέρος με τεράστιες ελληνικές σημαίες και άλλα σύμβολα του ελληνισμού και της ορθοδοξίας. “Θανάση θα αναρωτιέσαι που βρίσκεσαι και δεν έχω λόγο να στο κρύψω αφού εμείς σε καλέσαμε. Είμαστε μία εθνικιστική οργάνωση που δρα σε όλο τον κόσμο, υπερασπίζοντας τα συμφέροντα της πατρίδας και των πατριωτών μας. Ξέρουμε πως προσπαθείς να επιστρέψεις στην πατρίδα, ξέρουμε και τι έκανες τόσο καιρό στην Αλβανία, αλλά μας ενδιαφέρει πολύ να επαναπατρίζεται ο κόσμος και αυτό θα σε βοηθήσουμε να κάνεις”. Ο Θανάσης έκατσε για ώρες στο μέρος. Αφού συνέφαγε και συζήτησε με τα μέλη της οργάνωσης, έφυγε με τρόπο που του επιδείξαν και γύρισε στην καθημερινότητά του.

Οι συναντήσεις του με τα μέλη της οργάνωσης ήταν αρκετές μα όχι συχνές. Ο ίδιος προσπάθησε να μην αλλάξει τίποτα από την καθημερινότητα του και μάλιστα βρισκόταν πολύ κοντά σε μια σπουδαία επιτυχία στην δουλειά του μετά από μία πολύ καλή συμφωνία αγοραπωλησίας ναρκωτικών. Δύο βράδια πριν την εν λόγω συναλλαγή, δύο τύποι φορώντας μαύρα και μάσκες μπήκαν στο διαμέρισμα του και αφού του έδωσαν ελάχιστο χρόνο να ντυθεί, τον εγκλώβισαν και τον φυγάδευσαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Χωρίς καν να μπορεί να δει μπροστά του, κατάλαβε πως τον είχαν μεταφέρει σε κάποιο όχημα. Μετά από αρκετή ώρα ταξιδιού, κατάφερε κινώντας το κεφάλι και τα χέρια του, να βρει μια χαραμάδα προς τα έξω από την οποία διαπίστωσε πως ήταν ακόμα νύχτα ενώ λίγο αργότερα το αμάξι σταμάτησε στα σύνορα. “Πάρε τα χρήματα που συμφωνήσαμε. Στον φάκελο έχουμε βάλει την λίστα με τα ονόματα της συμμορίας που διασταυρώσαμε και αυτό είναι ένα πρόσθετο δώρο από εμάς πατριώτη” είπαν προφανώς στον έλληνα συνοριοφύλακα και με κοφτούς ήχους μπήκαν στο αυτοκίνητο και εκείνο ξεκίνησε και πάλι προφανώς προς την Ελλάδα. Η διαδρομή δεν θα ήταν μεγάλη.

Το αυτοκίνητο σταμάτησε και οι δύο άντρες που επέβαιναν σε αυτό ελευθέρωσαν τον Θανάση. Εκείνος διαπίστωσε πως βρισκόταν σε μια τεράστια αγροτική έκταση στην οποία δε φαινόταν απολύτως τίποτα  εκτός του δρόμου. “Για λόγους προστασίας της οργάνωσης, δεν μπορούμε να σε αφήσουμε πιο κάτω, όμως είσαι ελεύθερος και είσαι στην πατρίδα”. Οι δυο τους άρχισαν να απομακρύνονται όταν πιο φωναχτά συνέχισε ο ένας: “Μην ξεχνάς πως είσαι καταζητούμενος στην Ελληνική Αστυνομία”. Ο Θανάσης ήταν μόνος και ξεκίνησε να περπατάει με νότια κατεύθυνση ευχόμενος πως κάποιο αυτοκίνητο θα περνούσε για να τον πάρει μέχρι το πλησιέστερο χωριό. Δεν ήταν και τόσο τυχερός.

Αφού συμπλήρωσε σχεδόν ένα ολόκληρο μερόνυχτο περπατώντας, κατέληξε σε ένα μικρό χωριουδάκι. Εκεί έμαθε για την πλησιέστερη συγκοινωνία την οποία και πήρε ταξιδεύοντας τελικά μέχρι το σπίτι του όπου αντάμωσε την γυναίκα και τα παιδιά του. Πέρασαν μαζί την ημέρα και τότε ο Θανάσης ενημέρωσε τη γυναίκα του πως έπρεπε να παραδοθεί, όπως και έγινε.

Οι αρχές είχαν βάσιμες υποψίες πως βρισκόταν στην Αλβανία κι έτσι τον ανέκριναν για ώρες. Εκείνος ομολόγησε πως λαθραία πέρασε τα σύνορα από και προς την Ελλάδα και πως εκεί εργαζόταν σαν μεσίτης έως ότου να μαζέψει λεφτά για την οικογένεια του και τα χρέη του. Αν και η κατάθεση του ήταν πειστική και είχε συνοχή, οι αρχές τον κράτησαν για δύο ημέρες στα κρατητήρια όπου του ζητούσαν περισσότερες πληροφορίες κάθε φορά. Στο μεταξύ ο Θανάσης είχε προσλάβει δικηγόρο για να κινήσει διαδικασίες καταβολής του χρέους που αναλογούσε στην ποινή του σύμφωνα με τον νόμο της εξαγοράς ποινής. Όλα ήταν θέμα χρόνου αφού ο Θανάσης είχε πλέον αρκετά χρήματα για την εξαγορά κι έτσι πλέον ήταν διαδικαστικό το θέμα.

Πράγματι, ο Θανάσης αφέθηκε ελεύθερος με κάποιους περιοριστικούς όρους και ήταν πλέον έτοιμος να σμίξει ξανά με την οικογένεια του με την οποία επίτηδες δεν είχε καμία επαφή αυτές τις μέρες. Στην αρχή πήγε στο σπίτι τους, όπου το βρήκε άδειο. Ύστερα απευθύνθηκε στον αδερφό του, όπου τον ενημέρωσε πως από τότε που επέστρεψε στην Ελλάδα, δεν επικοινώνησαν ξανά καθώς ήταν πλέον ήσυχος για την ασφάλεια τους. Κανείς δεν απαντούσε σε τηλέφωνα και κανένας γνωστός ή συγγενείς δεν είχε νέα τους το τελευταίο διάστημα. Δεν ήθελε μεγάλη φαντασία. Ο Θανάσης συνέδεσε το γεγονός με τις απειλές των αλβανών διακινητών που τον είχαν προειδοποιήσει πως ήξεραν την οικογένεια του.

Ποιες ήταν οι επιλογές του Θανάση; Να απευθυνθεί στην αστυνομία; Να επιστρέψει στην Αλβανία; Ήταν σίγουρος πως οι δικοί του βρισκόντουσαν στην Ελλάδα, οπότε τι θα εξυπηρετούσε η επιστροφή του εκεί; Ο Θανάσης είχε μείνει στο πλατύσκαλο του σπιτιού του όντας σε απόγνωση, όταν ένα αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες πέρασε, σταμάτησε μπροστά στην καγκελόπορτα αφήνοντας ένα κουτί και έφυγε αναπτύσσοντας ταχύτητα. Ο Θανάσης άνοιξε το κουτί βρίσκοντας μέσα προσωπικά αντικείμενα της γυναίκας και της κόρης του και ένα γράμμα που έγραφε: ‘σε είχαμε προειδοποιήσει, όμως εσύ δεν μας πήρες στα σοβαρά. Τώρα θα σου δώσουμε μία πολύ απλή επιλογή. Ταξίδεψε στην Αλβανία. Μόλις περάσεις τα σύνορα, πάρε τη γυναίκα σου στο τηλέφωνο για βεβαιωθείς ότι είναι ελεύθεροι κι αν δεν είναι φώναξε στους έλληνες συνοριοφύλακες. Αν είναι ελεύθεροι και προσπαθήσεις να επιστρέψεις πίσω ένας ελεύθερος σκοπευτής θα σε σκοτώσει επί τόπου. Αν όλα πάνε καλά, θα σε δούμε πολύ σύντομα για να συνεχίσουμε την συνεργασία μας’. Ο Θανάσης σκέφτηκε και πάλι να απευθυνθεί στην αστυνομία, όμως αν ρίσκαρε με την ασφάλεια της οικογένειας του;

Αποφάσισε να ξεκινήσει το εγχείρημα έχοντας όμως στο νου του ένα εναλλακτικό σχέδιο σε περίπτωση που επιβεβαίωνε την ελευθερία της οικογένειας του. Χωρίς να χάσει χρόνο, έφυγε για τα σύνορα και μετά από ένα πολύωρο ταξίδι έμεινε για λίγο από την ελληνική πλευρά απολαμβάνοντας ένα τσιγάρο –ποιος ξέρει αν θα ήταν το τελευταίο του- και απολάμβανε τον ελληνικό ουρανό.

Στα σύνορα προσκόμισε όλα τα απαραίτητα έγγραφα και άρχισε να περνάει διστακτικά την διαχωριστική γραμμή μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας κρατώντας σφιχτά στο ιδρωμένο του χέρι το κινητό του τηλέφωνο. Υποδεχόμενος από τους αλβανούς συνοριοφύλακες υπέστη έναν πρόχειρο τυπικό έλεγχο περιμένοντας με ανυπομονησία τη στιγμή που θα μπορούσε να κάνει την κλήση στην γυναίκα του. Στο μεταξύ έριχνε κλεφτές ματιές προς τα πάνω αναζητώντας ίσως τα ίχνη του ελεύθερου σκοπευτή. Όταν η εξέταση ολοκληρώθηκε, ένας από τους συνοριοφύλακες ερχόμενος από πίσω του, άρχισε να του φοράει χειροπέδες χωρίς πάντως να του αφαιρέσει το κινητό απ’ τα χέρια. Εκείνος προσπάθησε να αντιδράσει όμως εύκολα κατάλαβε πως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Ο τύπος τον οδήγησε λίγα μέτρα πιο πέρα, εκεί όπου ένα αυτοκίνητο ήταν σταθμευμένο. Αφού του έλυσε τις χειροπέδες, του είπε κάτι στα αλβανικά δείχνοντας με τα μάτια το κινητό που κρατούσε στα χέρια του. Εκείνος αμέσως κάλεσε την γυναίκα του.
- “Θανάση; Που είσαι; Μας άφησαν έξω απ’ το σπίτι μας. Είμαστε όλοι καλά” έλεγε με φωνή που έτρεμε.
- “Αλλάξτε αμέσως τόπο διαμονής, τηλέφωνα, όλα. Όταν μπορώ θα σας βρω εγώ” απάντησε εκείνος αγχωμένος.
Ο συνοριοφύλακας τον οδήγησε σχεδόν καταναγκαστικά στο αυτοκίνητο το οποίο έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση.

Η γυναίκα του Θανάση υπάκουσε και το επόμενο διάστημα μετακόμισε σε άλλη πόλη, άλλαξε τηλέφωνα και άλλα προσωπικά στοιχεία και ξεκίνησε μια νέα ζωή με την κόρη της. Μετά από μερικούς μήνες όμως, ο Θανάσης εξακολουθούσε να παραμένει άφαντος κι έτσι η γυναίκα του προσέλαβε ιδιωτικό ερευνητή για να τον ψάξει στην Αλβανία. Η έρευνα συνεχιζόταν για όσο εκείνη πλήρωνε. Και πλήρωνε. Πλήρωνε για καιρό. Περίπου τρία χρόνια αργότερα όμως έτυχε να διαβάσει στην εφημερίδα πως έλληνας που ζούσε και εργαζόταν στην Αλβανία, σκοτώθηκε από άγνωστη αιτία. Κανένα άλλο στοιχείο δεν έγινε γνωστό και όμως εκείνη έδωσε εντολή στον ερευνητή να σταματήσει. Ποιες αλήθεια ήταν οι πιθανότητες να ήταν αυτός; Ήταν όμως η αφορμή που έψαχνε εδώ και καιρό για να θάψει το παρελθόν και να γυρίσει σελίδα.


σχόλια; αντιρρήσεις; ερωτήσεις;
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΣΑΣ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ
 Διαβάστε περισσότερα.. »

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012

MYΘΟΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ~ αφανισμένη οικογένεια

Μια φορά σε έναν καιρό ένας καλοντυμένος τύπος imageπερπατούσε μόνος σε ένα σκοτεινό σοκάκι της νύχτας. Η λάμπα από τον στύλο πιο πάνω, άναβε ανά διαστήματα για να φωτίσει τον υγρό δρόμο που γυάλιζε από το νερό της βροχής. Ο τύπος μπήκε σε ένα φτηνιάρικο αλλά καλοδιατηρημένο αυτοκίνητο και ξεκίνησε με ταχύτητα βυθισμένος στις σκέψεις του. Το κόκκινο φως από το πρώτο φανάρι, αποκάλυψε μερικώς το πρόσωπο του. Ένα σκυθρωπό στρογγυλό πρόσωπο, δύο ημερών ξύρισμα και γκρίζα μαλλιά που απειλούνταν από το αραίωμα στις άκρες του κεφαλιού.

Ο άντρας έφτασε μπροστά σε μία πολυκατοικία και χτύπησε απαλά την πόρτα, η οποία άνοιξε αργά από μία γυναίκα πρόχειρα ντυμένη και αρκετά κουρασμένη στο πρόσωπο:
- “Κοιμήθηκε”; ρώτησε ψιθυριστά την γυναίκα.
- “Ναι. Πριν λίγο. Δεν ήμουν σίγουρη ότι θα έρθεις κι έτσι προτίμησα να την βάλω να ξεκουραστεί. Έχει διαγώνισμα στην έκθεση αύριο και διάβαζε για ώρες στο δωμάτιο της” απάντησε εκείνη.
- “Να, σου έφερα τα λεφτά που χάλασες χθες στον γιατρό. Συγγνώμη για τα κέρματα, δεν βρήκα άλλα” της είπε δίνοντας της μια χούφτα από νομίσματα, ενώ την ίδια στιγμή σκεφτόταν ‘σιγά μην διάβαζε τόσες ώρες Έκθεση’!
- “Αύριο αν θέλεις μπορείς να έρθεις λίγο να κάτσουμε. Δεν έχω κάτι” του πρότεινε.
- “Ευχαριστώ. Θα έρθω. Α! Και μην ανησυχείς. Θα σκίσει αύριο στην Έκθεση” είπε και έφυγε.

Γύρισε στο γραφείο του, σηκώνοντας τα ρολά ασφαλείας και αφού τα έκλεισε και πάλι, ανέβηκε σε ένα πατάρι. Εκεί, είχε διαμορφώσει ένα μικρό δωμάτιο στο οποίο και έμενε τα τελευταία δύο χρόνια. Αφού χάζεψε για λίγες ώρες στο διαδίκτυο, κοιμήθηκε.

Την επόμενη μέρα, στη δουλειά δεν έβλεπε την ώρα να πάει στο σπίτι εκείνο. Η επιθυμία του ήταν τόσο μεγάλη που δεν ήταν απόλυτα συγκεντρωμένος στη δουλειά. Είχε ένα γραφείο όπου διεκπεραίωνε συναλλαγές κυρίως του Δημοσίου με συνήθως ηλικιωμένους πελάτες. Βλέπετε, όταν ξεκίνησε το επάγγελμα αυτό, πριν περισσότερα από δεκαπέντε χρόνια ο βαθμός εξοικείωσης των ανθρώπων μεγάλης ηλικίας με το διαδίκτυο, ήταν μηδαμινός. Έτσι κι αυτός δημιούργησε ένα γραφείο στο οποίο ο καθένας μπορούσε να κάτσει σε ένα ευχάριστο περιβάλλον τύπου καφετέριας και να περιμένει μέχρις ότου η συναλλαγή του ολοκληρωνόταν. Σήμερα όμως, έχοντας ξεπεράσει το 2020 ο κόσμος μπορεί πολύ πιο εύκολα να χρησιμοποιήσει το διαδίκτυο για τις υποχρεώσεις του, οπότε η επιχείρηση έχει πέσει σε μεγάλη κάμψη.

Έτσι ή αλλιώς ο Γιάννης κατάφερε να φύγει από τη δουλειά και να πάει στο σπίτι. Ήταν το σπίτι του. Το δικό του σπίτι που αγόρασε με δάνειο μαζί με τη γυναίκα του όταν ήταν ακόμα νιόπαντροι και το οποίο ακόμα πληρώνει στην τράπεζα. Εκεί είχαν δημιουργήσει ότι πιο πολύτιμο μπορεί να δημιουργήσει ένα ζευγάρι. Την μικρή Αλεξάνδρα. Η Αλεξάνδρα όμως δεν είναι πια τόσο μικρή. Βρίσκεται στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου και έχει μόλις γυρίσει στο σπίτι από το σχολείο. Εκεί την περιμένει ο πατέρας της που είχε ήδη φτάσει στο σπίτι και συνομιλούσε με την πρώην γυναίκα του. Όταν η Αλεξάνδρα μπήκε στο σπίτι, ο πατέρας της σηκώθηκε ενθουσιασμένος να την υποδεχτεί, όμως ο ενθουσιασμός σύντομα κόπηκε.
- “Γιατί ήρθες εδώ”; ρώτησε αναιδώς η Αλεξάνδρα και ενώ ο πατέρας της σάστισε αδυνατώντας να απαντήσει, ακούστηκε η μητέρα της.
- “Σου έχω πει πως δεν έχεις δικαίωμα να μιλάς έτσι στον πατέρα σου. Ζήτησε αμέσως συγγνώμη”.
- “Καλά, αλλά άσε με δεν είμαι στα καλά μου” απάντησε απογοητευμένη.
- “Τι έχεις Αλεξάνδρα; Συνέβη κάτι στο σχολείο”; ρώτησε με σοβαρότητα ο πατέρας της.
- “Γράφαμε Έκθεση και η καθηγήτρια μου είπε πως είναι λάθος και κακογραμμένη” απάντησε συγκρατώντας τα δάκρυα της και έφυγε γρήγορα για το δωμάτιο της.
Ο πατέρας της, την ακολούθησε. Χτύπησε την πόρτα και την άνοιξε ενώ καθώς την περνούσε, χιλιάδες εικόνες από τα πρώτα της βήματα, το άλλαγμα της πάνας και τις πρώτες της λέξεις, πέρασαν απ’ το μυαλό του. Το δωμάτιο τώρα ήταν διαφορετικό. Με γραφείο, βιβλιοθήκη, υπολογιστή και άλλα τέτοια.
- “Δεν θυμάμαι αν στο είχα πει αγάπη μου, όμως στο σχολείο είχα μια παρόμοια εμπειρία. Ποτέ μάλιστα δεν είχα καλούς βαθμούς στην Έκθεση ως μαθητής. Δεν το έβαλα κάτω. Όταν ήμουν στο Πανεπιστήμιο, θεωρούμουν ο καλύτερος στις Εκθέσεις, τις παρουσιάσεις και τις εργασίες. Όλοι με θαύμαζαν και φυσικά η μαμά σου. Και ύστερα έγραφα σε ένα σωρό εφημερίδες με επιτυχία! Η γνώμη μια καθηγήτριας δεν μπορεί να σταματήσει το όνειρο σου” προσπάθησε στοργικά να της εξηγήσει.
- “Αλήθεια μπαμπά; Και τότε γιατί έγινες ένας αποτυχημένος”; έσταξε δηλητήριο από το στόμα της. Ο πατέρας της, ένοιωσε έναν τεράστιο κόμπο στο λαιμό και λύγισε το κεφάλι του προς τα κάτω, σφίγγοντας τα μάτια για να μην δακρύσει, όμως εκείνη συνέχισε: “Ξέρεις μπαμπά τι μου είπε στ’ αλήθεια η καθηγήτρια; Ο τρόπος γραφής μου συνδυαστικά με το θέμα που ανέπτυξα υποδεικνύουν ξεκάθαρα την έλλειψη προτύπων στην ζωή μου. Ακούς μπαμπά; Έλλειψη προτύπων. Αυτή βέβαια δεν ξέρει πως ο πατέρας μου είναι ένας αποτυχημένος χωρισμένος τύπος. Το ξέρω εγώ όμως και το πνίγω μέσα μου” ξέσπασε τελικά φωνάζοντας.
Ο πατέρας της σηκώθηκε και χωρίς να την κοιτάξει, άγγιξε στοργικά το πόδι της και έφυγε. Φεύγοντας από το σπίτι, είδε την πρώην γυναίκα του να του φωνάζει με ενδιαφέρον: “Γιάννη, τι έπαθες; Τι σου είπε;”, εκείνος όμως θα ορκιζόταν πως δεν είχε λαλιά για να απαντήσει και απλά έγνεψε προς τα πάνω το κεφάλι υψώνοντας τον αντίχειρα σα να έλεγε ‘όλα καλά’.

Το επόμενο διάστημα πέρασε, ακριβώς όπως και το προηγούμενο. Ο Γιάννης έστελνε στην πρώην σύζυγό του χρήματα, όσο και όποτε μπορούσε, εκείνη του έδινε φαγητό όποτε μπορούσε για να μην τρώει συνέχεια απ’ έξω και όλοι μαζί βρισκόντουσαν σε κάποιες γιορτές ή αργίες σε ένα μάλλον τυπικό κλίμα όπου ο Γιάννης έτρωγε στο επίσημο γεύμα και ύστερα έφευγε για το… πατάρι του. Και κάπως έτσι κύλησαν μέρες, μήνες, χρόνια.

Μια μέρα ο Γιάννης δέχθηκε μία παράξενη επίσκεψη από έναν νεαρό. Ήταν πολύ καλοντυμένος και περιποιημένος, με ωραία χαρακτηριστικά: “Είστε ο κύριος Γιάννης”;
- “Μάλιστα. Σε τι μπορώ να σε εξυπηρετήσω”; ρώτησε ο Γιάννης που είχε την εντύπωση πως είχε να κάνει με κάποιον πελάτη.
- “Θα ήθελα να σας μιλήσω ιδιαιτέρως. Αφορά την κόρη σας” απάντησε εκείνος πολύ σοβαρά. Ο Γιάννης του έδειξε την πόρτα προς το πατάρι και αφού ανέβηκαν, η συζήτηση συνεχίστηκε εκεί.
- “Δεν ξέρει κανείς πως ήρθα να σας βρω, όμως θεωρώ πως πρέπει να μάθετε. Η μητέρα της Αλεξάνδρας είναι άρρωστη. Πεθαίνει. Απ’ ότι κατάλαβα δεν έχει πολλές μέρες στη διάθεση της. Εκείνη το κρύβει, όμως η Αλεξάνδρα το ανακάλυψε και τώρα εκείνη δε θέλει να το πει πουθενά, όμως είναι ένα ράκος” εξηγούσε με ταραχή ο νέος.
- “Εσύ ποιος είσαι”; ρώτησε προσπαθώντας να κρύψει τη ζαλάδα του.
- “Ονομάζομαι Νίκος κύριε. Βγαίνω με την κόρη σας εδώ και περίπου ένα χρόνο, όμως με ενδιαφέρει πολύ και ειδικά αυτές τις μέρες που είναι τόσο άσχημα. Ξέρω κάποια πράγματα για τις σχέσεις σας, αλλά θεωρώ πως σε αυτήν την κρίσιμη στιγμή, σας έχουν ανάγκη κι ας μην το παραδέχονται”.

Ο Γιάννης έτρεξε προς την πρώην γυναίκα του η οποία ήταν ήδη στο νοσοκομείο. Η Αλεξάνδρα δεν αντέδρασε στην παρουσία του, όμως το βλέμμα της φανέρωνε την αγωνία imageκαι τον φόβο της. Στο κρεβάτι του νοσοκομείου, έδειχνε άχρωμη και συνεχώς ιδρωμένη. Όταν τον είδε, του έσφιξε το χέρι και πήρε δύναμη για να βγάλει μερικές λέξεις με δυσκολία από το στόμα της: “Θέλω να ξέρεις πως ποτέ δεν έπαψα να σε αγαπώ. Εσύ φταις που χωρίσαμε. Έγινες πολύ ευάλωτος στα προβλήματα με τη δουλειά σου και αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να χαλάς το περιβάλλον που μεγαλώναμε το παιδί μας. Όμως δεν υπήρξε κανείς άλλος στη ζωή μου και η αγάπη μου ήταν πάντοτε ίδια για σένα. Το ίδιο και με την Αλεξάνδρα. Αν είναι αυστηρή μαζί σου, είναι επειδή σε αγαπά πάρα πολύ και δεν αντέχει να σε βλέπει σε τόσο άσχημη κατάσταση. Θέλω να ξέρεις πως ακόμα σε έχει ανάγκη και τώρα σου ζητώ να πας να μείνεις στο σπίτι, να γίνεις ξανά το πρότυπο της”. Λίγο πριν ολοκληρώσει, η Αλεξάνδρα είχε μπει μέσα στο δωμάτιο της, την αγκάλιασε και αφού αντάλλαξαν μερικές κουβέντες, ξέσπασαν σε λυγμούς. Ήταν τότε που η νοσοκόμα αιφνίδια μπήκε μέσα ανακοινώνοντας μας πως πρέπει να την πάρει αμέσως στο χειρουργείο. Το φορείο κυλούσε με την ίδια να κλαίει χαμογελώντας. Ήταν η τελευταία φορά που θα την έβλεπαν ζωντανή.

Ο Γιάννης ήξερε πως δεν θα έπρεπε να αφήσει το θρήνο να κυριεύσει τη ζωή του. Ένοιωθε πλέον υπεύθυνος όσο ποτέ για την Αλεξάνδρα και ήταν αποφασισμένος να την διεκδικήσει. Αρχικά, ανέλαβε όλες τις διαδικασίες της κηδείας. Η Αλεξάνδρα δεν χρειάστηκε να κάνει τίποτα. Εκείνο το βράδυ αποκοιμήθηκαν στον καναπέ και οι δυο, χωρίς να είναι προγραμματισμένη η διαμονή του Γιάννη στο σπίτι του μετά από τόσα χρόνια.

Το πρωί ήταν διαφορετικό και για τους δύο. Ο Γιάννης είχε ξυπνήσει σπίτι του και η Αλεξάνδρα ένοιωσε το σπίτι κρύο και κενό. Πίστευε πως κάποια πόρτα θα ανοίξει τώρα και θα βγει από εκεί η μητέρα της ή πως σε λίγο το μάτι της κουζίνας θα αγκαλιαζόταν με την κατσαρόλα που θα ετοίμαζε το μεσημεριανό. Όμως τίποτα από αυτά δε συνέβη. Και τώρα, δύο αμήχανοι άνθρωποι, άρχισαν πολύ δειλά, πολύ αργά να μιλούν για την κηδεία ή για άσχετα, όμως όταν αργότερα ο πάγος έσπασε, ο πατέρας της άρχισε να της διηγείται ιστορίες από τα κοινά φοιτητικά τους χρόνια ή άλλες μέσα από τις εμπειρίες τους ως ζευγάρι. Ο Γιάννης και η Αλεξάνδρα κατέληξαν να γελάνε μαζί για ένα μακρινό παρελθόν, όμως μέσα τους είχαν και οι δυο στο μυαλό τους τη νέα σελίδα στη ζωή τους, βασισμένη στις τελευταίες επιθυμίες της γυναίκας. Ο ένας ήξερε τι σκεφτόταν ο άλλος κι έτσι ο Γιάννης πήρε πρώτος την πρωτοβουλία να πει: “Άκου. Δε θέλω να με βάλεις στη ζωή σου επειδή η μητέρα σου το είπε. Αυτό που εννοούσε ήταν πως θέλει να μου δώσεις την ευκαιρία να κερδίσω μία θέση στη ζωή σου και αυτό σου ζητάω κι εγώ. Δεν θα μείνω σπίτι απόψε ή αύριο ή μεθαύριο. Άσε με να προσπαθήσω να κερδίσω ότι έχασα από τον σεβασμό σου και όταν μου το προτείνεις εσύ, τότε θα έρθω”.

Η Αλεξάνδρα εκτίμησε πολύ αυτήν την συζήτηση και σεβάστηκε αυτήν την συμφωνία η οποία άλλαξε τα δεδομένα στην καθημερινότητα των δύο. Το επόμενο διάστημα κύλησε κάπως έτσι. Ομαλά, τυπικά, αλλά ήρεμα. Όταν η Αλεξάνδρα τελείωσε τις σπουδές της στην δημοσιογραφία δέχθηκε μία πολύ καλή πρόταση για μία πολύ καλή δουλειά από έναν όμιλο που δραστηριοποιούνταν παράλληλα στην τηλεόραση, το ραδιόφωνο, τον έντυπο τύπο και το διαδίκτυο. Η πρόταση imageήθελε την Αλεξάνδρα να έχει συμμετοχή σε όλα τα μέσα και μάλιστα πολύ ενεργά ξεκινώντας με έναν άκρως ικανοποιητικό μισθό. Την ευκαιρία που της παρουσιάστηκε την άρπαξε για τα καλά. Σύντομα μετακόμισε στην πρωτεύουσα και έγινε μία από τις πιο διάσημες δημοσιογράφους της χώρας. Ταξίδευε συχνά σε αποστολές στο εξωτερικό ως ανταποκρίτρια ενώ είχε ήδη δημιουργήσει ένα βαρύ δημοσιογραφικό βιογραφικό με δεκάδες συνεντεύξεις και επιτυχίες από σπουδαίους ανθρώπους ανά τον κόσμο.

Η Αλεξάνδρα ήταν ιδιαίτερα πολυάσχολη και λόγω της επιτυχίας της, λάμβανε καθημερινά πολλές προσκλήσεις σε εκδηλώσεις, παρουσιάσεις και άλλες δραστηριότητες. Σε μία από αυτές, της ζητήθηκε να παραβρεθεί στην παρουσίαση ενός βιβλίου ως κεντρική συνομιλήτρια. Επρόκειτο για ένα βιβλίο που είχε ήδη κάνει μεγάλες πωλήσεις στην πρώτη του έκδοση, όμως η Αλεξάνδρα δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία κι έτσι απλά απάντησε αρνητικά στην πρόσκληση.

Λίγες μέρες μετά βρισκόταν στο αεροπλάνο για μία δημοσιογραφική αποστολή στο Λονδίνο. Μαζί της είχε imageπάρει ένα ξεχασμένο βιβλίο. Ήταν εκείνο στου οποίου την παρουσίαση αμέλησε να παραβρεθεί. Σκέφτηκε πως θα ήταν μια καλή ιδέα για να περάσει η ώρα ώσπου να φτάσει. Το βιβλίο υπέγραφε ένας άγνωστος συγγραφέας και ήδη από την αρχή του, παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στον τρόπο γραφής που ήταν γεμάτος περιγραφές, χρώματα και συναισθήματα. Μετά από μερικές σελίδες, η Αλεξάνδρα έδειχνε άχρωμη. Ζήτησε έναν χυμό από την αεροσυνοδό και της πήρε ώρα για να συνέλθει. Έκτοτε, διάβαζε με πάθος. Μετά από πολλές σελίδες και αρκετή ώρα, μία αεροσυνοδός την διέκοψε: “με συγχωρείτε. Έχουμε προσγειωθεί και πρέπει να αδειάσουμε το σκάφος. Όταν είστε έτοιμη μπορείτε να αποχωρήσετε”. Η Αλεξάνδρα είχε φτάσει χωρίς να καταλάβει τίποτα! Σύντομα το διάβασμα συνεχίστηκε στο τρένο και ύστερα στο ξενοδοχείο.

Τι διάβαζε; Την ιστορία της ζωής της! Διάβαζε με πολλές λεπτομέρειες και λίγη φαντασία την ζωή της από την πρώτη μέρα από μία άγνωστη οπτική κάποιου τρίτου προσώπου. Ήταν σίγουρη πως ήταν του πατέρα της. Ήξερε πως γράφει, δεν περίμενε όμως ποτέ πως θα έγραφε βιβλίο. Σε κάποιο σημείο μάλιστα, ο πατέρας της περιγράφει πως μεσολάβησε ώστε τελειώνοντας της σπουδές της να βρει μία πολλά υποσχόμενη εργασία και πως και πάλι με δική του παρέμβαση, προωθήθηκε το βιογραφικό της σε μεγάλες εταιρείες ώστε να έχει την ευκαιρία να εργαστεί γρήγορα στα βαθιά και να αποδείξει τις ικανότητές της. Σε κάποιο σημείο μάλιστα έγραφε: ‘μπορεί να είχα να την δω πολλούς μήνες, ήξερα όμως πως έχει την φλόγα μέσα της. Πως ότι αναλάμβανε θα το έφερνε εις πέρας με μεγάλη επιτυχία. Ήξερα πως δεν θα εκτεθεί κανείς από αυτούς που ρίσκαραν για να την προωθήσουν, γι’ αυτό και έκανα ότι έκανα’. Φυσικά τα ονόματα των ηρώων και των επαγγελμάτων ήταν όλα διαφορετικά. Η φήμη της Αλεξάνδρας δεν κινδύνευε. Όχι όμως και το βιβλίο που στις τελευταίες σελίδες του δέχτηκε βροχή από δάκρυα που έπεφταν ακατάπαυστα από τα μάτια της Αλεξάνδρας που ξαπλωμένη στο κρεβάτι του ξενοδοχείου ξεσπούσε σε λυγμούς για όλες τις φορές που αποκαλούσε αποτυχημένο τον πατέρα της, εκείνες που ποτέ δεν δέχτηκε να τον βάλει στη ζωή της, αλλά και στην χάρη της μητέρας της που ποτέ τελικά δεν σεβάστηκε.

Στην επιστροφή της στην Ελλάδα, γύρισε στη δουλειά. Αυτή τη φορά όμως είχε κάτι άλλο στο μυαλό της. Έφτιαξε ένα εκτενές αφιέρωμα στο βιβλίο του πατέρα της, το διαφήμισε με δικά της έξοδα και όταν το αφιέρωμα ήταν έτοιμο να κυκλοφορήσει, πήρε ένα αντίτυπο και ταξίδεψε ως το σπίτι του πατέρα της. Εκείνος, είχε κλείσει το γραφείο του και είχε αντικαταστήσει τις τζαμαρίες της βιτρίνας, από ξύλινες πόρτες. Χτύπησε την πόρτα κι εκείνος άνοιξε αντικρίζοντας την με αποστομωτική έκπληξη. “Πως μπόρεσα να το κάνω αυτό” κατάφερε να εκφράσει ξεσπώντας αμέσως σε λυγμούς στην αγκαλιά του. Δεν μίλησαν πολύ. Εκείνη παρατηρούσε το γραφείο που ήταν πλέον ένα πρόχειρο σπιτάκι με έναν υπολογιστή και γύρω του αμέτρητες σημειώσεις από σκέψεις για βιβλία. “Σου έφερα αυτό” είπε δείχνοντάς του το αφιέρωμα που θα κυκλοφορούσε σε λίγες μέρες και συνέχισε: “επίσης, έστω και πολύ αργά, σου κρατάω τα κλειδιά που η μαμά ήθελε να σου δώσω εδώ και χρόνια. Το σπίτι σου. Το σπίτι μας. Θέλω να μένεις εκεί”.

Οι δυο τους πέρασαν μερικές ώρες μαζί σε ένα μάλλον αμήχανο κλίμα, όμως η Αλεξάνδρα έπρεπε σύντομα να γυρίσει πίσω λόγω της δουλειάς. Ο Γιάννης πήγε πραγματικά στο σπίτι του και δάκρυσε ανακαλώντας μακρινές μνήμες με τη γυναίκα του και την Αλεξάνδρα ως μωρό ακόμα. Άνοιξε τον φορητό του υπολογιστή και ξεκίνησε να γράφει ένα βιβλίο. Ένα νέο πόνημα που ήρθε αμέσως στην καρδιά του, μόλις αντίκρισε το σπίτι του. Έγραφε με μανία, με πάθος, ακατάπαυστα. Σχεδόν καταπονούσε το γερασμένο –πια- σώμα και πνεύμα του.

Η επόμενη συνάντηση του με την Αλεξάνδρα ήταν το imageεπόμενο Σαββατοκύριακο, όταν εκείνη κατάφερε να πάρει άδεια για να περάσουν περισσότερο χρόνο μαζί. Όταν όμως η Αλεξάνδρα μπήκε σπίτι, το μόνο που είδε, ήταν το ξεψυχισμένο κορμί του πατέρα της ακουμπισμένο πάνω στο πληκτρολόγιο. Ανακοπή αποφάνθηκαν οι γιατροί. Η Αλεξάνδρα γύρισε σπίτι, αποθήκευσε το έργο του πατέρα της. Ήταν ένα ολοκληρωμένο βιβλίο που έμελλε να γίνει πρώτο σε πωλήσεις και να μεταφραστεί σε εννιά γλώσσες. Σαν θέμα είχε μία εναλλακτική τροπή για την δική της διαλυμένη οικογένεια.

σχόλια; αντιρρήσεις; ερωτήσεις;
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΣΑΣ
ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ
 Διαβάστε περισσότερα.. »

Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

MYΘΟΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ ~ ζωντανεύοντας το τέρας της μυθολογίας

Μια φορά σε έναν καιρό μια μεγάλη ομάδα από τουρίστες είχαν εισέλθει στο διάσημο Δικταίο Άντρο σε ένα βουνό στην ανατολική Κρήτη. “Πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα” ξεκίνησε να περιγράφει η ξεναγός όταν απότομα την διέκοψαν οι επισκέπτες που προηγούνται στο στενό μονοπάτι που είναι προσβάσιμο για τους επισκέπτες. “μα είναι φυσιολογικό να μυρίζει τόσο άσχημα”; διαμαρτυρήθηκαν δυνατά κάποιοι κι όσο προχωρούσαν, η δυσοσμία γινόταν απαγορευτική. Η ξεναγός ήξερε πως η μυρωδιά αυτή δεν ήταν φυσιολογική κι έτσι παρακάλεσε τους επισκέπτες να επιστρέψουν στην έξοδο της σπηλιάς. Η επίσκεψη ακυρώθηκε και η ίδια ενημέρωσε τον φύλακα για το γεγονός κι εκείνος με τη σειρά του ειδοποίησε την υπηρεσία της αρχαιολογίας.

Σε λίγες ώρες ο Σπύρος Θαλασσινός και ο Οδυσσέας Κανόμπης βρισκόντουσαν στον χώρο όπου αναγκαστικά ακολουθούσαν την δυσοσμία, όταν βρέθηκαν μπροστά στο θέαμα ενός κατακρεουργημένου ταύρου! Εξερχόμενοι από το σημείο, βρήκαν δίπλα στον φύλακα μία γυναίκα στα περασμένα τριάντα, με όμορφα χαρακτηριστικά και βαθύ σοβαρό βλέμμα, καθώς και πολύ περιποιημένη:
- “Πρέπει να είστε της Μ.Α.Ε.Κ. Ονομάζομαι Αντιγόνη Επιστόλου και είμαι υπεύθυνη του τμήματος Απροόπτων της Αρχαιολογίας” είπε με ένα σκιστό χαμόγελο.
- “Σπύρος Θαλασσινός και ο συνεργάτης μου, Οδυσσέας Κανόμπης. Ανταποκριθήκαμε στο κάλεσμά σας δεδομένης της ευαισθησίας μας στον αρχαιολογικό πλούτο της περιοχής, όμως εμείς βρήκαμε έναν… ταύρο μέσα! Καλέστε την φιλοζωική κυρία μου” δήλωσε αγανακτισμένος.
- “Κοιτάξτε κύριε Θαλασσινέ. Δεν είναι τυχαίο που στην Υπηρεσία αποφασίσαμε να καλέσουμε εσάς κι όχι την αστυνομία. Ζητούμε διακριτικότητα και λεπτούς χειρισμούς και ξέρουμε και οι δύο πως η αστυνομία θα μας έκανε ρεζίλι διεθνώς. Είτε ήταν πτώμα ανθρώπου εκεί μέσα είτε ταύρου, όπως μου λέτε, η ουσία είναι πως κάποιος σκότωσε κάτι τόσο μεγάλο μέσα σε έναν προστατευόμενο χώρο κι αυτό είναι σοβαρό” απάντησε με έντονο ύφος εκείνη.
- “Θα χρειαστούμε χρόνο μέσα τότε και πολλά φώτα καθώς και τεχνολογικά μέσα. Αν μας εμποδίσετε να τα χρησιμοποιήσουμε, απλά φεύγουμε. Σας το λέω γιατί ξέρω πως αν κανένα έργο δεν προχωράει στην Ελλάδα είναι επειδή εσείς βρίσκετε συνέχεια προβλήματα”.

Λόγω της ό http://www.ough.gr/inc/timthumb/timthumb.php?src=/uploads/articles/thisia_voulgarakis-043.jpg&w=580μορφολογίας του χώρου, ήταν αδύνατο να βρεθούν είτε αποτυπώματα, είτε άλλες ενδείξεις για το γεγονός. Ο χώρος είναι ανοιχτός όλες τις ώρες και φυλάσσεται από φύλακα ενώ το βράδυ υπάρχει κλειδωμένος φράχτης. Ποιος λοιπόν μπορεί να έχει κλειδί του φράχτη; Μα υπάλληλος της αρχαιολογίας φυσικά!

Πριν οι ερευνητές κοινοποιήσουν την διαπίστωσή τους, φρόντισαν να μελετήσουν την Μυθολογία.
- “Ουρανία; Μίλησε μας για το Δικταίο Άντρο. Κάτι που ίσως μας διαφεύγει” άρχισαν να συνομιλούν μέσω τηλεφώνου.
- “Είναι δύσκολο να ξέρουμε λεπτομέρειες για μια ιστορία οχτώ χιλιάδων ετών, όμως η γενική ιδέα είναι πως ο Δίας έφερε εδώ την Ευρώπη όταν την άρπαξε από τη Στερεά Ελλάδα και συγκεκριμένα τη σημερινή Θήβα. Εκείνος επειδή δεν τον ήθελε η Ευρώπη, μεταμορφώθηκε σε ταύρο, την άρπαξε και την μετέφερε στο Δικταίο Άντρο. Πολλοί βέβαια λένε πως το Δικταίο Άντρο και όχι το Ιδαίο Άντρο στον Ψηλορείτη, είναι ο τόπος γέννησης του Δία” εξιστόρησε περιγραφικά η Ουρανία.
- “Αυτό είναι! Σαν ταύρος. Ο τύπος σκότωσε ταύρο στέλνοντας ένα μήνυμα. Αναφέρεται στον εαυτό του και κάτι θέλει να πει. Ίσως ότι παντρεύτηκε με το ζόρι κάποια; Ουρανία βρες μας τους υπαλλήλους της Αρχαιολογίας στην Κρήτη και ψάξε αν κάποιος παντρεύτηκε πρόσφατα”.
Σε λίγο ο Κανόμπης έλαβε μήνυμα από την Ουρανία. Ο Άρης Λιακάκης είχε παντρευτεί πρόσφατα και το πόστο του βρισκόταν στο Ηράκλειο. Καθόλου μακριά από το Οροπέδιο όπου το Δικταίο Άντρο, βρίσκεται.

Οι έρευνες τώρα επικεντρώθηκαν στο Λιακάκη και στο περιβάλλον του. Όπως διαπιστώθηκε ο Λιακάκης ήταν χρόνια στην υπηρεσία και είχε παντρευτεί πρόπερσι την έγκυο γυναίκα του με την οποία απέκτησαν ένα παιδί. Προσπάθησαν μάλιστα να πλησιάσουν τον κύκλο του με πολύ διακριτικό τρόπο, όμως το μόνο που κατάφεραν να εκμαιεύσουν ήταν πως ο Άρης είχε δύσκολα παιδικά χρόνια. Ήταν αυτό αρκετή δικαιολογία για να σφάξει έναν ταύρο; Ένας οικογενειάρχης με σταθερή εργασία; Ο χρόνος περνούσε κι αν όντως η θυσία ήταν ένα μήνυμα, δεν θα είχαν πολύ ακόμα.

Έτσι τόλμησαν μια επίσκεψη στη γυναίκα του όταν αυτός έλειπε.
- “Γεια σας, ερχόμαστε από μια δημόσια εσωτερική υπηρεσία που κάνει ενός είδους εκτίμησης των δημοσίων υπαλλήλων. Το σημερινό μας δείγμα σχετίζεται με τον σύζυγο σας και θα θέλαμε να ρωτήσουμε μερικά τυπικά καθημερινά πράγματα. Ας πούμε βρίσκετε τον σύζυγο σας πιεσμένο ίσως τελευταία”;
- “Ο Άρης μου είναι κλειστός τύπος, οπότε με δυσκολία εντοπίζω τα προβλήματα του. Πολλές φορές είναι κυκλοθυμικός ή λίγο επιθετικός μαζί μου. Όχι όμως με την κόρη μας” απάντησε διστακτικά.
- “Αλήθεια πως γνωριστήκατε”:
- “Σπουδάζαμε μαζί κι εκείνος ήθελε τελειώνοντας να παντρευτούμε, ενώ εγώ όχι. Βλέπετε, δεν είμαι από εδώ. Προέκυψε όμως μια εγκυμοσύνη και δεν είχα επιλογή. Κάναμε μαζί έναν υπέροχο γιο”!
- “Ποιες είναι οι σχέσεις του με τους γονείς του”;
- “Αυτό τι σχέση έχει με την αξιολόγηση του; Με συγχωρείτε, αλλά δεν ξέρω καν αν είστε αυτοί που λέτε ότι είστε” απάντησε λίγο απότομα αυτή τη φορά.

Γιατί δεν απάντησε στην συγκεκριμένη ερώτηση; Μήπως ο πατέρας του Άρη έκρυβε κάποιο μυστικό; Αυτό ακριβώς σκόπευαν να μάθουν επισκεπτόμενοι τον ίδιο. Όταν τον επισκέφτηκαν με την ίδια δικαιολογία, εκείνος ήταν μόνος αφού η γυναίκα του είχε πάει για ψώνια, όπως τους ενημέρωσε. Στις ερωτήσεις τους ήταν πολύ τυπικός απαντώντας σχεδόν μονολεκτικά και χωρίς να αποκαλύπτει απολύτως τίποτα. Ήταν πολύ ιδιαίτερος και απότομος, όμως ουσιαστικά δεν τους έδωσε τίποτα, οπότε έφυγαν. Περίμεναν για λίγο μέχρι να βεβαιωθούν πως όντως η γυναίκα του θα επέστρεφε από ψώνια και ετοιμάστηκαν να ρισκάρουν, προσάγοντας τον ίδιο το Λιακάκη.

Στο δωμάτιο ανακρίσεων, του έκαναν τις ίδιες περίπου ερωτήσεις και πήραν τις ίδιες απαντήσεις απλά αυτή τη φορά από έναν πολύ άνετο, συνεργάσιμο και φιλικό ύποπτο. Μη έχοντας κάτι να του προσάψουν, αναγκάστηκαν να τον αφήσουν ελεύθερο. Όταν ο Άρης έφευγε από τα γραφεία της Μ.Α.Ε.Κ. έκανε εκείνος μια ερώτηση: “Γιατί με φέρατε εδώ κύριοι; Γιατί εμένα”; Οι ερευνητές δεν είχαν έτοιμη μιαν απάντηση και μόνο η Ουρανία κατάφερε να δώσει μια πεταχτή απάντηση λέγοντας: “Ένας τυπικός εσωτερικός έλεγχος στο δημόσιο είναι, μην ανησυχείτε”.

Με τον Λιακάκη ελεύθερο, η ομάδα ήξερε πως οποιαδήποτε στιγμή θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα νέο τραγικό συμβάν και μη έχοντας αρκετά στοιχεία αποφάσισαν να γίνουν πιο επιθετικοί στις έρευνες τους ξεκινώντας με τον πατέρα του. Αν ο Άρης είχε δύσκολα παιδικά χρόνια θα έπρεπε να πείσουν τον πατέρα του να τα παραδεχτεί τουλάχιστον. Πηγαίνοντας στο σπίτι συνάντησαν την μητέρα του που δεν είχε ξαναδεί τα μέλη της ομάδας και από την οποία ζήτησαν αρχικά τον σύζυγο της. Εκείνη με απόλυτο ύφος εξήγησε πως ο σύζυγός της λείπει σε διακοπές. Όταν οι ερευνητές ετοιμάστηκαν να καληνυχτίσουν την κυρία Λιακάκη άκουσαν στο βάθος μία παιδική φωνή.
- “Έχετε παιδάκια κυρία Λιακάκη”; ρώτησε σχεδόν ειρωνευόμενος ο Θαλασσινός.
- “Όχι είναι το εγγονάκι μου. Θα το προσέχω εγώ απόψε” απάντησε φυσιολογικά εκείνη και οι ερευνητές έφυγαν.

Ο επόμενος σταθμός ήταν το σπίτι του Άρη. Τα φώτα ήταν σβηστά και το αυτοκίνητο της οικογένειας σταθμευμένο ακριβώς απ’ έξω. “Που είναι ο Άρης και η γυναίκα του χωρίς το αυτοκίνητο τους”; αναρωτήθηκε ύποπτα ο Κανόμπης. imageΤον προβληματισμό συνέχισε η Ουρανία που ενημέρωσε πως μετά από έρευνες της δεν προκύπτει κανένα ταξίδι για τον πρεσβύτερο Λιακάκη. Οι ερευνητές επέστρεφαν στο αρχηγείο με το αυτοκίνητο όταν μία κλήση από την Ουρανία τους άλλαξε την πορεία: “Όταν βρίσκεις αδιέξοδο στη ζωή σου, γύρνα στο σχολείο! Έριξα μια ματιά σε σχολικά βιβλία βασιζόμενη στην υπόθεση σας πως ο ταύρος ήταν ένα μήνυμα. Μπορεί ο Δίας να πήγε στο Δικταίο Άντρο την γυναίκα του Ευρώπη, αλλά ο ίδιος γεννήθηκε στο Ιδαίον Άντρο, στον Ψηλορείτη. Και ξέρεις γιατί, ε; Η μάνα του τον έκρυβε από τον Κρόνο, τον πατέρα του που ήθελε να τον σκοτώσει για να μην χάσει το βασίλειο του. Ο Δίας και η μητέρα του η Ρέα, κατάφεραν να σκοτώσουν τον Κρόνο κι έτσι ο Δίας μεγαλούργησε στη συνέχεια”. Η Ουρανία απόλυτα ικανοποιημένη από την μελέτη της συνέχισε: “Ο Άρης δεν είναι ο Δίας, αλλά ο πατέρας του έχει μεγάλη περιουσία που δεν προκύπτει να του την έχει μεταβιβάσει”.

Ο Κανόμπης, ο Θαλασσινός και ο Πρώτο, άλλαξαν κατεύθυνση προς το Ρέθυμνο και μετέβησαν προς τον Ψηλορείτη. Φτάνοντας στο Ιδαίον Άντρο άφησαν τον Πρώτο για να ψάξει για οτιδήποτε μπορούσε να τους οδηγήσει στον Λιακάκη, όμως η έρευνα δε θα κρατούσε για πολύ. Ο σκύλος άρχισε να γαυγίζει με μανία και οι δύο άντρες φτάνοντας στο σημείο που ο σκύλος στεκόταν, αντίκρισαν το πτώμα ενός άντρας που είχε σφαγιαστεί. Ήταν ο πατέρας Λιακάκης και οι ερευνητές… είχαν καθυστερήσει υπερβολικά.

Επιστρέφοντας, αυτό που τους προβλημάτιζε ήταν το ότι νωρίτερα η μητέρα του Άρη είχε καλύψει τον γιο της λέγοντας πως ο άντρας της ήταν σε διακοπές. Δε θα ήταν αλήθεια. Δεν θα μπορούσε να το πιστεύει. Κάνοντας αυτήν την αναδρομή στην επίσκεψη τους εκεί, θυμήθηκαν το κλάμα του μωρού στο βάθος του σπιτιού. Ο Άρης σκότωνε τον πατέρα του στο Ιδαίον Άντρο στο Ρέθυμνο, η μάνα κρατούσε το παιδί. Η σύζυγος του Άρη που ήταν; Επιστρέφοντας στο Ηράκλειο, οι ερευνητές σταμάτησαν στο πατρικό του Άρη οπού ξαναεπισκέφθηκαν την κυρία Λιακάκη. Εκείνη έλειπε κι έτσι διέρρηξαν την πόρτα ψάχνοντας τα δωμάτια με μεγάλη προσοχή. Στην έρευνα βρέθηκε μία αλυσίδα πρόχειρα παρατημένη κάτω. Οι ερευνητές προσπάθησαν να βρουν κάτι σχετικό, όμως όσο η ώρα περνούσε ήξεραν πως είναι εις βάρος τους και η όλη διαδικασία θύμιζε χάσιμο χρόνου. Αφού κάλεσαν συνεργείο για να εξετάσει αποτυπώματα από την αλυσίδα, ήξεραν πως η τρέλα θα λάμβανε κάπου αλλού παράσταση. Αν ο Δίας έφερε με το ζόρι την Ευρώπη στην Κρήτη, τότε ίσως ο Λιακάκης να ήθελε να κάνει κάτι ακόμα και αυτή τη φορά όχι σε ταύρο… Όπως η Ρέα βοηθούσε τον Δία, ίσως και η μητέρα του να έκανε το ίδιο στον Άρη. Όταν ο Δίας κυρίευσε το νησί έδωσε τα ηνία της βασιλείας του στον γιο του Μίνωα. Ο γιος του έλειπε από το σπίτι. Μήπως ο Άρης ήθελε να ετοιμάσει τον θρόνο του;
- “Που είναι ο θρόνος του Μίνωα, Σπύρο”; ψιθύρισε αινιγματικά ο Κανόμπης.
- “Στην Κνωσό! Φύγαμε” απάντησε εκείνος.

Σε λίγα λεπτά ήταν έξω από τον αρχαιολογικό χώρο της Κνωσού όπου υπήρχε ένα άγνωστο αυτοκίνητο σταθμευμένο και η πόρτα εισόδου των επισκεπτών  ήταν imageανοιχτή στη μία της πλευρά. Οι ερευνητές πλησίασαν προσεκτικά. Κυριαρχούσε το απόλυτο σκοτάδι και κανένας θόρυβος δεν μαρτυρούσε το παραμικρό. Κράτησαν τον Πρώτο μακριά ώστε να μην διακινδυνέψουν κάποιον θόρυβο και με φακούς άρχισαν να διεισδύουν στα ενδότερα του ανακτόρου. Χωρίς να ακούν φωνές ή να βλέπουν φώτα, άκουγαν κάτι σαν ένα ρυθμικό χτύπημα που τους έδωσε τη δυνατότητα να κατευθυνθούν προς μία συγκεκριμένη πλευρά. Λίγο πιο κάτω οι ερευνητές αντίκρισαν ένα τρομακτικό θέαμα. Ο Λιακάκης είχε δέσει γυμνή τη γυναίκα του στην ρίζα μιας κατεστραμμένης προϊστορικής κολώνας και λίγο πιο κάτω βρισκόταν όρθια και γυμνή η Αντιγόνη Επιστόλου. Πάνω στον βασιλικό θρόνο βρισκόταν ο μικρός γιος του Λιακάκη και δίπλα του η γιαγιά του. Οι ερευνητές κέρδισαν το όπλο του αιφνιδιασμού όταν άρχισαν να παρατηρούν χωρίς να έχουν γίνει αντιληπτοί.

Ο Λιακάκης άρχισε να κάνει έρωτα στην Επιστόλου η οποία έδωσε τέλος στην νεκρική σιγή που επικρατούσε αρχίζοντας να βγάζει ερωτικούς ήχους απόλαυσης. Την ίδια ώρα η γιαγιά του παιδιού του ψιθύριζε για ώρα σαν κάτι να του εξηγούσε. Όταν ο Λιακάκης ολοκλήρωσε την συνουσία πλησίασε τον γιο του ο οποίος κρατούνταν από την γιαγιά του και τον έφερε πάνω από την ξαπλωμένη μητέρα του δίνοντάς του ένα μαχαίρι: “Τώρα θα γίνει αυτό που λέγαμε. Κάρφωσε το πάνω της. Ένα τεράστιο βασίλειο και μια νέα ζωή είναι δική σου μετά από αυτό. Κάρφωσε το ακόμα και χωρίς να κοιτάς”. Το αγόρι κρατούσε το μαχαίρι όμως αδυνατούσε να κάνει την κίνηση, ενώ δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του.
Λιακάκη ακίνητος! Συλλαμβάνεσαι. Άσε ήσυχο το παιδί” φώναξε απότομα ο Κανόμπης. Η Επιστόλου σηκώθηκε όρθια καλύπτοντας με το γυμνό της κορμί το σκηνικό και δίπλα της ήρθε η μητέρα του Άρη. Τότε οι δύο ερευνητές πλησίασαν, όμως ο Λιακάκης άρπαξε το χέρι του γιου του σπρώχνοντας το μαχαίρι στο σώμα της γυναίκας του. “Αν πλησιάσετε άλλο θα το καρφώσω” απείλησε. Ο Κανόμπης έκανε μερικά βήματα πίσω.
- “Που πάει αυτός; Θέλω να τον βλέπω” φώναξε ο Λιακάκης.
- “Μην ανησυχείς. Καλεί ενισχύσεις. Σε πέντε λεπτά ολόκληρη η Κνωσός θα είναι περιτριγυρισμένη από αστυνομικούς” απάντησε ειρωνικά, όμως ο Κανόμπης γύρισε σχεδόν αμέσως κάνοντας ένα νόημα με τα μάτια στον συνεργάτη του. Λίγο πιο πέρα ο Πρώτο άρχισε να κατεβαίνει από απόσταση και χωρίς να γίνει αντιληπτός. Ο Κανόμπης κάνοντας λίγα βήματα μπροστά άρχισε να μιλάει στον γιο του Άρη. “Άσε το μαχαίρι και φύγε. Μην ανησυχείς για τη μαμά σου”. Το αγόρι φοβόταν και σε μία στιγμή αδράνειας ο Πρώτο όρμησε από την άλλη πλευρά και δάγκωσε το χέρι του Λιακάκη και του γιου του. Οι ερευνητές πετάχτηκαν πάνω τους και ακινητοποίησαν τον ίδιο και την μητέρα του, ενώ ο Πρώτο σταμάτησε και την Επιστόλου που προσπάθησε να διαφύγει γυμνή. Οι ερευνητές έλυσαν την μητέρα του παιδιού και αργότερα τους οδήγησαν στο σπίτι τους.

Όπως έγινε αργότερα γνωστό, ο Λιακάκης καταδικάστηκε δις ισόβια, η μητέρα του καταδικάστηκε για την συγκάλυψη που παρείχε στον γιο της ενώ η Επιστόλου απολύθηκε από την υπηρεσία και καταδικάστηκε για προσβολές σε αρχαιολογικούς χώρους και κατάχρηση καθήκοντος. Ο νεαρός γιος του Λιακάκη, δώρισε όλη την περιουσία του παππού του στην αρχαιολογία ενώ όπως έγινε γνωστό μεγαλώνοντας σπούδασε αρχαιολόγος και ακολούθησε λαμπρή καριέρα στην αρχαιολογία φτάνοντας να έχει πρόσβαση στα σημαντικότερα μνημεία οποιαδήποτε ώρα και μέρα :[ 

σχόλια; αντιρρήσεις; ερωτήσεις;
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΣΑΣ
ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΜΥΘΟ
 Διαβάστε περισσότερα.. »

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012

MYΘΟΣ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ ~ θυσιάζοντας το στέρεο έδαφος

Μια φορά σε έναν καιρό κάπου στις κοσμικές γειτονιές της πόλης, μία δεξίωση γνωστού δημοσίου προσώπου αποτελούσε το γεγονός των ημερών. Δεκάδες καλεσμένοι θα κατέκλειναν την έπαυλη στην οποία ήταν καλεσμένοι και όπου η είσοδος επιτρεπόταν μονάχα σε όσους είχαν πρόσκληση ή διαπίστευση σε όσους είχαν επαγγελματικές υποχρεώσεις στον χώρο.

Πράγματι, όλα ήταν σε απόλυτη τελειότητα. Οι κυρίες φορούσαν τα εντυπωσιακά φορέματα, οι άντρες τα πιο ακριβά κουστούμια, η απαλή μουσική ερχόταν από την ζωντανή ορχήστρα και τα πιάτα και ποτά του μπουφέ ήταν αρίστης ποιότητας ώστε να ικανοποιήσουν τους εκλεκτούς καλεσμένους.

Ανάμεσα τους, ένας νεαρός που από τις κινήσεις του imageκαταλαβαίνεις πως είναι λίγο άγαρμπος και το κουστούμι του δεν είναι εφάμιλλο των υπολοίπων καλεσμένων σε γούστο και ποιότητα. Ο νεαρός φορούσε στον λαιμό μία διακριτική διαπίστευση δημοσιογράφου και το ίδιο διακριτικά προσπαθούσε να πλησιάσει τους πιο καταδεκτικούς και να ανταλλάξει μαζί τους μερικές φιλικές κουβέντες. Με τους άντρες προσπαθούσε να μιλήσει για αθλητικά θέματα, αποφεύγοντας πολιτικές συζητήσεις, ενώ μπροστά στις γυναίκες μιλούσε για καινούρια εστιατόρια ή κάτι παρόμοιο.

Ο σκοπός του ήταν να έχει κερδίσει την εύνοια των συνομιλητών του μέχρι το δεύτερό τους ποτό. Μετά ξεκινούσε κάτι τελείως διαφορετικό για εκείνον. Έτσι σε ένα από τα μεγάλα πηγαδάκια με μέτρια θεματολογία, βρήκε την πρώτη ευκαιρία:
- “Θα συμφωνήσετε πως η αύξηση της ανεργίας και τα νέα μέτρα έχουν δημιουργήσει συνθήκες ανασφάλειας με τα φαινόμενα έξαρσης της βίας και της εγκληματικότητας να μας αναγκάζουμε να κοιμόμαστε με τις πόρτες κλειδωμένες” μονολόγησε κυρίως μπροστά σε κυρίες.
- “Είναι τραγικό! Βρίσκεται τόσο μακριά από εμάς κι όμως στην ίδια μας την πόλη” απάντησε μία φαινομενικά τρομοκρατημένη κυρία.
- “Σε μία φίλη της ανιψιάς μου έσπασαν το αυτοκίνητο κλέβοντας την καινούρια της louis vuitton” συνέχισε μία άλλη.
- “Σε κάθε περίπτωση κυρίες μου, οι κίνδυνοι μεγαλώνουν και οφείλουμε να ενισχύσουμε την ασφάλεια. Η αστυνομία και άλλες τοπικές μονάδες ασφαλείας χρειάζονται επιδοτήσεις για να έχουν περισσότερα άτομα στους δρόμους, εκεί που νοιώθουμε απροστάτευτοι”. Ο διάλογος συνεχίστηκε για πολύ λίγο ακόμα, όταν μία από τις κυρίες αποφάσισε:
- “Νομίζω πως από την πλευρά μου μπορώ να διαθέσω εκατό χιλιάδες ευρώ για να αισθάνομαι ασφαλής τα βράδια”.

Σε λίγο βρισκόταν σε άλλο τραπέζι μιλώντας και πάλι περισσότερο με κυρίες:
- “Ξέρετε… είναι τραγικό να φέρνεις στην ζωή παιδιά και να τα αφήνεις στον δρόμο ή σε κάποιο ορφανοτροφείο επειδή δεν μπορείς να τους δώσεις ούτε καν το γάλα που έχουν ανάγκη. Ύστερα, στο ορφανοτροφείο, τα παιδιά αυτά έχουν ένα πιάτο φαΐ και στέγη, όμως είναι παιδιά. Θέλουν ένα παιχνίδι, ένα βιβλίο, πρόσβαση στο διαδίκτυο. Δεδομένα και αυτονόητα πράγματα για όλους εμάς που αν για κάποιο λόγο τα στερούσαμε από τα δικά μας παιδιά, θα μας κακοχαρακτηρίσουν”.
- “Ο κύριος έχει δίκιο. Νομίζω πως αν βάλει η κάθε μια μας από δέκα χιλιάδες ευρώ για τα ορφανοτροφεία και τα ιδρύματα που φιλοξενούν παιδάκια, δε θα αποτελούσε ιδιαίτερη θυσία. Τι λέτε”;

Τη συζήτηση διέκοψε ένας άντρας της υπηρεσίας ασφαλείας της δεξίωσης. “Ο κύριος Γιάννης Μπλέσης; Παρακαλώ ακολουθήστε με για μία διευκρίνηση”. Ο νεαρός ακολούθησε τον ασφαλίτη κι όταν βρέθηκαν οι δυο τους εκείνος του είπε: “η διαπίστευση σας είναι πλαστή. Ας μην δημιουργήσουμε θέμα και εντυπώσεις. Απλά αποχωρήστε”. Ο Γιάννης έφυγε, όμως είχε πετύχει ότι ήθελε.

Η αλήθεια είναι ότι ο Μπλέσης είχε τον τρόπο να βρίσκεται σε κάθε συνάθροιση πλουσίων της περιοχής. Το εντυπωσιακό όμως ήταν πως τα κατάφερνε σχεδόν πάντα χωρίς να ενοχλήσει. Αντίθετα ήταν πάντοτε ευχάριστος στην παρέα και με ενδιαφέρουσες απόψεις πάνω σχεδόν σε όλα τα ζητήματα!

Κατά την έξοδο του από ένα γνωστό μπαρ της πόλης που ‘τυχαία’ βρέθηκε με κάποιους επιχειρηματίες, είχε μία απρόσμενη έκπληξη. “Ξέρω το μυστικό σου” του ψιθύρισε μία γοητευτική συνομήλικη γυναίκα που μάλλον τον περίμενε απ’ έξω. “Δεν ξέρω ποιος είσαι, ξέρω όμως πως με κάποιο τρόπο καταφέρνεις να κάνεις τους πλούσιους να βάζουν βαθιά το χέρι στην τσέπη για κοινωφελείς σκοπούς. Αυτό που δεν ξέρω, είναι σε τι ωφελείσαι εσύ από αυτό” συνέχισε η κοπέλα.
- “Δε θέλεις να μάθεις για μένα. Είμαι αλήθεια ένας βαρετός τύπος! Δεν έχω κάτι που να μπορεί να θεωρηθεί ενδιαφέρον και για να είμαι ρεαλιστής δεν έχω την οικονομική ή χρονική άνεση για να έχω μία κοπέλα” απάντησε αμήχανα αλλά απόλυτα.
- “Θα εκπλαγείς” του απάντησε η κοπέλα και χάθηκε. Μόνο στο σπίτι του ο Γιάννης κατάλαβε πως στην τσέπη του σακακιού του είχε ένα χαρτάκι με το όνομα Ελίνα και έναν αριθμό τηλεφώνου. Χαμογέλασε αλλά δεν ήταν σίγουρος αν θα το χρησιμοποιούσε.

Τελικά το έκανε. Ο Γιάννης και η Ελίνα βγήκαν αρκετές φορές γα φαγητό, πήγαν στον κινηματογράφο, για ποτό και οι δύο έδειχναν να περνούν καλά. Το καλά μεταφέρθηκε στο κρεβάτι του ενός και του άλλου. Εκεί, κάποια βράδια οι δυο τους μιλούσαν για το παρελθόν, αλλά και για το μέλλον τους.
- “Μ’ αρέσει πολύ το σχέδιο. Είχα κάνει κάτι σπουδές παλαιότερα, όμως δεν κατάφερα να συνεχίσω λόγω οικονομικών. Έκανα διάφορες δουλειές, αλλά μια μέρα πιστεύω πως θα σχεδιάζω όμορφα ρούχα” μονολογούσε εκείνη για ώρα. “Πες μου για σένα”.
- “Εγώ έχασα τους γονείς μου σε πολύ μικρή ηλικία. Νομίζω πως θυμάμαι το χαμόγελο της μητέρας μου, αλλά πολλές φορές δεν ξέρω αν είναι στη φαντασία μου. Επειδή δεν είχα άλλους συγγενείς κατέληξα σε ένα δημοτικό ορφανοτροφείο, όπου η τηλεόραση είχε χαλάσει και τα μπλοκ ζωγραφικής ήταν ήδη γεμάτα από τα προηγούμενα παιδιά. Οι παιδαγωγοί δεν ήταν κακοί, όμως η αθλιότητα του τόπου τους ανάγκαζε να μην είναι και καλοί. Στα δεκαοχτώ σου πρέπει να φύγεις και τα εφόδια είναι μηδαμινά για τον έξω κόσμο. Ουσιαστικά οι περισσότεροι καταλήγουν ναρκομανείς ή σερβιτόροι”.
- “Εσύ όμως; Εσύ δεν έγινες κάτι από αυτά” διαπίστωσε με θαυμασμό η Ελίνα.
- “Όχι. Μην γελάσεις, όμως μεγαλώνοντας μου άρεσε να διαβάζω. Διάβαζα για ανθρώπους που θυσιάστηκαν για την πατρίδα τους, στο βιβλίο της ιστορίας, διάβασα για imageανθρώπους που θυσίασαν την ζωή τους για την κοπέλα τους από κάποιες μέτριες ερωτικές νουβέλες που είχαν πέσει στα χέρια μου, διάβασα για ήρωες που σώνουν με τις δυνάμεις τους ολόκληρες πόλεις. Ονειρεύτηκα να γίνω ένας σαν αυτούς, όμως δεν ανήκω σε αυτά τα ιστορικά πρόσωπα, δεν έχω το θάρρος να τα βάλω με τους κακούς και δεν είμαι πλούσιους ή με υπερδυνάμεις για να παλέψω την εγκληματικότητα. Έχω όμως κάτι που ελάχιστοι διαθέτουν: Τίποτα! Η ζωή μου έμαθε πως αυτοί που δεν έχουν να χάσουν τίποτα, δεν φοβούνται και τίποτα. Έτσι, ότι μπορώ να προσφέρω με την πειθώ μου και την ευχάριστη παρέα μου σε ομάδες ανθρώπων που έχουν ανάγκη, το κάνω χωρίς να κοιτάω το κόστος”.
- “Το ξέρεις ότι χάνεσαι; Οι πρώτοι που ανέφερες, γράφτηκαν στο βιβλίο της ιστορίας και οι άλλοι είναι διάσημοι ήρωες που διαβάζουν τα  παιδιά εδώ και δεκαετίες. Εσύ; Ποιος θα μιλήσει για έναν αληθινό ήρωα; Ποιος θα τον δοξάσει όπως του πρέπει”; ρώτησε η Ελίνα φιλώντας τον. Εκείνος σπρώχνοντας την απαλά αλλά πολύ σοβαρά, απάντησε:
- “Κανείς! Αυτό είναι το μυστικό μου. Όσο δεν είμαι γνωστό άτομο, μπορώ να αγγίζω τις ψυχές τους. Ένας μυστηριώδης τύπος που δείχνει ένας από εκείνους και μπορεί ακόμα να τους επηρεάζει. Αυτό δεν πρέπει να χαλάσει με τίποτα” ξεκαθάρισε με αυστηρότητα.

Το επόμενο διάστημα ο Γιάννης συνέχιζε να κάνει αυτό που ήξερε καλύτερα και ο νέος έρωτας με την Ελίνα αποδείκνυε πως βρισκόταν στην καλύτερη φάση της ζωής του, ένα πρωινό όμως δεν ήταν ακριβώς ότι περίμενε. Κατεβαίνοντας imageαπό το σπίτι του, έφτασε στο κοντινό του περίπτερο για να χαζέψει τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων όπως συνήθιζε, ώσπου αντίκρισε σε ένα από αυτά είδε τον εαυτό του με μία τεράστια λεζάντα να αναγράφει: “Ο ΗΡΩΑΣ ΤΟΝ ΦΤΩΧΩΝ” και λίγο πιο κάτω σε υπότιτλο: “αυτός είναι ο άνθρωπος που αποσπά τεράστια ποσά από τους πλούσιους για κοινωφελείς σκοπούς. Ποιο το κέρδος του”. Κρύος ιδρώτας έλουσε τον Γιάννη που αγόρασε μία φυλλάδα και έτρεξε πίσω στο σπίτι του για να διαβάσει το άρθρο. Στην αρχή έψαξε για τον δημοσιογράφο, όμως δεν βρήκε κανένα όνομα. Έψαξε στην δημοσιογραφική ομάδα της εφημερίδας μα και πάλι δεν διάβασε κάποιο γνωστό όνομα. Ύστερα διάβασε το κείμενο. Τρίζοντας τα δόντια του και σφίγγοντας την γροθιά του απ’ τα νεύρα διάβαζε λεπτομέρειες για την ζωή του, όπως τον θάνατο των γονιών του, τη ζωή στο ορφανοτροφείο, γενικότερα για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν αυτοί οι χώροι σήμερα, με συνεντεύξεις από τους τότε εργαζόμενους σε αυτό και άλλες λεπτομέρειες για την δράση του με τους πλουσίους.

Ο Γιάννης είχε θολώσει. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Τηλεφώνησε στην Ελίνα για παρηγοριά.
- “Μην πανικοβάλλεσαι. Έγινε και δεν μπορείς να το αλλάξεις. Ίσως η ιστορία αυτή συγκινήσει πολλούς να συμβάλλουν ακόμα περισσότερο στις προσπάθειες σου. Ίσως τελικά σου βγει σε καλό” τον παρηγόρησε εκείνη.

Το θέμα όμως είχε πάρει μεγάλη έκταση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στους κύκλους των πλουσίων. Κάποιοι μιλούσαν για απατεώνα και άλλοι για ήρωα! Πολλοί δημοσιογράφοι προσπάθησαν να τον προσεγγίσουν όμως δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Για όλο εκείνο το διάστημα ο Γιάννης δεν είχε προσεγγίσει ξανά κάποιον για χρηματοδότηση ελπίζοντας πως σύντομα το θέμα θα ξεχαστεί, όμως στο μεταξύ ένα αφιέρωμα τηλεοπτικού σταθμού άλλαξε κάπως τα δεδομένα, αφού ανέλυσε τις φορολογικές εκπτώσεις που είχαν οι πλούσιοι στην εφορία από τις δωρεές τους. Τα ποσά που βγήκαν στην επιφάνεια θορύβησαν το Υπουργείο Οικονομικών που διεξήγαγε έρευνα κατά την οποία ο Γιάννης έπρεπε να καταθέσει στην ομάδα έρευνας του κράτους. Εξερχόμενος ο Γιάννης από το κτίριο που κατέθετε νωρίτερα, είδε πλήθος δημοσιογράφων να τον βομβαρδίζουν με ερωτήσεις. Ήταν η πρώτη φορά που ο Γιάννης έκανε δηλώσεις: “Όλοι γνωρίζουν πως δεν κέρδισα ποτέ τίποτα. Βοήθησα αδύναμους συνανθρώπους μας και έδωσα την ευκαιρία σε πλούσιους να μοιραστούν τα λεφτά τους.  Το μόνο που ζητάω είναι να μάθω τον δημοσιογράφο του δημοσιεύματος”.

Η εφημερίδα είχε το δικαίωμα να αρνηθεί την δημοσίευση του ονόματος του δημοσιογράφου, όμως κάποιος είχε ανοίξει το στόμα του άτυπα κι έτσι τις επόμενες ημέρες ένα νέο δημοσίευμα άλλαξε για πάντα τη ζωή του Γιάννη. Ο τίτλος έγραφε: “Η ΙΝΑ ΚΑΪΛΗ ΕΙΝΑΙ Η ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΜΑΧΟΥ ΑΡΘΡΟΥ – ΠΟΙΑ Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΜΠΛΕΣΗ”; Ο Γιάννης είδε δίπλα στο όνομα, την φωτογραφία της Ελίνας. Απογοητεύτηκε. Τόσο καιρό μαζί και δεν ήξερε καν το αληθινό της όνομα! Εκείνη τον πρόδωσε. Πόσο ανόητος αισθανόταν που δεν το είχε καταλάβει από την πρώτη στιγμή!

Ο Γιάννης δεν ξαναμίλησε στην Ελίνα ή… Ίνα όσο κι αν αυτή προσπάθησε να τον συναντήσει, όμως το πρόβλημα του δεν ήταν αυτό. Άγνωστα τηλεφωνήματα άρχισαν να τον απειλούν: “Τώρα ξέρουμε ποιος είσαι και πως θα σε βρούμε. Σταμάτα να παίρνεις λεφτά από τους πλούσιους, γιατί θα τα πληρώσεις με την ζωή σου”. Ο Γιάννης θυμήθηκε τότε την βασική του αρχή: 'ως άγνωστος δεν έχεις τίποτα να χάσεις. Και αυτός που δεν έχει να χάσει δεν είναι δύσκολο να θυσιαστεί’. Τώρα όμως που είναι ο πρωταγωνιστής της επικαιρότητας;

H αποχή του Γιάννη από την δραστηριότητα που τον έκανε διάσημο είχε όμως αντίκτυπο και σε άλλα κοινωνικά στρώματα της περιοχής. Εκτός από τον θόρυβο στις τάξεις του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης και σε ομάδες του υποκόσμου που ήθελαν τους πλούσιους πλουσιότερους, ήταν κι άλλοι εκείνοι που αντέδρασαν. imageΞαφνικά η κεντρική πλατεία γέμισε με πολίτες που ζητούσαν αναδιανομή του πλούτου, τα ιστολόγια απαιτούσαν αλληλεγγύη στους φτωχούς, ενώ πολλοί επισκέπτονταν πλούσιους στην εργασία τους και σε κοινωνικές εκδηλώσεις ζητώντας επίμονα χρήματα για τους φτωχούς. Το αποτέλεσμα ήταν μάλλον αντίθετο, αφού αν κάπου ξόδευαν οι πλούσιοι τα χρήματά τους, ήταν σε μέτρα ασφαλείας και προσωπικούς σωματοφύλακες, ειδικά μετά από διάφορα κρούσματα ένοπλων ληστειών σε σπίτια και καταστήματα πλουσίων.

Ο Γιάννης παρακολουθούσε τα πάντα αμέτοχος. Δεν ήταν αυτό που ονειρευόταν. Ήταν άθελα του ένα ίνδαλμα ενός λάθος κινήματος! Έτσι, πήρε μια σημαντική απόφαση. Κάλεσε την Ίνα. “Έλα από το σπίτι. Σαν δημοσιογράφος. Σε παίρνω για δουλειά”. Εκείνη, έφτασε αμέσως στο σπίτι του κι ενώ προσπάθησε να του μιλήσει για την σχέση τους, εκείνος αυστηρά την διέκοψε. “Θέλω απλά να κάνω κάποιες δηλώσεις. Γράψε ότι έχω να πω και δημοσίευσέ τα αύριο”. Ο Γιάννης ουσιαστικά της υπαγόρεψε μία δήλωση στην οποία διατύπωνε το όραμα του για μια αλληλέγγυα κοινωνία όπου οι ισχυροί βοηθούν εθελοντικά τους ανίσχυρους, χωρίς πιέσεις, χωρίς βία, χωρίς υποχρεώσεις. Αλληλεγγύη και αγάπη για το κοινό καλό. Ήλπιζε έτσι να καταφέρει να διορθώσει την απαράδεκτη κατάσταση.

Η Ίνα αποχώρησε από το σπίτι του το βράδυ και λίγο αργότερα χτύπησε το κουδούνι του. Από την μπλούζα του επισκέπτη φαινόταν πως πρόκειται για μέλος του κινήματος που άθελά του είχε δημιουργήσει.
- “Τι θέλεις”; ρώτησε ανέκφραστος.
- “Κύριε Μπλέση, θέλω να ξέρετε πως είστε ένα ίνδαλμα. Ο άνθρωπος που γεννήθηκε για να δώσει ελπίδα στους φτωχούς. Δεν χρειάζεται να μιλάτε με τον λαό μέσω των δημοσιογράφων που ξέρουμε όλοι πως είναι διεφθαρμένοι. Η θέση σας είναι στις πλατείες με τον λαό που διαδηλώνει. Ελάτε εκεί να μιλήσετε”.
- “Με παρακολουθείτε κιόλας; Έκανα κάποιες δηλώσεις που θα δώσουν κατευθυντήριες γραμμές στο κίνημά σας. Θα βοηθήσουν. Θα κατευνάσουν τα πνεύματα. Περιμένετε ως αύριο για να διαβάσετε”.
- “Μα ο σκοπός δεν είναι να κατευναστούν τα πνεύματα. Έχουμε επανάσταση! Ο λαός πρέπει να εξεγερθεί ενάντια του συστήματος των πλουσίων. Εσείς το ξεκινήσατε αυτό”!
- “Λυπάμαι, όμως αυτό που έκανα εγώ δεν έχει καμία σχέση με εξεγέρσεις, επαναστάσεις και βία. Δεν ανήκω στο κίνημα σας, δεν θέλω καν να με αναφέρετε. Αυτό που κάνετε είναι εκβιαστικό και επικίνδυνο. Αυξάνει τα κρούσματα βίας και αφήνει θύματα” δήλωσε επιτακτικά.
- “Τότε δεν υπάρχει άλλη λύση κύριε Μπλέση. Είναι μονόδρομος. Είναι γραφτό σας, να μείνετε στην ιστορία ως ο άνθρωπος που ξεκίνησε την εξέγερση των λαών. Δεν υπάρχει επιστροφή σε αυτό. Ο λαός περιμένει το ξέσπασμα” απάντησε και βγάζοντας με αστραπιαίες κινήσεις ένα μαχαίρι, το έμπηξε βαθιά κοντά στην καρδιά του.
Ο Γιάννης σωριάστηκε στο πάτωμα και σε μια λίμνη αίματος, άφησε την τελευταία του πνοή ενώ ο δράστης διέφυγε.

Το επόμενο πρωί η εφημερίδα της Ίνας κυκλοφόρησε με την σπουδαία τοποθέτηση του Γιάννη που έφτασε στο εξώφυλλο και η οποία έγινε ανάρπαστη, όμως ως το μεσημέρι τα τηλεοπτικά κανάλια μετέδιδαν σε ζωντανή μετάδοση το τραγικό συμβάν της δολοφονίας του Γιάννη. Οι δηλώσεις του Γιάννη σύντομα επισκιάστηκαν από το γεγονός του θανάτου του και πολύ γρήγορα ξέσπασαν αναταραχές στις πλατείες από εξαγριωμένες λαϊκές ομάδες. Σε λίγες ώρες η αστυνομία άρχισε την καταστολή και συνέλαβε δεκάδες άτομα.

Στο μεταξύ στις έρευνες για την δολοφονία του Γιάννη, σύμμαχος της αστυνομίας ήταν μία κάμερα ασφαλείας ενός καταστήματος απέναντι από την πολυκατοικία στην οποία έμενε ο Γιάννης η οποία είχε καταγράψει τον νεαρό που φορούσε το μπλουζάκι του κινήματος, να παρακολουθεί το διαμέρισμα του Γιάννη και να μπαίνει μέσα αφού έφυγε η Ίνα. Σύντομα η αστυνομία συνέλαβε τον δράστη και περιόρισε τις αντιδράσεις του κόσμου.

Ο Γιάννης σκοτώθηκε και μαζί του σκοτώθηκε και το κίνημα. Ο λαός γύρισε στην καθημερινότητά του σα να μην είχε συμβεί ποτέ τίποτα από όλα αυτά, σαν να μην υπήρξε ποτέ ο Γιάννης. Ήταν όμως ένα πρόσωπο που κάποιος του χρωστούσε πολλά. Η Ίνα. Όταν τα γεγονότα ξεχάστηκαν και άλλα θέματα βρέθηκαν στην επικαιρότητα, η Ίνα με οδηγό τις τελευταίες λέξεις του Γιάννη που είχαν δημοσιευτεί στην εφημερίδα, ξεκίνησε επαφές με ομάδες πλουσίων εκμεταλλευόμενη την ευρεία λίστα γνωριμιών της λόγω της επαγγελματικής της ιδιότητας και σύντομα ξεκίνησε να δεσμεύει πολλούς επιφανείς πλουσίους να προσφέρουν σημαντικά χρήματα σε κοινωφελή ιδρύματα. Κάθε τέτοια συμφωνία που η Ίνα κατάφερνε να πετύχει, τελείωνε με μία επίσκεψη της στο νεκροταφείο, ένα τριαντάφυλλο, ένας φόρος τιμής για έναν ήρωα που θυσίασε το στερεό έδαφος για το κοινό καλό.


σχόλια; αντιρρήσεις; ερωτήσεις;
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΣΑΣ
ΣΤΟΝ ΜΥΘΟ ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
 Διαβάστε περισσότερα.. »

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

ΜΥΘΟΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ~ το φάντασμα της αδελφότητας

Μια φορά σε έναν καιρό το πλοίο αγκυροβολούσε στο λιμάνι σε μια ζεστή ηλιόλουστη μέρα. Οι γλάροι καλωσόριζαν το τεράστιο μηχανοκίνητο πλεούμενο και οι τσιριχτές φωνές τους, έδιναν το σύνθημα για την μπουκαπόρτα που σε λίγο θα κατέβαινε δίνοντας το έναυσμα στους εκατοντάδες επιβάτες να ξεχυθούν στην καυτή άσφαλτο. “Α! Ρέθυμνο. Η παραδεισένια πολιτεία” αναφώνησε ένας μεσήλικας καθώς έβγαινε δίπλα από έναν νεαρό.

Ο νεαρός ήταν μέσου ύψους με περιποιημένα ρούχα και ελαφρώς ατημέλητα μαλλιά και γένια. Μαζί του είχε δύο βαλίτσες και μία τσάντα στην πλάτη του. Κατευθύνθηκε σε ένα από τα λευκά ταξί που περίμεναν στην μακριά ουρά για την επόμενη κούρσα.
- “Που πάμε φιλαράκο”; ρώτησε πεταχτά ο οδηγός.
- “Στο Πανεπιστήμιο” απάντησε με αυτοπεποίθηση ο νεαρός.
- “Α! Φοιτητής έτσι; Και αν κρίνω από τις αποσκευές πρέπει να είσαι και καινούριος. Φίλε θα το λατρέψεις εδώ. Όταν με το καλό τελειώσεις, θα έρχεσαι μετά κάθε χρόνο για διακοπές. Εδώ θα βρεις την καλύτερη διασκέδαση, την καλύτερη ζωή και ότι άλλο θέλεις. Πως σε λένε μικρέ”;
- “Τίμη. Είμαι από τη Θεσσαλονίκη και ξέρω, έχω διαβάσει για εδώ. Η καλύτερη φοιτητική ζωή είναι στο Ρέθυμνο”!

imageΤο αυτοκίνητο έφτασε στις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου όπου ο Τίμης θαύμασε την θέα της πόλης και της θάλασσας από εκεί ψηλά που βρισκόταν. Αμέσως μετά κατευθύνθηκε στα γραφεία του Πανεπιστημίου για να του δοθεί το δωμάτιο που του αντιστοιχούσε στις φοιτητικές εστίες, αφού ο Τίμης είχε ήδη κάνει τα δικαιολογητικά του και είχε κερδίσει μία από τις θέσεις.

Είχε περάσει ήδη ένας μήνας από τότε που ξεκίνησαν τα μαθήματα, είχε εγκλιματιστεί στην πόλη του Ρεθύμνου και είχε κάνει τις πρώτες του παρέες. Ο Τίμης βέβαια ήταν ανήσυχο πνεύμα, είχε ακούσει τόσα πολλά για την φοιτητική ζωή στο Ρέθυμνο και ήθελε να επιβεβαιώσει πως δεν θα έχανε τίποτα. Σε αυτό συνέβαλε και ο συγκάτοικος του στο δωμάτιο, ο οποίος ήταν μεγαλύτερος και σίγουρα θα μπορούσε να του δώσει μερικές συμβουλές ακόμα κι αν λόγω ηλικίας δεν έκαναν παρέα.
- “Γιώργο, εσύ είσαι σε κανένα κόμμα; Με βρήκανε κάτι παιδιά από τους ‘Ελεύθερους’. Μου φάνηκε σαν να τα έλεγαν καλά. Εμένα δε με ενδιαφέρουν τα πολιτικά, όμως έχω ακούσει πως αν ασχοληθείς με τα πολιτικά, μπορείς να συμμετέχεις στις καλύτερες παρέες, στα καλύτερα πάρτι και να μαθαίνεις για ότι καλύτερο συμβαίνει εδώ και στην πόλη” έλεγε στον συγκάτοικο του με σιγουριά και ενθουσιασμό.
- “Κάπως έτσι είναι, αλλά όλοι στα φοιτητικά κόμματα είναι τσιράκια των μεγάλων κομμάτων. Μπορεί να έχουν καλή ζωή, όμως τρέχουν όλη την ώρα και είναι όλοι κομματόσκυλα. Αν θες να έχεις τα χαρακτηριστικά που έχουν αυτοί και πολύ περισσότερα καλά στην ζωή σου εδώ, έλα μαζί μας. Εμείς έχουμε φτιάξει μία αδελφότητα που είναι κλειστή. Δεχόμαστε μέλη μόνο αφότου περάσουν μια σειρά από δοκιμασίες, όμως τα μέλη μας έχουν την δική μας προστασία και έχουν πολλές παροχές και σε παρέες και σε πάρτι και σε γυναίκες και...
- “…Ωπα φίλε! Βάλε με μέσα. Θέλω κι εγώ” είπε χωρίς να το σκεφτεί πολύ.

Πράγματι οι δυο τους βρέθηκαν λίγο έξω από το Ρέθυμνο σε μια ορεινή περιοχή όχι κοντά σε κάποιο χωριό. Ο Γιώργος είχε κάνει μερικά τηλεφωνήματα στην διαδρομή και πολύ σύντομα ήταν αρκετοί νέοι σε εκείνο το μέρος. Ένας από αυτούς, φορούσε γυαλιά ηλίου, είχε ξυρισμένο κεφάλι και παράξενο σχέδιο στα γένια του, όπως και ένα τατουάζ.
- “Ο Τίμης έτσι; Εδώ φίλε δεν παίζουμε. Έχουμε πολλούς τρόπους να περνάμε καλά και ποτέ δεν αντιμετωπίζουμε κανένα πρόβλημα επειδή είμαστε φαντάσματα. Δεν έχουμε γραφεία, δεν έχουμε υπογραφές, δεν έχουμε όνομα. Είμαστε μία αδελφότητα φοιτητών και τα μέλη μας έχουν λόγο. Και ο λόγος ποτέ δεν προδίδεται σ’ εμάς, γιατί ο ένας παρακολουθεί τον άλλο κι έτσι κανείς δεν προλαβαίνει να λοξοδρομήσει…” είπε ο τύπος με αυστηρό ύφος.
Ο Τίμης έγνεψε θετικά και σύντομα ξεκίνησε μια διαδικασία δοκιμασιών που σίγουρα δεν περίμενε.

Οι υπόλοιποι της παρέας τον έβαλαν να κάνει διάφορα πράγματα, όπως το να περάσει μέσα από φωτιές, να κόψει ένα δέντρο, να μονομαχήσει με ένα άλλο μέλος της ομάδας, να κατέβει στην πόλη και να σταματήσει αυτοκίνητα για να περάσουν γυναίκες με μωρά ή άνθρωποι με κινητικά προβλήματα, πράγματα που ο Τίμης έκανε μάλλον εύκολα. Όταν ήρθε το βράδυ ο Τίμης ήταν εξουθενωμένος και η παρέα του, τον οδήγησε ξανά στο βουνό. Εκεί είδε imageδιαφορετικό σκηνικό, αφού οι υπόλοιποι είχαν φροντίσει να στήσουν σκηνές και πάγκους με ποτά, ενώ για πρώτη φορά ο Τίμης έβλεπε και γυναίκες και μάλιστα ωραίες γυναίκες. “Τίμη τώρα χαλαρώνουμε, όμως και αυτά είναι μέρος της δοκιμασίας”, του φώναξε κάποιος και του έκλεισε το μάτι δείχνοντας του μία ωραία κοπέλα. Ο Τίμης προσέγγισε την κοπέλα όμως λίγο πριν την φτάσει ένα άλλο μέλος τον σταμάτησε: “Περίμενε. Πρέπει να πιεις πρώτα απ’ το ποτό της αδελφότητας” του είπε και του έδωσε ένα μικρό διάφανο μπουκαλάκι με ένα ποτό σε πράσινο χρώμα. Ο Τίμης δεν το σκέφτηκε. Το ήπιε πολύ γρήγορα και πολύ σύντομα άρχισε να ζαλίζεται μεν, με ένα αίσθημα ευφορίας όμως. Ήταν πολύ κουρασμένος για ερωτήσεις κι έτσι απλά πλησίασε την κοπέλα. Εκείνη του χαμογέλασε και χωρίς να χάσουν χρόνο βρέθηκαν σε μία από τις σκηνές όπου ο Τίμης πέρασε πολύ, πολύ ωραία!

Η νύχτα δεν είχε τελειώσει ακόμα και ούτε και οι δοκιμασίες για τον Τίμη. Ο Γιώργος και κάποιοι άλλοι έφεραν τσιγάρα τα οποία άναψαν και προσέφεραν σε όλους.
- “Δεν καπνίζω, ευχαριστώ” είπε ο Τίμης.
- “Δεν έχεις επιλογή φίλε. Είναι μέρος της μύησης. Απλά κάνε το” του απάντησε επιτακτικά ένα από τα μέλη.
- “Όχι-όχι. Αυτό δεν χρειάζεται” επέμενε ο Τίμης, όταν από του πουθενά ήρθε μπροστά του ο αρχηγός της αδελφότητας.
- “Τίμη σήμερα τα πήγες καλά. Όμως έχεις ένα τελευταίο βήμα που δεν μπορείς να αρνηθείς. Ξέρω πως δεν το έχεις δοκιμάσει, όμως αυτό εδώ είναι ξεχωριστό. Το φτιάχνουμε μόνοι μας και θα σου αρέσει” προσπάθησε να τον πείσει.
- “Όχι φίλε αυτό δεν το κάνω. Δεν είναι ότι δεν μπορώ…” είπε παίρνοντας το τσιγάρο από το διπλανό μέλος και ρουφώντας το πεταχτά και συνέχισε: “…απλά δεν θέλω”.
- “Ξεχωρίζεις το πρόσωπο σου από τα άλλα μέλη και αυτό δεν είναι σωστό. Είμαστε όλοι ισότιμοι. Όμως αν το θες έτσι, ας είναι. Απλά θέλω να ξέρεις και το φωνάζω για να το ακούσεις καλά. Αυτά είναι ναρκωτικά και τα καλλιεργούμε εμείς, κάπου εκεί στα βουνά. Τα δίνουμε στους φοιτητές που τα ζητούν και το ίδιο θα κάνεις κι εσύ όταν χρειάζεται. Τώρα συνέχισε την βραδιά σου”. Ο αρχηγός ήταν σαφής και ο Τίμης δεν αρνήθηκε τη νέα συμφωνία, οπότε επέστρεψε στην σκηνή όπου τον περίμεναν δύο άλλες κοπέλες για το υπόλοιπο της βραδιάς.

Το ίδιο ευχάριστα πέρασαν και οι επόμενες ημέρες. Ο Τίμης imageπαρέδιδε μικρά σακουλάκια με ναρκωτικά αρκετά συχνά και παρότι δεν του άρεσε είχε ξεπληρωθεί από τις παροχές και την ποιότητα ζωής που του προσέφερε η αδελφότητα. Μία από αυτές τις ημέρες του ζητήθηκε να παραδώσει ένα πακέτο σε κάτι συμφοιτητές του. Ήταν ναρκωτικά και ο Τίμης έπρεπε να τα δώσει σε δύο παιδιά που γνώρισε από τη σχολή και που ποτέ δεν θα φανταζόταν ότι ήταν χρήστες αφού έκαναν και παρέα πολύ συχνά. Ο Τίμης παρέδωσε το πακέτο όμως όλη του η ψυχολογία άλλαξε. Ίσως είχε ένα υπέροχο ξεκίνημα ως φοιτητής με εύκολη πρόσβαση σε κορίτσια, διασκέδαση και αναγνώριση στην πανεπιστημιακή κοινότητα, όμως για πρώτη φορά άρχισε να προβληματίζεται για το πόσο σωστό είναι αυτό που κάνει. Ήταν σίγουρος πως κάτι άσχημο κρυβόταν πίσω από την αδελφότητα, απλά ως τώρα δεν τον συνέφερε να το παραδεχτεί.

Ήταν όμως ανήσυχο πλάσμα και η ανησυχία του τον οδήγησε στο Ηράκλειο. Πριν μήνες είχε ακούσει στις ειδήσεις για την Μονάδα Ανεξιχνίαστων Εγκλημάτων Κρήτης και το πως αυτή έκλεισε. Ο Τίμης όμως πίστευε πως θα μπορούσε να βρει κάποιο ή κάποια από τα μέλη της ομάδας και οι έρευνες που έκανε πριν πάει στο Ηράκλειο, δεν ήταν άκαρπες. Έφτασε σε μία καφετέρια όπου συνάντησε τον Σπύρο Θαλασσινό και τον Όμηρο Κανόμπη τους οποίους και αναγνώρισε από την τηλεόραση και έσπευσε να τους προσεγγίσει:
- “Ξέρω ποιοι είστε και ξέρω πως είσαστε η καλύτερη ομάδα στην Ελλάδα. Αυτό που δεν ξέρω είναι γιατί σας έκλεισαν, όμως αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να τα παρατήσετε. Σας έχω μια σοβαρή αποστολή και πρέπει να την αναλάβετε” άρχισε να τους λέει όσο πιο πειστικά μπορούσε.
- “Δεν είμαστε αστυνομικοί πια, νεαρέ. Οπότε αν χρειάζεσαι κάτι πρέπει να μεταβείς στο πλησιέστερο τμήμα” απάντησε χαμογελώντας ο Θαλασσινός που απογοήτευσε τον Τίμη.
- “Αν πάω στην αστυνομία θα μαθευτεί γιατί με παρακολουθούν και τότε δεν ξέρω ποια θα είναι η κατάληξη μου” εξήγησε φοβισμένα εκείνος.
- “Ας ακούσουμε τι σου συμβαίνει φίλε. Όχι πως θα σε βοηθήσουμε, αλλά μπορούμε τουλάχιστον να σε ακούσουμε” συμπλήρωσε ο Όμηρος.
Ο Τίμης τους εξήγησε όλο το ιστορικό της συμμετοχής του στην αδελφότητα και μετά από πολλές ώρες περιγραφών και ερωταπαντήσεων, ο Όμηρος έδειξε ενδιαφέρον για την υπόθεση, κράτησε τα στοιχεία του φοιτητή και του ζήτησε να γυρίσει πίσω στο Ρέθυμνο χωρίς να αλλάξει κάτι στις συνήθειες του. Όπως κι έγινε.

Στο μεταξύ ο Κανόμπης ζήτησε από τον Θαλασσινό να ασχοληθούν έστω ερασιτεχνικά για να γεμίσουν την ώρα τους με αυτό που αγαπούν περισσότερο απ’ οτιδήποτε να κάνουν: Να πιάνουν εγκληματίες! Ο Όμηρος κάλεσε την Ουρανία και μαζί έψαξαν για ότι περισσότερο μπορούσαν να βρουν για την αδελφότητα. Χωρίς ιδιαίτερα αποτελέσματα όμως αφού η αδελφότητα ήταν πραγματικά ένα φάντασμα, όπως και ο ίδιος ο αρχηγός της, είχε πει.

Το επόμενο βήμα για την ομάδα ήταν να μεταβεί στο Ρέθυμνο όπου και νοίκιασε ένα μικρό διαμέρισμα στην παλιά πόλη. Από εκεί ξεκίνησαν να συλλέγουν στοιχεία και άρχισαν να παρακολουθούν φοιτητές με βάση τις υποδείξεις του Τίμη. Για την ομάδα ήταν πολύ εύκολο έχοντας ένα άτομο από μέσα, να βρουν τα μέλη που ήταν όλα φοιτητές, όμως ήξεραν πως οι φοιτητές ήταν όλοι πιόνια και ο αρχηγός θα ήταν πιο δύσκολη υπόθεση. Πράγματι, εύκολα έμαθαν πως ο τύπος όπως τον περιέγραφε ο Τίμης δεν ήταν φοιτητής, ενώ το γεγονός ότι η αδελφότητα δεν είχε ούτε γραφεία, ούτε όνομα, ούτε νομική υπόσταση στο Πανεπιστήμιο, περιέπλεκε περισσότερο τα πράγματα.

Από την άλλη μεριά, μπορεί ο Τίμης να είχε οδηγίες να μην αλλάξει την συμπεριφορά του στα μέλη της αδελφότητας, δεν συνέβαινε όμως το ίδιο και με την αδελφότητα προς αυτόν. Κανένας δεν έδωσε ξανά ναρκωτικά στον Τίμη για να παραδώσει, ενώ καμία εκδήλωση δεν διοργανωνόταν από τα μέλη το τελευταίο διάστημα.

Ένα βράδυ στο δωμάτιο της εστίας, ο Τίμης άρχισε να ρωτάει τον Γιώργο για τον αρχηγό.  “’Ότι ξέρεις, ξέρω. Δεν ρωτάμε για τον αρχηγό. Ειδικά ένας νέος σαν εσένα¨ απάντησε κοφτά ο Γιώργος. Ο Τίμης δεν αισθανόταν πλέον ιδιαίτερα επιθυμητός στην αδελφότητα, ακόμα κι αν για πολλούς μήνες είχε γευτεί την απόλυτη δόξα.

Μετά από καιρό ο Τίμης κατευθυνόταν στο αμφιθέατρο περνώντας από τον προαύλιο χώρο του πανεπιστημίου. Εκεί, είδε έναν τεράστιο μαύρο σκύλο να έρχεται κατά πάνω του. Ο Τίμης φοβήθηκε πως θα του επιτεθεί, όμως όταν ο σκύλος έφτασε μπροστά του, έδειξε απόλυτα ήρεμος και απελευθέρωσε με το στόμα του ένα χαρτάκι. Ο Τίμης διάβασε το χαρτάκι και το έβαλε στην τσέπη του. Στο περιθώριο του μαθήματος, πρότεινε σε μερικούς συμφοιτητές του να βγουν το βράδυ για ποτό στην παλιά πόλη.

Πράγματι, το βράδυ ο Τίμης με μία παρέα από τη σχολή του imageβρέθηκαν σε ένα από τα πιο ζωντανά σημεία της Ελλάδας. Η παλιά πόλη είναι γεμάτη από ταβερνάκια, καφετέριες και μπαρ τα οποία κάθε βράδυ πλημμυρίζουν από φοιτητές αλλά και ντόπιους. Το τέλειο μέρος για να χαθείς, να διασκεδάσεις και να γεμίσεις έντονα τον χρόνο σου! Η παρέα βρέθηκε σε συγκεκριμένο μπαρ κατόπιν υπόδειξης του Τίμη και σύντομα ο ίδιος άρχισε να κοιτάει στα σημεία που ποτέ κανείς δεν κοιτάει σε ένα μπαρ.

Σε λίγα λεπτά η παρέα έμεινε άφωνη όταν μία όμορφη κοπέλα πλησίασε τον Τίμη και άρχισε να τον φλερτάρει. “Με λένε Ουρανία” του συστήθηκε γρήγορα για να καταλάβει και ο ίδιος με ποιους είχε να κάνει και πως όλα ήταν μέρος του σχεδίου. Ο Τίμης υπέδειξε κάποιον από μακριά με πολύ διακριτικότητα και σύντομα η Ουρανία πλησίαζε τον Γιώργο που βρισκόταν λίγο πιο πέρα και κάτι του είπε στο αυτί υπό τον εκκωφαντικό θόρυβο της μουσικής. “Δεν σε ξέρω. Είσαι καινούρια. Έλα μαζί μου”. Η Ουρανία ακολούθησε τον Γιώργο στο πίσω μέρος του μπαρ. Εκεί περίμεναν άλλα μέλη της αδελφότητας όπου και την ενημέρωσαν για το πως συναλλάσσονται με τους πελάτες που ζητούν ναρκωτικά. Η Ουρανία συμφώνησε και αγόρασε το πρώτο σακουλάκι, γύρισε για λίγο στο μπαρ, ήπιε ένα ποτό και έφυγε.

Ξέροντας πως η Ουρανία είναι στο μπαρ ο Θαλασσινός και ο Κανόμπης άρχισαν να ακολουθούν μέλη της αδελφότητας αφού θεώρησαν ύποπτο το ότι μαζεύτηκαν τουλάχιστον εφτά από αυτούς και επιβιβάστηκαν σε όχημα με το οποίο τελικά έφυγαν. Οι δύο πρώην αστυνομικοί αδυνατούσαν να συνεχίσουν την παρακολούθηση αφού το όχημα έβγαινε από το Ρέθυμνο και θα ήταν εύκολο να αντιληφθούν ότι παρακολουθούνται, έτσι ο Σπύρος έκανε πίσω. “Μη φοβάσαι, το απόγευμα τοποθέτησα συσκευή εντοπισμού. Ας κρατήσουμε μία απόσταση” καθησύχασε τον συνεργάτη του και συνέχισε πιο αργά. Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα ο πομπός έδειχνε πως στο σημείο δεν υπήρχε γνωστός δρόμος, σύμφωνα με το GPS κι έτσι οι δύο συνεργάτες προχωρούσαν με μεγάλη προσοχή. Όταν ο πομπός σταμάτησε, δεν συνέχισαν για πολύ. Κράτησαν απόσταση ασφαλείας και συνέχισαν με τα πόδια. Η επιμονή τους αντάμειψε αφού βρήκαν πολύ φως και επιτέλους τον αρχηγό όπως ο Τίμης τον είχε περιγράψει. Ο Θαλασσινός και ο Κανόμπης είχαν μαζί τους τον Πρώτο και παρακολουθούσαν για λίγο την αδελφότητα. Οι περισσότεροι έκαναν χρήση ναρκωτικών ενώ ο αρχηγός τους κάτι τους έλεγε.

Ήταν το καλύτερο σημείο για να επιτεθούν: “Αστυνομία, ακίνητοι!” φώναξαν ακόμα κι βρισκόντουσαν σε διαθεσιμότητα και προσπάθησαν να τους ακινητοποιήσουν με τα όπλα. Οι φοιτητές πανικοβλήθηκαν και οι περισσότεροι έπεσαν στα γόνατα υψώνοντας τα χέρια τους, όμως ο αρχηγός πήρε αστραπιαία ένα αυτόματο με το οποίο άρχισε να πυροβολεί κατά ρυπάς καθώς προσπαθούσε να μπει στο όχημα που ήταν παράπλευρα για να διαφύγει. Από τους πυροβολισμούς τραυματίστηκε θανάσιμα ένας από τους φοιτητές. Οι αστυνομικοί έδεσαν τα μέλη της αδελφότητας και ο Θαλασσινός πήρε ένα γρήγορο τηλεφώνημα στην αστυνομία δηλώνοντας τα στοιχεία του αυτοκινήτου με το οποίο είχε διαφύγει ο αρχηγός αλλά και τις συντεταγμένες που συνεχώς έπαιρνε από τον πομπό. Ύστερα έμειναν εκεί περιμένοντας να έρθει κάποιος ως εκεί και να συλλάβει τους υπόλοιπους.

Την ίδια ώρα -πίσω στην πόλη- λίγα μέτρα πιο πέρα από το μπαρ ένα συνθηματικό σφύριγμα ακούστηκε από το σκοτεινό στενό δρομάκι που μόλις είχε προσπεράσει η Ουρανία φεύγοντας απ’ το μπαρ. Εκείνη πλησίασε και χωρίς να προλάβει να αντιδράσει δύο νέοι την είχαν ακινητοποιήσει. Ο ένας από αυτούς ήταν ο Γιώργος που είπε: “Νομίζετε πως μόνο εσείς παρακολουθείτε εμάς; Μας περνάτε για χαζούς; Όταν τελειώσουμε μαζί σου θα είσαι αγνώριστη και ύστερα θα σε βιάσουμε για να μην καταλάβει κανείς τα κίνητρά μας”. Οι δύο νέοι μόλις είχαν αρχίσει τις προσπάθειές τους να την κακοποιήσουν, όταν βήματα και μια βαθιά ανάσα ακούστηκαν. Ξάφνου μια σκιά από το σκοτάδι επιτέθηκε και στους δύο καταφέρνοντας να τους χτυπήσει με ένα σπασμένο μπουκάλι που είχε στα χέρια του. Η Ουρανία κατάφερε να σηκωθεί και να ζητήσει βοήθεια λίγο πιο πέρα, ενώ και η αστυνομία που είχε κινητοποιηθεί σε τρία μέτωπα, έφτασε σύντομα.


Κάπου στην Εθνική Οδό η αστυνομία σταμάτησε και τον αρχηγό της αδελφότητας ο οποίος την επόμενη μέρα ανακαλύφθηκε πως είχε στην κατοχή του εκτάσεις στα ορεινά του Ρεθύμνου οι οποίες όταν ελέγχθηκαν βρέθηκαν αμέτρητες χασισοφυτείες. Οι φοιτητές-μέλη της αδελφότητας συνελήφθηκαν για κατοχή και διακίνηση, ενώ αποβλήθηκαν και από το Πανεπιστήμιο.

Την επόμενη μέρα ο Τίμης βρέθηκε με τα μέλη της Μ.Α.Ε.Κ. τα οποία τον ευχαρίστησαν που έσωσε την Ουρανία ενώ του είχαν και μία έκπληξη: “Φίλε είσαι πολύ εντάξει παιδί και σου χρωστάμε που μας έβαλες ξανά στο παιχνίδι. Όταν έχεις κενό από τα μαθήματά σου, θα σε περιμένουμε για να μπεις στην ομάδα. Νομίζω πως ένα νέο παιδί, μπορεί να μας φανεί πολύ χρήσιμο” είπε ο Όμηρος, σκορπώντας τον ενθουσιασμό στον Τίμη.

Η ομάδα είχε επιστρέψει για τα καλά. Και πλέον θα ήταν ανεξάρτητη από την αστυνομία, αλλά σε παράλληλο δρόμο με αυτή. Ο αρχηγός πρότεινε στα μέλη της Μ.Α.Ε.Κ. να δρουν μεν ανεξάρτητα, αλλά τους πρότεινε να έχουν μία υποτυπώδη συνεργασία. Μία νέα ημέρα για την Μ.Α.Ε.Κ. ξεκίνησε.


σχόλια; αντιρρήσεις; ερωτήσεις;
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΣΑΣ
ΑΞΙΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΜΥΘΟ
 Διαβάστε περισσότερα.. »