Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΜΗΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΜΗΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

MYΘΟΣ ΜΑΙΟΥ ~ παραβιάζοντας ευαίσθητες ψυχές

Μια φορά σε έναν καιρό οι πρώτες ακτίνες του ανοιξιάτικου ήλιου είχαν κάνει μόλις την εμφάνιση τους στο βάθος του κάμπου όπως φαίνεται πίσω από τα σπιτάκια του Αγίου Αθανασίου στα Δυτικά της Θεσσαλονίκης. Οι κάτοικοι ξεκινούν την μέρα τους, όμως σήμερα Τρίτη, μπορείς να νοιώσεις πως κάτι διαφορετικό πλανάται στον αέρα του χωριού, στα συναισθήματα των κατοίκων. Όλοι έχουν μπει στο κλίμα, έχουν ξεκινήσει να προετοιμάζονται για το μεγάλο πανηγύρι της Ζωοδόχου Πηγής που είναι την ερχόμενη Παρασκευή. Ο Δήμος έχει ήδη έτοιμες τις περισσότερες εγκαταστάσεις στον χώρο, οι γύρω δρόμοι έχουν στολιστεί, έχουν φωταγωγηθεί, ηχεία παντού υπενθυμίζουν στον κόσμο την μεγάλη μέρα και μακριά λάβαρα ενώνουν τα τριγύρω κτίρια μεταξύ τους.

Οι γονείς χρησιμοποιούν το πανηγύρι ως αφορμή να πείσουν τα παιδιά να τους βοηθήσουν μετά το σχολείο στο χωράφι, άλλοι διαπραγματεύονται την ώρα επιστροφής στο σπίτι, ενώ την ίδια ώρα τα παιδιά σχεδιάζουν όλες τις λεπτομέρειες μιας τέλειας βραδιάς. Τα σχέδια περιλαμβάνουν λεπτομέρειες όπως το ντύσιμο, το άρωμα, το πως θα ζητήσουν ραντεβού ή ποιες θα είναι οι κατάλληλες συνθήκες για το πρώτο φιλί!

Ανάμεσα στα παιδιά είναι και η Χριστίνα που την πρώτη ώρα στα Μαθηματικά δεν έλυνε εξισώσεις στο τετράδιο. Ζωγράφιζε και αναλογιζόταν τις προσδοκίες της για το βράδυ της Παρασκευής ώσπου η εξιλέωση του κουδουνιού του διαλείμματος έφτασε και αμέσως έτρεξε να βρεθεί με την Άννα και την Κατερίνα που είναι στην διπλανή τάξη.
- “Αχ! Δεν αντέχω άλλο. Πότε θα έρθει η Παρασκευή”; ρώτησε γεμάτο νάζι η Χριστίνα.
- “Κορίτσια, άκουσα πως η Σοφία από το Γ1 θα πάει στον Άγιο (σ.σ. έτσι αποκαλούσαν τον Άγιο Αθανάσιο) με τον Μπαστό από την Γέφυρα” είπε συνωμοτικά η Κατερίνα.
- “Μμμ! Αυτόν τον άξεστο που παράτησε το σχολείο για να γίνει μαραγκός; Άκουσα πως ο πατέρας του δεν τον αφήνει να πάρει το αμάξι μετά το ατύχημα και κυκλοφορεί με το μηχανάκι” αντέδρασε με αρνητισμό η Άννα. Την ίδια ώρα η Χριστίνα έδειχνε αφηρημένη κοιτώντας χαμογελαστή κάπου στο άπειρο.
- “Θα είχες προσέξει τώρα ότι σε κοιτάει επίμονα ο Τάσος, όμως έχεις χαζέψει”! είπε χαμηλόφωνα η Κατερίνα σκουντώντας άγαρμπα την φίλη της.
- “Μπορεί να ντρέπεται να μου το ζητήσει, αλλά ξέρω πως την Παρασκευή θα γίνει. Το νοιώθω!” απάντησε αφού συνήλθε η Χριστίνα.
- “Ε, τότε να μην φοράς εσώρουχα” απάντησε η Κατερίνα γελώντας συνωμοτικά με την Άννα, όταν χτύπησε το κουδούνι της επόμενης ώρας.
- “Δεν σκόπευα…” αποκρίθηκε υπεροπτικά η Χριστίνα και έφυγε για την τάξη της.

Κάπως έτσι οι μέρες πέρασαν και η Παρασκευή έφτασε. Ο Άγιος Αθανάσιος είχε πλημμυρίσει από νωρίς από κόσμο. Ντόπιοι αλλά και από τα γύρω χωριά συνέθεσαν ένα σκηνικό χαράς και γιορτής. Όταν ο ήλιος άρχισε να δύει, οι εγκαταστάσεις του πανηγυριού γέμισαν με πολύχρωμα λαμπερά φωτάκια. Η μουσική άρχισε στην πίστα, στην αρχή από τοπικά παραδοσιακά συγκροτήματα και ύστερα από νέους καλλιτέχνες άλλων ειδών μουσικής. Τριγύρω, έβλεπες καντίνες, μικρές αγορές από παιχνίδια και ένα μικρό λούνα-παρκ, που απασχολούσαν και ψυχαγωγούσαν όλους τους επισκέπτες.

Εκείνη την ώρα περίπου έφτασε και ένα αυτοκίνητο που οδηγούσε ένας μεσήλικας κύριος. Ήταν ο πατέρας της Άννας που είχε φέρει την κόρη του μαζί με την Κατερίνα και την Χριστίνα στον Άγιο από τον Βαθύλακκο όπου έμεναν. “Λοιπόν όπως είπαμε, ε; Δώδεκα και μισή θα είμαι ακριβώς εδώ” είπε αυστηρά και έφυγε, αφήνοντας πίσω του τρεις χαμογελαστές δεσποινίδες ντυμένες με όμορφα κοντά φορέματα, με καλοφτιαγμένο μακιγιάζ στο πρόσωπο και με κομψά χτενίσματα στα μαλλιά.

Οι τρεις κοπέλες σύντομα χωρίστηκαν. Βλέπετε η Κατερίνα imageδεν έχασε καθόλου χρόνο και στο πρώτο αγόρι που της χαμογέλασε, έτρεξε να πλησιάσει και χωρίς πολλά λόγια να χαζογελάει και να φλερτάρει με έναν και με δεύτερο νεαρό. Η Κατερίνα σε λίγες στιγμές χάθηκε κάπου πίσω από τα φώτα του πανηγυριού με τους δύο νεαρούς, όμως η προσοχή της Χριστίνας και της Άννας είχε χαθεί ήδη από ώρα προς την φίλη τους. Η Άννα άρχισε να μιλάει με έναν νεαρό από τον Άγιο που έδειχνε να γνωρίζει όμως ποτέ δεν είχε σκεφτεί πως θα ήταν η παρέα του εκείνο το βράδυ. Η αλήθεια ήταν πως η Άννα ήταν η πιο ντροπαλή της παρέας και μάλιστα λιγάκι πουριτανή στις σχέσεις της.

Ποιος θα το περίμενε πως η Χριστίνα θα έμενε τελευταία και μόνη; Σκέφτηκε να πάρει τηλέφωνο τον Τάσο, όμως γιατί να μην την έχει πάρει εκείνος πρώτος; Αποφάσισε λοιπόν να προμηθευτεί λίγο μαλλί της γριάς ακόμα κι αν στα σχέδια της ήταν να της το κεράσει ο Τάσος.

Όσο η Χριστίνα απολάμβανε το γλυκό έδεσμα, ένας μεγαλόσωμος νεαρός εμφανίστηκε απότομα μπροστά της και αφού της αγόρασε ένα λούτρινο αρκουδάκι από την κυρία που βρισκόταν εκεί, της είπε:
- “Γεια σου Χριστίνα. Μη φύγεις. Εγώ σε συμπαθώ και το imageξέρεις καλά. Σε θυμάμαι όταν πρωτόρθες στο Γυμνάσιο, μου άρεσες πολύ τότε. Καλά! Τι κάνει ένα τόσο όμορφο κορίτσι μόνο του στο μεγάλο γεγονός της χρονιάς”; έλεγε καθώς εμφανώς την πολιορκούσε.
- “Ε, να… Περιμένω τον φίλο μου”. απάντησε εκείνη με νάζι.
- “Μα τι φίλος μπορεί να είναι αυτός που σε έχει να περιμένεις τόση ώρα; Έλα. Πάμε να ακούσουμε τα παιδιά που παίζουν. Είναι γνωστοί από τη Θεσσαλονίκη. Όταν έρθει το αγόρι σου ή όταν τέλος πάντων ενδιαφερθεί να σε ψάξει, θα σε πάρει τηλέφωνο” της είπε με ενθουσιασμό και σχεδόν τραβώντας της το χέρι την παρέσυρε μέσα στο πλήθος. Εκεί, άκουγαν μουσική και ήπιαν μερικά ποτά που κατά διαστήματα της έφερνε. Η Χριστίνα δεν ήταν συνηθισμένη στο ποτό, αλλά δεν ήθελε να φανεί στον νεαρό που ήταν σαφέστατα μεγαλύτερος της. Σε εκείνο το σημείο θυμήθηκε πως ο νεαρός αυτός υπήρχε φήμη πως βρισκόταν σε δεσμό με μία κοπέλα από την Βουλγαρία.
- “Μα δεν μου είπες που είναι η κοπέλα σου”; φώναξε μέσα στο πλήθος υπό την εκκωφαντική μουσική. Εκείνος έγνεψε πως δεν άκουσε και πλησίασε το αυτί του στο στόμα της. Εκείνη επανέλαβε, όμως και πάλι της έδειξε με το δάχτυλο του πως δεν την είχε ακούσει. Αμέσως της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει για να μπορέσουν να συνεννοηθούν. “Για την κοπέλα σου ρώτησα” ρώτησε για τρίτη φορά.
- “Πω-πω! Ακόμα βουίζουν τα αυτιά μου! Μα καλά; Που είναι ο φίλος σου; Δεν σε έχει πάρει κανένα τηλέφωνο”; απάντησε παραπλανητικά εκείνος και η Χριστίνα αφού ήλεγξε το κινητό της:
- “Δεν το πιστεύω πως θα μου χαλάσει την βραδιά μου. Γιατί να μου το κάνει αυτό; Μπορεί βέβαια να μην θέλω να τον δω τώρα. Αχ! Μάλλον που ζαλίζομαι λίγο” άρχισε και έλεγε με γρήγορο ρυθμό σα να είχε μεθύσει λιγάκι. Εκείνος της χαμογέλασε και της είπε:
- “Έλα τώρα. Δε θέλω στεναχώριες. Ποιος είπε ότι η βραδιά σου χάλασε; Μπορώ εγώ να είμαι ο φίλος σου για απόψε”. Και αμέσως την φίλησε στο στόμα. Εκείνη δεν ανταπέδωσε αλλά δέχτηκε το φιλί του. Εκείνος συνέχισε χαϊδεύοντας την στο πόδι ψηλά και αυτή απλά τοποθέτησε το χέρι της πάνω στο δικό του, χωρίς καμία ιδιαίτερη προσπάθεια να τον σταματήσει.
- “Μη! Θα μας δουν” κατάφερε να εκφράσει. Εκείνος της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει και σχεδόν αγκαλιασμένοι προσπέρασαν τα τεράστια οχήματα με τα παιχνίδια και τα μηχανήματα και έφτασαν στο σκοτάδι κοντά σε κάτι δέντρα. Αφού προσπέρασαν ένα ζευγάρι που είχε ξαπλώσει πάνω στο χώμα κάνοντας διακριτικά έρωτα, έφτασαν σε ένα σημείο λίγο πιο βαθιά στο έρημο κομμάτι του χωριού. Ο νεαρός άρχισε να φιλάει την Χριστίνα κι εκείνη να δέχεται τα φιλιά του χωρίς να αντιδράει. Σαν να μην καταλάβαινε τι έκανε. Σα να της άρεσε, αλλά να μην το σκεφτόταν και ιδιαίτερα. Όπως ο νεαρός χειριζόταν το στόμα και το υπόλοιπο σώμα της Χριστίνας τα πόδια της ανασηκώθηκαν και φάνηκε ξεκάθαρα πως δεν φορούσε εσώρουχο. Ο νεαρός άντρας με αστραπιαίες κινήσεις είχε κατεβάσει το παντελόνι του και άρχισε να μπαίνει βαθιά μέσα της. Εκείνη τότε ένοιωσε έναν αφόρητο πόνο. Ήταν η πρώτη της φορά και δεν είχε προλάβει να την ευχαριστηθεί καθόλου. Σε μια στιγμή πήγε να ουρλιάξει όταν ο άντρας από πάνω της, σφράγισε με το χέρι του το στόμα της. Στα επόμενα δευτερόλεπτα ένοιωθε μεν πόνο, αλλά μάλλον δεν είχε τη δύναμη να τον εκφράσει. Είχε αφεθεί τελείως, όταν ξαφνικά ένας δεύτερος νεαρός πλησίασε το ζευγάρι και αφού χαιρέτησε τον νέο της φίλο κατέβασε γρήγορα το παντελόνι του και άρχισε να παραβιάζει την ευαίσθητη περιοχή της ανυπεράσπιστης κοπέλας. Τότε μόνο η Χριστίνα βρήκε την δύναμη να τεντώσει και να σπρώξει με τα πόδια της και να φωνάξει, όμως  έβλεπε τον έναν άντρα να της κρατάει τα χέρια και τον άλλο να τινάζει με δύναμη το χέρι του πάνω στο πρόσωπο της ενώ εκείνη είχε αρχίσει να σηκώνει το πάνω μέρος του κορμιού της. Το χτύπημα ήταν ακαριαίο και η Χριστίνα έπεσε ξανά απότομα στο έδαφος. Ο άγνωστος άντρας της σφράγισε αμέσως το πρόσωπο με την τεράστια παλάμη του και συνέχισε την συνεύρεση παρά το ότι η Χριστίνα δεν έδειχνε να αντιδράει.
- “Ρε συ; Δεν κουνιέται. Δεν αναπνέει. Την σκότωσες” είπε πανικόβλητος ο ένας.
- “Περίμενε λίγο ρε. Τελειώνω” απάντησε ψύχραιμα ο άλλος.
Σε λίγες στιγμές οι δύο άντρες εξαφανίστηκαν.

Το επόμενο μεσημέρι ένα μικρό αεροπλάνο με τα διακριτικά imageτης Ελληνικής Αστυνομίας προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο ‘Μακεδονία’ της Θεσσαλονίκης. Από εκεί αποβιβάστηκαν τα μέλη της Μ.Α.Ε.Κ. και αμέσως συνάντησαν έναν ένστολο που αφού τους χαιρέτησε τους έδειξε τον δρόμο προς δύο αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού που ήταν παραπλήσια σταθμευμένα μέσα στην πίστα. Στο αυτοκίνητο υπήρχαν ειδικοί φάκελοι που περιείχαν πληροφορίες τις οποίες οι αστυνομικοί διάβαζαν με προσοχή.

Η Μ.Α.Ε.Κ. έφτασε στο αστυνομικό τμήμα του Αγίου Αθανασίου και ο διοικητής του τμήμα τους αφού τους χαιρέτησε δια χειραψίας:
- “Καλώς ορίσατε. Γνωρίζω πως το πεδίο δράσης είναι η Κρήτη, όμως θέλαμε εξ αρχής να αναλάβει την υπόθεση μία ανεξάρτητη μονάδα του σώματος, καθώς εδώ είμαστε μικρή κοινωνία. Οι αστυνομικοί γνωρίζονται με τον κόσμο και κάθε στοιχείο μπορεί να διαρρεύσει ανά πάσα στιγμή σε μία ιδιαίτερα λεπτή υπόθεση”.
- “Κύριε διοικητά ονομάζομαι Σπύρος Θαλασσινός. Εγώ και η ομάδα μου θα χρειαστούμε ένα δωμάτιο συσκέψεων με πρόσβαση στο διαδίκτυο, καθώς και έναν αστυνομικό σας για να μας βοηθήσει με τα κατατόπια. Τα υπόλοιπα αφήστε τα πάνω μας”.
Πράγματι, στον Θαλασσινό και την ομάδα του δόθηκε ένας χώρος όπου εγκαταστάθηκε η Ουρανία με τα μηχανήματά της και σύντομα ένας αστυνομικός άρχισε να τους εξηγεί λεπτομέρειες για την περιοχή και την υπόθεση: “Η σωρός της κοπέλας είναι ακόμα εκεί μαζί με τον ιατροδικαστή που σας περιμένει”.

Σε λίγα λεπτά μετέβησαν στο σημείο όπου βρισκόταν ξαπλωμένο το νεκρό σώμα της Χριστίνας και παρά το ότι φρουρούσαν καλά την περίμετρο που είχαν δημιουργήσει, πλήθος κόσμο βρισκόταν ακόμα τριγύρω ενώ πιο κοντά ξεχώριζαν οι γονείς της και μερικοί φίλοι που ξεσπούσαν σε λυγμούς. Ο Θαλασσινός πλησίασε και άγγιξε την κοπέλα. Κοντά του ο ιατροδικαστής πήρε τον λόγο: “Η κοπέλα βιάστηκε. Αυτό το γνωρίζουμε επειδή υπέστη απότομη πτώση στο έδαφος με το κεφάλι που προκλήθηκε πιθανότατα από χειροδικία. Δεν την σκότωσε όμως αυτό. Οι δράστες της έκλεισαν το στόμα και πέθανε από ασφυξία. Προφανώς για να μην φωνάζει. Βρήκαμε γενετικό υλικό σε αυτό το σημείο και σε τρία ακόμα στην γύρω περιοχή. Τα έχουμε στείλει για ανάλυση”.
- “Τι ξέρουμε για την κοπέλα”; ρώτησε αυστηρά ο Κανόμπης.
- “Είναι δεκαέξι ετών και κάτοικος του παραπλήσιου χωριού Βαθύλακκος. Είχε έρθει για το πανηγύρι εδώ, όπως επίσης φοιτά στο τοπικό Λύκειο” ενημέρωσε ο τοπικός αστυφύλακας.
- “Από ποια άλλα χωριά έρχονται στο τοπικό σχολείο”; ξαναρώτησε.
- “Από τον Βαθύλακκο που σάς είπα και από την Γέφυρα που είναι το διπλανό χωριό”.
- “Ο δράστης μπορεί να είναι οποιοσδήποτε από αυτά τα μέρη, όμως δε θα είναι δύσκολο να τον βρούμε. Η κοπέλα μεταφέρθηκε εδώ με τη θέληση της, άσχετα αν τελικά βιάστηκε” δήλωσε με σιγουριά ο Θαλασσινός. Την ίδια στιγμή ο Κανόμπης τηλεφωνούσε την Ουρανία δίνοντας της εντολές να εισέλθει στα κοινωνικά δίκτυα της Χριστίνας.
imageΉταν τόσος πολύς ο κόσμος που μαζεύτηκε εκεί που ο Θαλασσινός γύρισε απότομα προς το πλήθος και φώναξε: “Να είστε σίγουροι πως θα βρούμε τον δράστη. Το μόνο που θέλουμε είναι να συνεργαστείτε. Αν σας κάνουμε ερωτήσεις να απαντάτε με ειλικρίνεια και αν δεν ακούτε κάτι από εμένα προσωπικά να μην το πιστεύετε. Θέλω τώρα να έρθει σε εμάς όποιος την ήξερε προσωπικά. Φίλοι, φίλες, γνωστοί”. Ως δια μαγείας το πλήθος διάλυσε και άπαντες εξαφανίστηκαν. Κάτι ήξεραν και το έκρυβαν;

Λίγο αργότερα οι αστυνομικοί μετέβηκαν στον Βαθύλακκο, όμως κατά τη διαδρομή η Ουρανία ενημέρωσε τους συναδέλφους της όλα όσα είχε βρει στα κοινωνικά δίκτυα της Χριστίνας κι έτσι οι ερευνητές γνώριζαν ακριβώς τι και που έπρεπε να ψάξουν. Πήγαν στο σπίτι της Άννας όπου και είδαν στην πόρτα τον πατέρα της.
- “Ξέρω. Είστε οι αστυνομικοί που ήρθαν. Δεν έχουμε να πούμε τίποτα. Η Άννα δεν ήταν με την Χριστίνα. Χωρίστηκαν λίγο αφότου τις άφησα στο πανηγύρι. Η κόρη μου είναι σε σοκ, οπότε φύγετε” είπε κοφτά και έκλεισε απότομα την πόρτα.
- “Αν δεν ανοίξετε την πόρτα και δεν με αφήσετε να μιλήσω με την κόρη σας θα σας συλλάβω για παρεμπόδιση έρευνας της αστυνομίας. Και θα το κάνω αμέσως” φώναξε στην κλειστή πόρτα ο Κανόμπης.
Η πόρτα άνοιξε και οι ερευνητές πήγαν στο δωμάτιο της Άννας όπου βρήκαν και την Κατερίνα.
- “Ξέρω πόσο άσχημο είναι αυτό που συμβαίνει, όμως είναι πιο άσχημο ο άνθρωπος που το έκανε να κυκλοφορεί ανενόχλητος ίσως και στο χωριό σας” άρχισε να μιλάει ο Θαλασσινός με πολύ ήρεμη φωνή.
- “Σας παρακαλώ. Μην πείτε τίποτα στον πατέρα μας. Βρήκαμε και οι τρεις τους φίλους μας και χωριστήκαμε. Η Χριστίνα μας είχε πει πως εκείνο το βράδυ θα το έκανε για πρώτη φορά με τον Τάσο το αγόρι της και πως θα γύριζαν μαζί σπίτι. Έτσι όταν βρέθηκαν, εμείς φύγαμε για να τους αφήσουμε μόνους. Γυρίσαμε με τον πατέρα μου μετά τα μεσάνυχτα ξέροντας πως ο η Χριστίνα θα γύριζε με τον Τάσο που οδηγεί” εξηγούσε χαμηλόφωνα η Κατερίνα.
- “Προς το παρόν δεν σας χρειάζομαι κάτι άλλο” είπε και αποχώρησαν.
Επόμενος σταθμός ήταν το σπίτι του Τάσου. Ο νεαρός βρισκόταν μόνος του εκεί και άνοιξε την πόρτα φανερά θλιμμένος.
- “Εγώ φταίω” είπε και δάκρυα κύλησαν στα μάτια του.
- “Τι έγινε Τάσο; Αληθεύει ότι δεν πήγες στο πανηγύρι; Και γιατί φταις εσύ”; είπε ο Κανόμπης σα να μην πίστευε απόλυτα την στεναχώρια του.
- “Γιατί αν ήμουν εγώ εκεί, τίποτα από αυτά δεν θα είχε γίνει. Δεν πήγα διότι ήμουν τιμωρημένος. Έκανα μία ζημιά στο αγροτικό του πατέρα μου και μου απαγόρευσε να πάω” συνέχισε ο νέος.
- “Ποιος μπορεί να επιβεβαιώσει ότι όντως ήσουν εδώ τιμωρημένος”;΄
- “Οι γονείς μου. Ποιος άλλος; Αν μπορούσα να δω κάποιον θα πήγαινα και στο πανηγύρι. Συγγνώμη; Εμένα υποπτεύεστε; Δεν θα έκανα ποτέ κάτι κακό στην Χριστίνα. Την αγαπούσα. Περιμέναμε πολύ τη χθεσινή βραδιά γιατί θα προχωρούσαμε την σχέση μας. Δεν είχαμε κάνει τίποτα ως τώρα” φώναζε κλαίγοντας.
- “Τότε δεν σε νοιάζει να φτύσεις σε ένα ποτηράκι για να εξετάσουμε το DNA σου, έτσι”; ρώτησε με εκνευριστική ψυχραιμία ο Θαλασσινός.
- “Όχι βέβαια”. Αμέσως ο Τάσος έφερε ένα ποτήρι, το έφτυσε και τους το έδωσε.
Οι αστυνομικοί έφυγαν για την Θεσσαλονίκη. Εκεί πήγαν στο εργαστήριο όπου έμαθαν πως το γενετικό υλικό που είχε βρεθεί ανήκε σε πέντε διαφορετικά άτομα και στο σημείο του βιασμού υπήρχαν δύο από αυτά. Παράλληλα παρέδωσαν το ποτήρι του Τάσου προς εξέταση. Μετά από λίγη ώρα έμαθαν πως το δικό του DNA δεν ταίριαζε με κανενός. Παράλληλα όμως είχαν μια ενδιαφέρουσα πληροφορία. Δύο άνθρωποι συνευρέθηκαν με την Χριστίνα στο τραγικό συμβάν. Ενδιαφέρον προκάλεσε το γεγονός πως ο ιατροδικαστής απεφάνθη πως ένας άντρας έκοψε την ανάσα της Χριστίνας με την παλάμη του. Αυτό σημαίνει πως θα έπρεπε να είναι μεγαλόσωμος ή τουλάχιστον με μεγάλη παλάμη.

Το επόμενο βήμα στις έρευνες ήταν το ψέμα των κοριτσιών. Γιατί να πουν ότι είδαν τον Τάσο στο πανηγύρι όταν αυτός δεν πήγε; Λένε ψέματα εκείνες ή ο Τάσος; Ο Κανόμπης απευθύνθηκε στην Ουρανία. Της ζήτησε να ερευνήσει το παρελθόν της Χριστίνας βασιζόμενος σε ηλεκτρονικά αποτυπώματα, αλλά και αυτό των φίλων της και των οικογενειών της.

Την επόμενη μέρα η Ουρανία επικοινώνησε με τους συνεργάτες της γιατί ανάμεσα σε μερικά αδιάφορα μηνύματα είχε βρει ένα σχετικά πρόσφατο που μάλιστα δεν είχε σβήσει ακόμα ο Τάσος από το ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο. Του το έκανε προώθηση και εκείνοι το διάβασαν: ‘μωρό μου σου έχω εξηγήσει πολλές φορές γιατί δεν θέλω να βγαίνω με την Κατερίνα. Από τότε που μας είπε ψέματα για να μείνεις στον Άγιο μετά το σχολείο με τον αδερφό της, δεν θέλω να της δώσω κι άλλες ευκαιρίες να μας κάνει ζημιά στη σχέση. Μπορεί εσένα να είναι φίλη σου και να μην την παρεξηγείς που έκανε διευκόλυνση στον αδερφό της, όμως δεν είμαι κι εγώ υποχρεωμένος να κάνω το ίδιο’. Οι έρευνες έδειξαν πως η Κατερίνα είχε έναν αδερφό που έμενε μόνιμα στον Άγιο Αθανάσιο και αυτός θα ήταν η επόμενη στάση τους.

Ο Κανόμπης προσήγαγε τον Σταμάτη στο τμήμα κι εκεί ξεκίνησε η ανάκριση.
- “Σταμάτη ήσουν κι εσύ στο πανηγύρι προχθές”; ρώτησε ο Θαλασσινός.
- “Ναι” απάντησε κοφτά.
- “Και με ποιους έκανες παρέα; Ποιοι μπορούν να μας επιβεβαιώσουν πως ήσουν μαζί τους όλο το βράδυ”;
- “Πολλοί! Ήμουν με όλο το χωριό παρέα, φίλε. Μια με τον ένα μια με τον άλλο. Γνωριζόμαστε όλοι μεταξύ μας”.
- “Και με την Χριστίνα; Έκανες και με εκείνη παρέα”:
- “Όχι. Εγώ την χαιρέτησα δηλαδή, αλλά αυτή με αποφεύγει. Κολλητή της αδερφής μου είναι. Λες να μην την ξέρω”; άρχισε να φωνάζει.
- “Εγώ λέω Σταμάτη πως κάτι μας κρύβεις και θα σου πω τι θα γίνει τώρα. Θα μας δώσεις το DNA σου ώστε να απεμπλακείς από την υπόθεση μέχρι το απόγευμα αφού λες αλήθεια”.
- “Όχι φίλε. Ξέρω τα δικαιώματα μου. Δεν είμαι υποχρεωμένος να σου δώσω τίποτα. Ψάχνετε για εύκολο θύμα”; δήλωσε επιθετικά.
- “Όχι; Πολύ ωραία! Έχεις δίκιο, δεν είσαι υποχρεωμένος. Οπότε σε κρίνουμε προφυλακιστέο και θα μείνεις εδώ σε αυτό το κελί απέναντι, μέχρι να μας πεις κάτι που θα με ενδιαφέρει. Ίσως κάποιον φίλο σου που ίσως ενδιαφέρθηκε για την Χριστίνα, όταν εσύ διαπίστωσες πως δεν είχες καμία ελπίδα μαζί της παρά τις πλάτες που σου έκανε η Κατερίνα” απάντησε κυνικά ο Κανόμπης.

Ο Σταμάτης προφυλακίστηκε και οι αστυνομικοί έβγαλαν ένα δελτίο τύπου που έγραφε τα ακόλουθα: ‘έχουμε συλλάβει έναν ύποπτο για τον βιασμό και την δολοφονία της μικρής Χριστίνας από τον Βαθύλακκο. Έχουμε ενδείξεις πως ο ύποπτος είχε συνεργό και εντός της ημέρας που θα ομολογήσει την ταυτότητα του, θα εκδώσουμε ένταλμα σύλληψης και για αυτόν.

Η μέρα κύλησε πάντως χωρίς ο Σταμάτης να ομολογήσει, οπότε το επόμενο πρωί οι αστυνομικοί μετέβηκαν στο σπίτι της Χριστίνας στον Βαθύλακκο μήπως θα μπορούσαν να εκμαιεύσουν κάποια πληροφορία από εκείνη. Κανείς δεν άνοιγε την πόρτα, όμως ο Πρώτο οσμίστηκε την παρουσία ανθρώπων μέσα και γαύγισε στο αντίστοιχο πρόσταγμα των αφεντικών του. Έτσι, ο Κανόμπης έσπασε την πόρτα και οι ερευνητές βρήκαν την Χριστίνα γονατιστή να κλαίει. Όταν την σήκωσαν αποκαλύφτηκε το σώμα της δαρμένο, κακοποιημένο, με εμφανή σημάδια ξυλοδαρμού. “Ποιος στο έκανε αυτό Χριστίνα; Βοήθησε μας να σταματήσει κάποτε αυτή η τρέλα. Θέλεις να σκοτωθεί κι άλλος άνθρωπος; Ίσως ο αδερφός σου να καλύπτει κάποιον, αλλά τι νόημα έχει αν αρχίσει και δέρνει εσένα ή κάνει κακό στον ίδιο ή τους γονείς σας”; όσο ο Θαλασσινός της μιλούσε, ο Κανόμπης τράβηξε μερικές φωτογραφίες της Χριστίνας η οποία δε συνεργάστηκε καθόλου.

Οι δύο ερευνητές επέστρεψαν στο τμήμα και έβγαλαν με τη βία μέσα από το κελί τον Σταμάτη.
- “Αυτό το κάθαρμα κάνει κακό σε μικρά κορίτσια και εσύ το καλύπτεις ηλίθιε. Νομίζεις είναι μόνο η Χριστίνα; Δες τι έκανε στην αδερφή σου μόλις έμαθε ότι σε κρατάμε και γνωρίζουμε πως είχες και συνεργό” άρχισε να ουρλιάζει ο Κανόμπης καθώς τον τραβούσε από το μανίκι και του έδειχνε τις φωτογραφίες της τραυματισμένης αδερφής του.
- “Περνούσαμε πολύ ωραία. Γελούσε μαζί μου και νόμιζα πως άλλαξε γνώμη για μένα. Εγώ την αγαπούσα από την πρώτη στιγμή. Ήπιαμε λίγο και πήγαμε με τη θέληση της στο μέρος. Την φιλούσα και αυτή όπως κουνιόταν σηκώθηκε το φόρεμα της και δεν φορούσε τίποτα από κάτω. Νόμιζα ότι το ήθελε. Τα κορίτσια της ηλικίας της το θέλουν. Δεν μου αντιστάθηκε, παρά μόνο όταν πόνεσε λίγο. Τότε ήρθε αυτός και συνέχισε. Δεν θα της κάναμε κακό. Απλά όπως την κρατούσε σταμάτησε να αναπνέει” άρχισε σαν χείμαρρος να ομολογεί με τρεμάμενη φωνή από τους λυγμούς και με μεγάλα διαλλείματα.
- “Εντάξει Σταμάτη. Πες μας τώρα, ποιος είναι; Ποιος; Πως τον λένε”;
- “Ο Αργύρης είναι. Το αφεντικό μου στην οικοδομή” είπε σα να μην το πίστευε και οι ερευνητές ειδοποίησαν τις τοπικές αρχές και εξαπέλυσαν ανθρωποκυνηγητό για να τον εντοπίσουν.

Η Ουρανία ενημέρωσε στο μεταξύ πως ο Αργύρης είχε βεβαρημένο ποινικό μητρώο με συλλήψεις για ναρκωτικά και καταστροφή ξένης περιουσίας. Την ίδια ώρα η Άννα κάλεσε τον Θαλασσινό λέγοντάς του: “Παίρνω την Κατερίνα, όμως δεν το σηκώνει. Ξέρω πως είναι σπίτι όμως ανησυχώ που δεν το σηκώνει”. Οι αστυνομικοί δεν έχασαν χρόνο.

Σύντομα είχαν περικυκλώσει το σπίτι όπου έμενε η Χριστίνα και προσπαθούσαν να βρουν έναν τρόπο να δουν τι συμβαίνει. Οι αλλεπάλληλες κλήσεις στο κινητό της Χριστίνας καρποφόρησαν όταν το ακουστικό σήκωσε ο Αργύρης.
- “Βγες έξω και άσε την κοπέλα και εμείς σου υποσχόμαστε πως δεν θα σε πειράξουμε” δήλωσε με ήρεμη φωνή ο Θαλασσινός.
- “Θα με σκοτώσετε. Και αν δεν φύγετε θα σκοτώσω την μικρή” απάντησε εκείνος με τη φωνή του τόσο παραποιημένη ώστε να καταλαβαίνει εύκολα κανείς πως ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών.
- “Φεύγουμε, τους διώχνω όλους. Απλά άσε την κοπέλα να φύγει” είπε με λίγη καθυστέρηση ο Θαλασσινός.
Ο Αργύρης πλησίασε την πόρτα και αφού την άνοιξε στριφογύρισε το κεφάλι του για να διαπιστώσει πως όντως οι αστυνομικοί απομακρύνονταν. Σε εκείνη τη στιγμή όμως η Χριστίνα τον χτύπησε με κάτι μεταλλικό από πίσω και τότε με αστραπιαία κίνησε ο Κανόμπης έτρεξε προς το μέρος τους και πυροβόλησε τον Αργύρη στο πόδι που αφοπλίστηκε αμέσως.

Ο Αργύρης δεν ομολόγησε ποτέ, όμως το DNA εκείνου και του Σταμάτη, ταίριαζαν σε εκείνα που βρέθηκαν στο σημείο του βιασμού. Οι δράστες καταδικάστηκαν, όμως η μικρή κοινωνία των χωριών της Δυτικής Θεσσαλονίκης έκανε πολλά χρόνια μέχρι να επιστρέψει στους κανονικούς ρυθμούς της.


σχόλια; αντιρρήσεις; ερωτήσεις;
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΣΑΣ
ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΘΕΜΑ
 Διαβάστε περισσότερα.. »

Σάββατο 20 Απριλίου 2013

MYΘΟΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ ~ η αναγέννηση του καπέλου

‘Μια φορά σε έναν καιρό… ήμουν εγώ, ο Τόνι. Δηλαδή Αντώνη με λένε, αλλά θα ήθελα πολύ να με φώναζαν Τόνι, όμως νομίζω πως αν το πω στα παιδιά στο σχολείο θα με κοροϊδέψουν. Το έχω πει στη μαμά μου αλλά ξεχνάει να με φωνάζει έτσι. Στον μπαμπά μου αποκλείεται να το πω γιατί ντρέπομαι. Μετά είναι και ο αδερφός μου, αλλά εκείνος είναι πολύ μεγάλος για να ασχοληθεί με εμένα.

Η καθημερινότητα μου είναι φυσικά το σχολείο. Εκεί περνάω την μεγαλύτερη ζωή μου ως τώρα και ενώ είμαι καθημερινά με συνομηλίκους μου, εμένα δεν μ’ αρέσει το σχολείο, όμως ξέρω πως κάποτε θα πρέπει να σπουδάσω οπότε πρέπει να είμαι καλός μαθητής. Και είμαι. Δηλαδή… θα ήθελα να ήμουν, όμως δεν τα καταφέρνω και πολύ καλά. Όταν η μαμά μου πηγαίνει στο σχολείο οι καθηγητές της λένε πάντα πόσο καλό παιδί είμαι και πόσο προσέχω στην τάξη, όμως αν κάποιος έχει όρεξη να της μιλήσει για τα μαθήματα, εκεί δυσκολεύουν τα πράγματα.

Αυτό βέβαια είναι για μια μέρα. Η δική μου καθημερινότητα imageέχει περισσότερες δυσκολίες. Ξέρετε, στο σχολείο δεν είμαι και το πιο διάσημο παιδί. Κι αυτό δεν είναι κακό αν είσαι από αυτούς που μένουν στην αφάνεια, όμως εγώ έχω μια ιδιαιτερότητα και οι ιδιαιτερότητες δεν περνούν απαρατήρητες στο σχολείο. Είναι τα καπέλα! Φοράω πάντα καπέλο. Δεν το κάνω από μόδα, αλλά από μια συνήθεια που ξεκίνησε από πολύ παλιά. Βλέπετε τα ονομάζουν ‘καπέλα’ διότι καλύπτουν το κεφάλι, κάτι σαν τις μάσκες. Τις μάσκες που φορούν οι ήρωες στις ταινίες. Στο σχολείο όμως το καπέλο τυγχάνει συχνά άσχημης μεταχείρισης. Τουλάχιστον σε εμένα…

Δυστυχώς δεν έχω πολλούς φίλους, όχι όπως τους εννοείτε εσείς οι υπόλοιποι. Έχω συμμαθητές και γνωστούς για να περνάει η ώρα μου στο διάλειμμα. Όχι όμως φίλους για να με πάρουν τηλέφωνο στο σπίτι, να πάμε στον κινηματογράφο ή σε μια αλάνα να παίξουμε. Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν αυτό μου λείπει περισσότερο απ’ ότι ένα κορίτσι. Μ’ αρέσουν τα κορίτσια. Μπορώ να σας γράψω αρκετές συμμαθήτριες μου με τις οποίες υπήρξα ερωτευμένος στο παρελθόν, όμως με τις περισσότερες δεν μιλήσαμε ποτέ και με άλλες έτυχε απλά να μιλήσουμε για κάτι που αφορά το μάθημα ή το σχολείο. Αν και κάνω πολλές φορές πρόβα τα λόγια μου στον καθρέφτη, πρέπει να είμαι άθλιος όταν μιλάω στα κορίτσια, ακόμα κι αν έχω δει αμέτρητες ταινίες που περιέχουν σχετικές συμβουλές και παραδείγματα. Μα δεν εξηγείται αλλιώς’.

Ο Αντώνης εκείνη τη Δευτέρα, φορούσε ένα καινούριο καπέλο στο σχολείο. Χαμηλών τόνων όπως πάντα, προσπάθησε να το κρύψει όπως άλλωστε πάντα προσπαθεί να κρύψει ολόκληρο τον εαυτό του. Στο πρώτο διάλειμμα όμως υπήρξε κάποιο από τα παιδιά που το αντιλήφτηκε ή ίσως το έμαθε από κάπου και έσπευσε να ενημερώσει τον Νίκο. Ο Νίκος ήταν ένα από τα πιο διάσημα παιδιά του σχολείου. Ψηλός, λεπτός με απολυταρχικό ύφος, είχε το σεβασμό όλων των παιδιών. Ίσως γιατί ήταν και μεγαλύτερος στην ηλικία από πολλά παιδιά, αφού ο ίδιος είχε μείνει στην ίδια τάξη δύο φορές!

Ένας τύπος σαν τον Νίκο δεν ασχολείται με τον Αντώνη, όμως αφού ο φίλος του, τον ενημέρωσε για το καινούριο καπέλο και αφού έτυχε να συναντηθούν σε έναν διάδρομο οι δυο μαθητές, ο Νίκος βρήκε την ευκαιρία να πιάσει με δύναμη το καπέλο του Αντώνη κρατώντας το βίαια προς τα κάτω, αναγκάζοντας τον Νίκο να σκύψει σχεδόν ως το πάτωμα. Ο Αντώνης πονούσε όμως δεν αντιδρούσε. Ποιος θα μπορούσε να τα βάλει με το Νίκο, ο οποίος γελούσε δυνατά κοιτώντας τους φίλους του. Όταν ο Αντώνης είχε γονατίσει στο πάτωμα, ο δυνάστης του σταμάτησε και τον προσπέρασε γελώντας. Όταν ο Αντώνης σηκώθηκε και έφτιαξε το καπέλο του, διαπίστωσε πως πολλά παιδιά είχαν μαζευτεί κοιτώντας τον βασανισμό αυτό, όμως εκείνος ήταν συνηθισμένος και απλά συνέχισε.

Τα φαινόμενα αυτά συνέβαιναν σχεδόν καθημερινά σε εκείνον ή σε άλλα παιδιά, για χρόνια. Κανείς δεν έδινε σημασία ή τουλάχιστον δεν έκανε κάτι γι’ αυτό. Ο Αντώνης απλά περνούσε τις μέρες στο σχολείο του, ζωγραφίζοντας στο τετράδιο του την ώρα του μαθήματος και μιλώντας με τους συμμαθητές του στα διαλείμματα. Στην καλύτερη των περιπτώσεων θα περνούσε το διάλειμμα με κάποιο κορίτσι, κάτι που θα σήμαινε πως σίγουρα εκείνος θα την είχε ερωτευτεί. Αλλά ως εκεί. Ποτέ δεν προχωρούσε κάτι για τον Αντώνη.
Ένα από τα πρωινά λίγο πριν την προσευχή όπου όλες οι τάξεις παρατασσόντουσαν φτιάχνοντας ένα μεγάλο “Π” στην τεράστια αυλή του σχολείου, το κλίμα ήταν κάπως μουντό. Πολύ μαθητές συζητούσαν επίμονα για κάτι. Στο βάθος δύο κορίτσια έκλαιγαν ενώ ένας συμμαθητής τους τα αγκάλιαζε σκυθρωπός.
- “Τι έγινε”; ρώτησε περίεργος ο Αντώνης.
- “Σκοτώθηκε ο Αποστόλου από το Γ2” του είπε ένας γνωστός του.
- “Πως”; ξαναρώτησε ο Αντώνης ενώ έδειξε πως το μυαλό του βρισκόταν και κάπου αλλού.
- “Καθώς γύριζε από το φροντιστήριο χθες βράδυ, μία μηχανή τον χτύπησε και τον πέταξε σε μια κολώνα”.
Ο Αντώνης δεν ένοιωσε λύπη. Προσπαθούσε να θυμηθεί ποιος ήταν ο Αποστόλου. Προφανώς θα ήταν κάποιο σημαντικό πρόσωπο στο σχολείο για να δει τις επόμενες ώρες ένα ολόκληρο σχολείο να θρηνεί. Προφανώς κι εκείνος θα τον ήξερε, έστω και φυσιογνωμικά. Όπως ανακοίνωσε αργότερα ο διευθυντής του σχολείου: “Με απόφαση της διεύθυνσης του σχολείου μας, αύριο θα παραβρεθεί σύσσωμο το σχολείο μας –καθηγητές και μαθητές- στον ιερό ναό του Αγίου Ελευθέριου, όπου και θα τελεστεί η κηδεία του άτυχου μαθητή μας”.

Πράγματι, ο Αντώνης με εκατοντάδες άλλα παιδιά πλημμύρισαν τον ναό και τον προαύλιο χώρο του. Από το βάθος μπορούσες να ακούσεις κλάματα και λυγμούς, ενώ στο πιο πίσω μέρος του προαύλιου χώρου ακουγόντουσαν παιδιά να χαζολογούν ή να γελούν μιλώντας για άσχετα. Ήταν τότε που κάποια καθηγήτρια με αυστηρό ύφος θα τα επέπληττε για την ανάρμοστη συμπεριφορά. Ο Αντώνης, αποφάσισε να μπει στο ναό ώστε να αποτυπώσει τα συναισθήματα των παρευρισκόμενων. Βλέποντας το νεκρό παιδί μέσα στο ανοιχτό φέρετρο, το αναγνώρισε για πρώτη φορά. Ήταν μαθητής της τρίτης τάξης, αλλά δεν ήταν ούτε από τα πολύ διάσημα παιδιά, ούτε από αυτά που θα πείραζε κάποιος σαν τον Νίκο. Ο Αντώνης στεναχωρήθηκε. ‘Γιατί να σκοτωθεί αυτός’; σκέφτηκε, καλώντας συνειρμικά τον εαυτό του να φανταστεί πως θα ήταν αν ο νεκρός ήταν ο Νίκος. Ήξερε πως ήταν πολύ κακό αυτό που έκανε, γι’ αυτό αυτή τη φορά η φαντασία του τον ταξίδεψε σε ένα άλλο σενάριο. Αυτός! Αυτός έπρεπε να είναι στην θέση του Αποστόλου. Ξαφνικά έβλεπε τον εαυτό του μέσα στο φέρετρο, θυμήθηκε την χθεσινή του μέρα, όταν γύριζε από το περίπτερο και πέρασε με κόκκινο το φανάρι των πεζών. Κι αν ήταν αυτός; Κι αν είχε χάσει εκείνος τη ζωή του; Τόσες εκατοντάδες παιδιά θα έκλαιγαν και θα πήγαιναν στην εκκλησία τιμώντας τον; Θα ήταν και ο Νίκος και η παρέα του εκεί; Για αυτόν; Ο Αντώνης ήθελε να ήταν αυτός ο νεκρός. Ζήλευε τον Αποστόλου που πέθανε στην θέση του, παίρνοντας όλη την δόξα.

Όμως η καθημερινότητα επέστρεψε και ο Αντώνης ήταν εκεί, στους διαδρόμους του σχολείου με τα συχνά βίαια πειράγματα από τα άλλα παιδιά να αποτελούν μέρος της ακαθημερινότητάς του. Να, όπως σήμερα όπου ο Αστραπής –όπως φώναζαν ένα από τα άλλα διάσημα παιδιά- περνώντας μπροστά από τον Αντώνη τον ρώτησε “που είναι το καπέλο σου σήμερα;” χτυπώντας το με δύναμη από κάτω προς τα πάνω με αποτέλεσμα αυτό να εκτιναχθεί φτάνοντας τελικά στο δάπεδο. Ο Αντώνης το σήκωσε και συνέχισε όταν είδε τον Παπαδάκη, μαθητή του “Β3” να κλαίει πεσμένος στο πάτωμα. Μαζί του ήταν ένας φίλος του που απογοητευμένος εξήγησε στον Αντώνη πως “φορούσε τη μπλούζα του Παναθηναϊκού και τον έδειρε. Του έσπασε το ρολόι”. Ο Αντώνης έσκυψε το κεφάλι και έφυγε.

Για όλη την υπόλοιπη μέρα μέχρι το βράδυ να πέσει για ύπνο, σκεφτόταν την εικόνα του Παπαδάκη, αλλά και το γνωστό στιγμιότυπο που αντίκριζε κάθε φορά που σηκωνόταν μετά από κάποια επίθεση που δεχόταν, δηλαδή πολλά παιδιά γύρω-γύρω να τον κοιτούν άλλοι λυπώντας τον κι άλλοι κοροϊδεύοντάς τον στα κρυφά. Εκείνη την ημέρα δεν έφαγε και δεν διάβασε τα μαθήματά του. Έκατσε απλά λυπημένος στο γραφείο του περιφέροντας στο μυαλό του εκείνες τις εικόνες ξανά και ξανά.

Το άλλο πρωί στο σχολείο φορούσε ένα από τα καπέλα που απέφευγε λόγω του έντονου χρώματος που είχε. Δεν ήταν το αγαπημένο του, αλλά ήξερε ότι ήταν προκλητικό. Πράγματι, ο Αντώνης έγινε γρήγορα αντιληπτός από τον Αστραπή που τον πλησίασε προσεγγίζοντας το καπέλο του. Ο Αντώνης έκανε μισό βήμα πίσω και σήκωσε το χέρι του σπρώχνοντας με δύναμη αυτό του Αστραπή. Εκείνος χαμογέλασε περιπαικτικά: “Όπα;” φώναξε ειρωνικά και πήρε φόρα ορμώμενος κατά πάνω του. Ο Αντώνης προέκτεινε το πόδι του που βρήκε στην κοιλιά τον Αστραπή και τον κλώτσησε δυνατά στα πλευρά. “Μην με ξανααγγίξεις. Τελείωσε” του είπε και έφυγε.

Στο επόμενο διάλειμμα ο Αντώνης έτρεμε. Όχι από φόβο, αλλά από αμηχανία. Δεν είχε καταλάβει ακόμα τι είχε κάνει. Το υπόλοιπο σχολείο όμως είχε καταλάβει απόλυτα. Η φήμη του συμβάντος κυκλοφόρησε από στόμα σε στόμα και με μηνύματα στα κινητά τηλέφωνα των μαθητών. Έτσι, όταν ο Αντώνης κατέβηκε στην αυλή είδε δεκάδες παιδιά να τον κοιτούν επίμονα. Εκείνος αμήχανος προσπάθησε να βρει κάποιο γνωστό πρόσωπο για να καταπιαστεί όσο το διάλειμμα θα διαρκούσε και είδε, όμως όχι αυτό που θα περίμενε.
- “Ωραίο καπέλο” ακούστηκε μία αυστηρή φωνή πίσω του. Ο Αντώνης γύρισε και είδε τον Νίκο.
- “Φίλε δε θέλω μπλεξίματα. Κάντε ότι κάνετε, απλά μην πειράζετε τον κόσμο” είπε πειστικά, όμως ούτε ο ίδιος πίστευε στ’ αλήθεια πως αυτή η παραίνεση θα μπορούσε να πιάσει.
Πραγματικά, ο Νίκος έσπρωξε με πολύ δύναμη τον Αντώνη ο οποίος έπεσε απότομα κάτω. Το καπέλο του είχε πέσει από την σφοδρότητα της πτώσης και το κεφάλι του βούιζε, όμως imageεκείνος σηκώθηκε και άρχισε να τρέχει αθόρυβα προς τον Νίκο ο οποίος εκείνη την ώρα είχε γυρίσει και έφευγε. Ο Αντώνης πήδηξε πάνω στην πλάτη του αναγκάζοντας τον να σωριαστεί μαζί του στο έδαφος. Ο Νίκος αντέδρασε άμεσα προσπαθώντας να τον γρονθοκοπήσει όμως όταν ο αντίπαλος του απέφυγε την μπουνιά, άρχισε να τον χτυπάει με μανία στο πρόσωπο. Το έκανε τόσο δυνατά, με τόση οργή και νεύρο που ο Νίκος δεν κατάφερε να του αντισταθεί καθόλου. Όταν ο Αντώνης ολοκλήρωσε την επίθεση του, πονούσε ο ίδιος πολύ στο χέρι. Όσο για τον αιφνιδιασμένο Νίκο, ήταν καλυμμένος στο πρόσωπο από αίματα και δάκρυα που έφυγαν ασυναίσθητα από τα μάτια του, ενώ πάνω στα ρούχα του ένοιωσε ένα δόντι του που του είχε σπάσει ο αντίπαλός του.

Ήταν τόση η έκταση που πήρε το σοβαρό επεισόδιο που με δυσκολία μερικοί καθηγητές συνοδευόμενοι από τον διευθυντή, αγανάκτησαν να σπάσουν τον κλοιό των μαθητών που παρακολουθούσαν εντρόμητοι το συμβάν. Όταν αντίκρισαν το σκηνικό έδειξαν σοκαρισμένοι. Φώναξαν το ασθενοφόρο και τους γονείς των δύο παιδιών.

Ο Αντώνης εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια όλη την ιστορία στους γονείς του, διακόπτοντας πολλές φορές την εξιστόρηση του για να ξεσπάσει σε κλάματα. Ο νεαρός μαθητής έτρεμε, όμως συνέχιζε σαν χείμαρρος να διηγείται την μακάβρια ιστορία του. Η αρχική αυστηρότητα των γονιών του, μετατράπηκε σε συμπόνια για τον ταλαιπωρημένο γιο τους με την μητέρα του μόνο να λέει συγκινημένη: “Γιατί δεν μας το έλεγες τόσο καιρό”; Ο πατέρας του ήξερε την απάντηση και πήρε το παιδί του για να το πάει ενώπιο του διευθυντή.
- “Ευχαριστώ που ήρθατε. Θα ήθελα να σας ενημερώσω πως ο γιος σας αποβάλλεται οριστικά από το σχολείο μας. Θα φροντίσουμε ώστε να βρει θέση στο πλησιέστερο δυνατό σχολείο για να συνεχίσει τα μαθήματά του” ανακοίνωσε με αυστηρό ύφος ο διευθυντής.
- “Κύριε διευθυντά. Δεν ήρθαμε εδώ για να μας ανακοινώσετε την απόφαση σας στηριζόμενος σε φαινομενικά γεγονότα και την υποκειμενική σας κρίση. Θα σας παρουσιάσουμε ακριβώς το τι συμβαίνει στο σχολείο σας εδώ και χρόνια και θα καλέσουμε μαθητές που θα επιβεβαιώσουν τα όσα θα σας πούμε. Τότε μπορείτε να βγάλετε τα συμπεράσματα σας και να πάρετε την απόφαση σας” απάντησε ήρεμα και επιτακτικά ο πατέρας του Αντώνη.

Πράγματι, ο μαθητής μιλούσε στον διευθυντή του για ώρες ολόκληρες, ενώ κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, εκλήθη και ο Παπαδάκης που επιβεβαίωσε του λόγου το αληθές ενώ παράλληλα έδωσε ονόματα μαθητών-θυμάτων και μαθητών-θυτών. Όταν τα παιδιά ολοκλήρωσαν όσα είχαν να πουν, ο πατέρας του Αντώνη συμπλήρωσε: “Αν διώξεις τον γιο μου από το σχολείο θα επιστρέψω με τον δικηγόρο μου για να σε μηνύσουμε για παραμέληση των μαθητών που κακοποιούνταν συστηματικά κάτω από τη μύτη σου”. Μετά από αυτό ο Αντώνης με τον πατέρα του έφυγαν. Την επόμενη μέρα στο σχολείο και αμέσως μετά την προσευχή, ο διευθυντής απεύθυνε κάλεσμα στο γραφείο του στους Αντώνη και Νίκο.

Όταν τα παιδιά έφτασαν στο γραφείο του, εκείνος τους είπε: “Αποβάλλεστε και οι δύο από το σχολείο έως το τέλος της εβδομάδας. Την Δευτέρα που θα επιστρέψετε θα είστε δύο διαφορετικοί άνθρωποι. Κανείς δεν θα πειράξει κανέναν ξανά στο σχολείο μου. Όποιος πιαστεί σε πράξεις βίας θα αποβάλλεται οριστικά. Δεν με νοιάζει να γίνεται φίλοι, αλλά κανείς ποτέ ξανά εδώ δε θα είναι εχθρός. Φύγετε τώρα”.

Η Δευτέρα δεν άργησε να φτάσει. Όταν ο Αντώνης πήγε στο σχολείο, κανείς δεν τον κοιτούσε ξανά το ίδιο.  Ένοιωθε πως όλοι τον κοιτούσαν επίμονα. Και για πρώτη φορά η αμηχανία του ήταν δίκαιη. Την πραγματική διαφορά όμως την διαπίστωσε μετά τα δύο-τρία πρώτα διαλείμματα. Ξαφνικά πολλά παιδιά άρχισαν να του μιλούν, να τον χαιρετούν και κάποια άλλα… σταμάτησαν επιτέλους να του μιλούν. Η τάξη είχε επέλθει και οι ισορροπίες επιτέλους επικράτησαν. Στο τελευταίο διάλειμμα η Κατερίνα πλησίασε τον Αντώνη ενημερώνοντας τον πως είχε χάσει σημαντικά μαθήματα τις ημέρες που απουσίαζε. “Αν θέλεις, το απόγευμα μπορείς να έρθεις σπίτι μου. Θα σου δώσω τις σημειώσεις μου και ίσως το σαββατοκύριακο μπορούμε να συναντηθούμε για να σου εξηγήσω τις ασκήσεις” του πρότεινε χαμογελώντας του με νάζι. Ο Αντώνης γύρισε διαφορετικός εκείνο το μεσημέρι στο σπίτι. Πλέον θα τον έλεγαν Τόνι.

σχόλια; αντιρρήσεις; ερωτήσεις;
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΣΑΣ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ
 Διαβάστε περισσότερα.. »

Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

MYΘΟΣ ΜΑΡΤΙΟΥ ~ το ατελείωτο βράδυ

* (δοκιμάστε να διαβάσετε τον Μύθο υπό τον ήχο του “Time Is Running Out” των Muse, επιλέγοντας το ακριβώς από κάτω)
Μια φορά σε έναν καιρό τα βήματα μου μέσα στη νύχτα συντρόφευαν διάσπαρτες νυχτερίδες που πετούσαν μέσα και παράλληλα απ’ το πάρκο που διέσχιζα. Φορώντας το μαύρο μου παλτό και το ακριβό μου καπέλο, μόλις που αναγνώριζα το μικρό νέφος που η ανάσα μου σχημάτιζε παλεύοντας να διατηρηθεί ζεστή σε αυτόν τον χιονιά.
Τα διάσπαρτα φώτα του πάρκου δεν είναι αρκετά κι έτσι η imageβραδινή πορεία μέσα σε αυτό γίνεται άκρως επικίνδυνη μετά την δύση του ηλίου. Τις τελευταίες μέρες πάντως ο ήλιος έχει ξεχάσει να επισκεφτεί την Νουάρο. Εγώ όμως κάθε βράδυ, μετά τη δουλειά συνεχίζω το ίδιο δρομολόγιο αγνοώντας τις προειδοποιήσεις της αστυνομίας της Νουάρο για έναν κατά συρροή δολοφόνο που σκοτώνει άντρες μεταξύ τριάντα και πενήντα ετών. Ανήκω κι εγώ στο εύρος των ηλικιών αυτών, έχω όμως πίστη στις πιθανότητες. Ποιες είναι να είμαι εγώ το επόμενο θύμα;

Ο περιορισμός απέτρεψε πολύ κόσμο από το να έρχεται στο πάρκο κι έτσι η βόλτα γίνεται πολύ απολαυστική. Ο λόγος όμως που αποφάσισα να διηγηθώ την ιστορία αυτή είναι επειδή απόψε, λίγο πιο πέρα ένας τύπος διαπληκτίζεται έντονα με μία γυναίκα. Είναι μετρίου αναστήματος, με μακριά κατάξανθα μαλλιά, μακριά σκουλαρίκια και ψηλοτάκουνες γόβες που γυαλίζουν από την λιγοστή λάμψη των χαμηλών στρογγυλών φωτιστικών. Το γούνινο παλτό της κρύβει το φόρεμα της που φαντασιώνομαι πως είναι μπορντό με σατέν λεπτομέρειες. Η φαντασίωση μου διακόπτεται από τις φωνές της. Ενστικτωδώς πλησιάζω και σπρώχνω τον τύπο με δύναμη στο παγκάκι που βρίσκεται πίσω του. Εκείνος αιφνιδιάζεται και πέφτει με το κεφάλι. Νομίζω πως πρέπει να τον χτύπησα πολύ, όμως η γυναίκα σχεδόν με έχει αγκαλιάσει κι έτσι απλά στρέφω το σώμα μου προς το μονοπάτι συμπαρασέρνοντας την.

(Μερικές στιγμές αργότερα) με έχει οδηγήσει στο διαμέρισμα της. Είναι ένα μικρό δυάρι με ένα πολύ μεγάλο υπνοδωμάτιο. Τα εσώρουχα μας ήταν ήδη στο πάτωμα όταν γυμνοί αρχίσαμε να κάνουμε έρωτα. Τα κορμιά μας είναι ακόμα σκληρά απ’ το κρύο και η γεύση από το στήθος της είναι ακόμα παγωμένη καθώς εναλλάσσεται απ’ την γλώσσα μου στις άκρες των δοντιών μου. Τώρα σηκώνω ελαφρά την λεκάνη της με τα χέρια μου και αντιλαμβάνομαι πόσο ανάλαφρη είναι η αίσθηση καθώς γινόμαστε ένα.

Και πάλι στο πάρκο βρίσκομαι μόνος να περπατάω στην γνωστή μου διαδρομή προσμένοντας μία ευχάριστη έκπληξη και λίγα βήματα πιο μετά, δεν θα αργήσω να συναντήσω την ξανθιά παρουσία που το κορμί και οι αισθήσεις μου λάτρεψαν. Φοράει έντονο κόκκινο κραγιόν τονίζοντας τα σαρκώδη της χείλη τα οποία τώρα σχηματίζουν ένα χαμόγελο με νόημα. Είναι το μήνυμα της για να την συνοδεύσω στο πάρκο. Η διαδρομή μας συνεχίζεται ανάμεσα σε σκοτεινές φιγούρες που μόνο όταν φτάσουν δίπλα ή μπροστά σου μπορείς να ξεχωρίσεις αν  πρόκειται για άντρα ή γυναίκα. “Υπάρχουν πολλοί θαρραλέοι σαν εμένα” σκέφτομαι και σφίγγω το μπράτσο της συνοδοιπόρου μου καθώς περπατάμε στο μονοπάτι.

Μαζί απολαύσαμε υπό το φως της μέρας ένα μεγάλο παγωτό καθώς περπατούσαμε κατά μήκος της γέφυρας που βρίσκεται πάνω από την παγωμένη για τον χειμώνα, λίμνη, ακόμα κι αν αυτή προορίζεται κυρίως για τους τουρίστες της πόλης. Φάγαμε σε φτηνό εστιατόριο μοιράζοντας κέρματα στην τσιγγάνα που μοίραζε κόκκινα τριαντάφυλλα και στον ξένο που έδινε μικρά λούτρινα αρκουδάκια. Ο περίπατος διεκόπη από μία άγρια καταιγίδα που μας ανάγκασε να ζητήσουμε καταφύγιο στην παλιά στάση του τρένου που είχε κλείσει όταν άνοιξε η καινούρια λίγα μέτρα πιο πέρα. Κάτω από τον δρόμο σε ένα μεγάλο υπόστεγο που οδηγούσε στα σκαλιά προς τα πάνω ή στην βαθιά θάλασσα, μείναμε να απολαμβάνουμε το πως η βροχή έδερνε την ήρεμη θάλασσα, όταν εκείνη σήκωσε το φόρεμα της και καταλήξαμε να κάνουμε έρωτα αγκαλιασμένοι, βρεγμένοι και όρθιοι ελπίζοντας(;) να μην μας δει κανένας περαστικός.

Στο σκοτεινό μονοπάτι του πάρκου περπατούσα κάνοντας σκέψεις για τον έρωτα και την αγάπη, όταν στο βάθος του ερημικού πάρκου, διέκρινα μία σιλουέτα να χτυπάει πολλές φορές έναν ξαπλωμένο άνθρωπο. Σκέφτηκα “αυτός επέστρεψap;o ε” και ήθελε να εκδικηθεί εκείνη και μετά σίγουρα και εμένα. Όσο πλησίαζα διέκρινα πως στο χέρι έπιανε ένα μαχαίρι το οποίο έμπηζε επαναλαμβανόμενα στο σωριασμένο σώμα. Αντί να φύγω, επιτάχυνα. Όταν πια βρισκόμουν ακόμα πιο κοντά παρατήρησα πως ο άνθρωπος με το μαχαίρι φορούσε μαντήλι στο κεφάλι και έξω από αυτό χυνόντουσαν πλούσια μακριά κόκκινα μαλλιά. Ήταν… ήταν γυναίκα! Τότε φοβήθηκα, έστριψα σε έναν παράδρομο του πάρκου και έτρεξα χωρίς να ξέρω που πάω.

Ήμουν μόνος όταν πήγα για ύπνο το βράδυ. Μόλις ξάπλωσα άκουσα έναν θόρυβο από την κουζίνα. Σηκώθηκα φοβισμένος και πλησίασα επιβεβαιώνοντας πως δεν υπήρχε τίποτα μέσα. Γυρνώντας στο δωμάτιο μου, μια κοκκινομάλλα γυναίκα με περίμενε φορώντας μαύρα εσώρουχα από δαντέλα που έδεναν με όμοιες ζαρτιέρες και έχοντας βάλει τα μακριά της πόδια της στο κρεβάτι, πατούσε με τις γόβες της το παχύ πάπλωμα. Ήταν πολύ σοβαρή και ρουφούσε περιστασιακά το μακρύ της τσιγάρο έχοντας προσαρμόσει σε αυτό ένα χρυσαφένιο φίλτρο. Αφού γέμισε το δωμάτιο με πυκνό καπνό, σήκωσε το βλέμμα της κοιτώντας με, με απάθεια και σχηματίζοντας ένα πονηρό χαμόγελο που διήρκησε μόλις μία στιγμή.

Στο πάρκο αποφάσισα να ακολουθήσω το γνωστό δρόμο. Πίστευα πως αυτή τη φορά τίποτα συναρπαστικό δεν θα μου άλλαζε τον δρόμο. Έκανα όμως λάθος. Η ξανθιά παρουσία που τόσο αναζητούσα στις νύχτες και τις μέρες μου, βρισκόταν στην αγκαλιά ενός άντρα. Όχι! Προφανώς δεν θα ήταν εκείνη. Δεν θα μου το έκανε ποτέ αυτό. Πλησίασα για να σιγουρευτώ αν και όσο έβλεπα τα ξανθιά της μαλλιά να χύνονται στην στητή της πλάτη, τόσο επιβεβαίωνα τον φόβο μου. Όταν έφτασα μπροστά τους, έκανα να σπρώξω και πάλι τον άγνωστο όμως εκείνη έβαλε το χέρι της ανάμεσα μας και με απέτρεψε. Με φίλησε στο μάγουλο αφήνοντας ένα μεγάλο κόκκινο σημάδι και αναχώρησε μαζί του. Μα ήμουν σίγουρος πως τον είχα χτυπήσει πολύ καλά. Κάτι μέσα μου, με παρότρυνε να τον προσέξω καλά για το τι έκρυβε κάτω απ’ το καπέλο του, όμως δεν έδωσα περαιτέρω σημασία κι έτσι τους άφησα να φύγουν.

Φεύγοντας απ’ το σπίτι αισθάνομαι χαμένος. Ο ήλιος δεν έχει βγει σήμερα, όμως νομίζω πως με τυφλώνει. Στο πεζοδρόμιο επικρατεί πανικός με τυχαίες κουβέντες απ’ τους περαστικούς να διαπερνούν τα αυτιά μου. Μία λέξη, μία φράση ή ακόμα χειρότερα, ένα επιφώνημα. Αισθάνομαι να ζαλίζομαι, να τα χάνω και αποφασίζω να διασχίσω τον πολυσύχναστο δρόμο απλά και μόνο για να ξεφύγω από τους πεζούς. Από θαύμα δεν πέφτω θύμα κάποιου διερχόμενου αυτοκινήτου και τώρα η κυκλοφορία έχει σταματήσει με δεκάδες οδηγούς να έχουν ανοίξει το τζάμι και να μου φωνάζουν. Εγώ έχω σχεδόν σκύψει και πιάνοντας το κεφάλι μου, αρχίζω και τρέχω μακριά. Αν ήταν τόσο εύκολο τώρα, γιατί δεν μπορώ να την βρω τώρα που την χρειάζομαι τόσο πολύ; Γιατί αποφάσισε να γυρίσει σ’ εκείνον;

(Στο πάρκο) αισθάνομαι μία παρουσία να με προσεγγίζει. Νομίζω πως φοβάμαι καθώς σκέφτομαι πως ίσως ήρθε η ώρα να γίνω μία από τις πιθανότητες που απέφευγα τόσο καιρό, όμως παρά τον φόβο, δεν γυρίζω για να δω ποιος είναι, ούτε κάνω να τρέξω μακριά. “Είναι πολύ αργά για βόλτες στο πάρκο κύριε. Μπορώ να δω μια ταυτότητα”; Ήταν ένας αστυνομικός που είτε δεν του άρεσε το φαγητό που του έφτιαξε η γυναίκα του σήμερα, είτε προσπαθούσε να κρύψει και τον δικό του φόβο μέσα από την αυστηρότητα. Του έδωσα την ταυτότητα μου απλά γνέφοντας τα φρύδια μου στην ερώτηση του. Δεν ένοιωσα περισσότερη ασφάλεια με την παρουσία του, παρά απογοήτευση, γιατί δεν ήταν αυτός που προσμονούσα να συναντήσω.

Προσεγγίζοντας το πάρκο την ημέρα, έκανα να μπω μέσα ακολουθώντας μία ξανθιά κοπέλα που έδειχνε να κοιτάει τα περιστέρια που τσιμπολογούσανε στα παρακείμενα δέντρα. Ήταν όρθια μπροστά από ένα παγκάκι. Τα μαλλιά της ήταν το ίδιο λαμπερά, το ίδιο μακριά. “Αυτή είναι” σκέφτηκα και την πλησίασα αγγίζοντας την από πίσω στον ώμο. Η γυναίκα γύρισε ακαριαία και βλέποντας με ένα αποτυπωμένο χαμόγελο μετατράπηκε σε πανικό. Ουρλιάζοντας με ρωτούσε ποιος είμαι και τι θέλω και πριν προλάβω να συνειδητοποιήσω πως θα έπρεπε να αντιδράσω, δέχτηκα μια δυνατή σπρωξιά στο στήθος, αρκετή για να χάσω την ισορροπία μου και να πέσω πίσω από το παγκάκι. Καθώς τους έβλεπα να απομακρύνονται, αίμα άρχισε να λούζει το φρύδι μου προερχόμενο απ’ τον κρόταφο μου.

Καθώς συνέχιζα τον διάβα μου μέσα στο σκοτάδι, αντίκρισα από μακριά μία μάζα στο έδαφος. Πλησιάζοντας είδα πως επρόκειτο για έναν άνθρωπο. Ήταν μετά τα τριανταπέντε, ντυμένος σαν εμένα περίπου. Όταν προσπάθησα να τον σηκώσω ένοιωσα να αγγίζω μια λίμνη αίματος που βρισκόταν από κάτω του. Ήταν η μέρα του. Οι πιθανότητες επαληθεύτηκαν σε αυτόν αυτή τη φορά. Έπρεπε να συνεχίσω να περπατάω με προσοχή. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν από τα νυχτοπούλια και μια ύποπτη κουκουβάγια, όμως αν μπορούσες να μυρίσεις μαζί μου, θα καταλάβαινες πως κάτι υπήρχε εκεί στο βάθος. Εγώ πλησίασα και σε λίγο είδα την ξανθιά γυναίκα που τόσο πολύ αναζητούσα, να φιλάει στο στόμα έναν άντρα. Ξανά. Αυτή τη φορά έπρεπε να βεβαιωθώ για το τραύμα απ’ το σπρώξιμο κι έτσι κατευθύνθηκα προς το μέρος τους με αποφασιστικότητα. Όταν έφτασα έπιασα απ’ το μπράτσο τον άντρα τραβώντας τον απ’ τα χείλη της ξανθιάς imageγυναίκας. Απ’ την απότομη κίνηση, έπεσε το καπέλο του κάτω και τότε ξεχύθηκαν μπροστά και πίσω τα μακριά μαλλιά της κοκκινομάλλας γυναίκας. Αυτή τη φορά με κοίταξε επίμονα με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Κοιτώντας την ξανθιά είδα πως το βλέμμα της έπαιζε μεταξύ εμένα και της φίλης της. Όταν κοιτούσε εμένα δάγκωνε ένοχα τα χείλη της, όταν όμως γυρνούσε προς αυτή, χαμογελούσε γεμάτη αυτοπεποίθηση. Οι δύο τους αντάλλαξαν εκ νέου ένα παθιασμένο φιλί που ήταν προφανές πως είχε σκοπό να με ταράξει.

Η κοκκινομάλλα με έσπρωξε στο στήθος απότομα κι εγώ χωρίς αντίσταση, έπεσα πίσω. Η δύο γυναίκες άρχισαν να γδύνουν η μία την άλλη. Η κοκκινομάλλα αποκάλυψε τα σατέν εσώρουχα της ξανθιάς κι εκείνη με τη σειρά της, έβγαλε το κουστούμι αφού την άφησε με τις μαύρες imageδαντέλες. Οι δυο τους άρχισαν να φιλιούνται και να πειράζει η μία την άλλη, μέχρι που η ξανθιά γύρισε από την άλλη πλευρά βγάζοντας ένα μαχαίρι από τις ζαρτιέρες της. Αφού το έβαλε στο στόμα της ψιθυρίζοντας κάτι στην φίλη της όσο με κοιτούσε, με πλησίασε, με φίλησε δυνατά στο στόμα και παρέδωσε το μαχαίρι στη συνεργάτιδα της η οποία άρχισε να μου το καρφώνει σε όλο μου το κορμί. Καθώς το έκανε, η ξανθιά με πλησίασε και αφού στάθηκε από πάνω μου άρχισε να με κοιτάει με συμπόνια. Την ίδια ώρα πιτσιλιές από αίματα είχαν λερώσει το πρόσωπο, τα μαλλιά και τις δαντέλες της δολοφόνου μου που συνέχιζε αδιάκοπα την ανυπόφορη δραστηριότητά της. Το σώμα και η καρδιά μου σταμάτησαν να κινούνται, όμως τα μάτια μου παρέμεναν έντονα ανοιγμένα σα να κοιτούσα κάθε τους κίνηση, κάθε τους παράσταση που ακολούθησε στα γυμνά τους κορμιά, με το δικό μου να κείτεται μπροστά τους.

σχόλια; αντιρρήσεις; ερωτήσεις;
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΣΑΣ
ΜΥΘΟ ΝΟΥΑΡ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΜΗΝΑ
 Διαβάστε περισσότερα.. »

Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2013

MYΘΟΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ ~ η πόλη που δεν αναστήθηκε ποτέ

Μια φορά σε έναν καιρό η Ελλάδα διένυε ένα νέο μονοπάτι της ιστορίας της. Τα τελευταία νομοθετήματα της κυβέρνησης με πολλά κίνητρα για νέες επενδύσεις, κατέστησαν την χώρα ιδανικό τόπο για το ξένο κεφάλαιο που θα ήθελε να δραστηριοποιηθεί επιχειρηματικά. Πολλοί ρώσοι και άραβες εξέφρασαν ενδιαφέρον να επενδύσουν στην χώρα είτε ως επιχειρηματικοί όμιλοι είτε ως ιδιώτες. Ξαφνικά η Ελλάδα γέμισε με πολυτελή ξενοδοχεία, εργοστάσια ή ακόμα και ξερονήσια που μετατράπηκαν σε πολυτελή συγκροτήματα κατοικιών. Τα χρήματα έβγαλαν γρήγορα από την δύσκολη θέση την Ελλάδα κι έτσι όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Οι άδειες για τέτοιες επενδύσεις ήταν πολύ εύκολο πια να δοθούν, οπότε κάθε διάσημος μεγιστάνας που σεβόταν τον εαυτό του, είχε περιουσία και στην Ελλάδα.

Τα νέα δεδομένα στην Ελλάδα μόλις που κατάφεραν να διασώσουν την ήρεμη ζωή σε πολλές περιοχές της, όπως στο Στεφανοβίκειο, μία μικρή κωμόπολη βόρεια του Βόλου imageόπου οι κάτοικοι απασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία. Αυτό το πρωί οι περισσότεροι απουσιάζουν στα βοσκοτόπια τους και ελάχιστοι βρίσκονται στο καφενείο της πλατείας, εκεί που ο κυρ. Νίκος συνηθίζει να πίνει τον καφέ του, πριν επιστρέψουν οι χωρικοί που μάλλον αποφεύγει για να μην χρειάζεται να αναλώνεται σε περιττές συζητήσεις όπως λέει. Ο κυρ. Νίκος είναι ένας μεσήλικας αδύνατος τύπος, μετρίου αναστήματος με πλούσια γκρίζα μαλλιά. Ζει μόνος του και γράφει βιβλία. Οι ντόπιοι λένε πως υπήρξε ένας πετυχημένος καθηγητής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, όμως άφησε την έδρα του για να γράφει. Το Στεφανοβίκειο είναι το απόλυτο μέρος για να βρει κανείς την ηρεμία που απαιτεί η συγγραφή.

Όχι όμως σήμερα το πρωί που ο πιτσιρικάς που μοιράζει τις εφημερίδες έφτασε στο καφενείο ξεφωνίζοντας ενθουσιασμένος: “Έρχεται ο ρώσος. Θα γίνουμε κι εμείς πλούσιοι! Έρχεται ο ρώσος”! Ο κυρ. Νίκος πήρε αμίλητος την εφημερίδα και λίγο πριν φύγει ο νεαρός, τον σταμάτησε:
- “Ποιος ρώσος; Δεν γράφει κάτι στους τίτλους η εφημερίδα. Τι είναι αυτά που λες”;
- “Δεν προλάβανε ακόμα να τα γράψουν. Ένας πολύ πλούσιος ρώσος θα έρθει στο χωριό μας και θα φτιάξει ξενοδοχείο για τους ξένους. Το άκουσα που το έλεγαν στο πρακτορείο που μοιράζανε τις φυλλάδες. Σας το λέω αλήθεια κύριε Νομικέ” απάντησε λαχανιασμένος. Ο Νομικός σταμάτησε να τον προσέχει πριν αυτός ολοκληρώσει την φράση του και άρχισε να διαβάζει απολαμβάνοντας τον καφέ του και εισπνέοντας το καθαρό οξυγόνο από τον μεγάλο πλάτανο στη μέση της πλατείας.

Μετά από αρκετές ημέρες, οι εφημερίδες έγραψαν πως ένας ζάμπλουτος ρώσος θα ξεκινούσε εργασίες κατασκευής ενός συγκροτήματος κατοικιών σε περιοχή ανάμεσα στο δάσος του Μαυροβουνίου και της λίμνης Κάρλας. Το Στεφανοβίκειο βρίσκεται ανάμεσα στο δάσος και την λίμνη και αν όλα αυτά ήταν αλήθεια, ο Νομικός φοβόταν πως η ηρεμία τους θα διαταρασσόταν. Και είχε δίκιο. Το επόμενο διάστημα ένα συνεργείο δεκάδων, ίσως και εκατοντάδων ανθρώπων, έρχονταν κάθε πρωί από τον Βόλο, περνούσαν λίγο έξω από το Στεφανοβίκειο και σταματούσαν λίγο πριν το δάσος του Μαυροβουνίου. Όπως μαθεύτηκε, αρκετοί χωρικοί είχαν λάβει τεράστιες αποζημιώσεις ούτως ώστε να παραχωρήσουν κάποιες καλλιεργήσιμες εκτάσεις που διατηρούσαν σε εκείνο το σημείο. Τα συνεργεία εργαζόντουσαν από νωρίς το πρωί έως αργά το βράδυ όλες τις ημέρες της εβδομάδας, ενώ για λόγους ασφαλείας, κανείς τους δεν επέτρεπε να πλησιάσει κάποιος άσχετος με το έργο. Για τον λόγο αυτό είχαν ξεκινήσει χτίζοντας περιμετρικά ένα τείχος με ξύλο και τσιμέντο ενώ έξω από το τείχος υπήρχε μία τάφρος με βάθος που έφτανε τα δύο μέτρα. Ως εκεί μπορούσε κανείς να δει χωρίς να ξέρει τι χτιζόταν πιο μέσα.

Όσο ο καιρός περνούσε, κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες στο χωριό σχετικά με την υπερβολική μυστικότητα και το τι θα μπορούσε να γίνεται. Φυσικά κανείς ποτέ δεν δέχτηκε να ασχοληθεί σοβαρά με τα όσα ακουγόταν, μέχρι που ένα πρωί που ο Νομικός έπινε τον καφέ του στο καφενείο διαβάζοντας την εφημερίδα του, ένας χωρικός έτρεχε προς την πλατεία φωνάζοντας: “πάρτε το ασθενοφόρο! Η κυρία του μαστρο-Θανάση σκοτώθηκε”. Όσοι ήταν εκεί μπροστά έτρεξαν έντρομοι προς το μέρος του και αφού κάλεσαν τις αρχές, πολλοί έτρεξαν προς την γη του Θανάση. Η γυναίκα του κείτονταν νεκρή με το κρανίο της να είναι εκτός θέσης, σπασμένο από τον λαιμό. Ο μαστρο-Θανάσης είχε γονατίσει και είχε ξεσπάσει σε λυγμούς. Οι χωρικοί προσπάθησαν να τον συνεφέρουν ενώ το ασθενοφόρο είχε μόλις καταφτάσει και μετέφερε την άψυχη γυναίκα. Το ίδιο βράδυ ο Νομικός κατέβηκε στο καφενείο ενώ δεν το συνήθιζε για εκείνη την ώρα. Λόγω της μικρής απόστασης από το σημείο που καθόταν, άκουγε τις συζητήσεις όπου πολλοί έλεγαν: “εμένα μου το είπε καθαρά ο άνθρωπος όταν συνήλθε. Ένα βούισμα άρχισε να συγκλονίζει την περιοχή. Οι αγελάδες μούγκριζαν αναίτια, τα κατσίκια συγκρούονταν μεταξύ τους και η κυρία του Θανάση πήρε φόρα και με δύναμη προσέκρουσε στον αχυρώνα συνθλίβοντας το κεφάλι της” και συνέχισε, “δεν ξέρω φίλε. Θυμάσαι προχθές που ο Σταμάτης στο διπλανό αμπέλι έλεγε πως τα σταφύλια είχαν μαυρίσει ή ο Στρατούλης που έλεγε πως χθες τα άλογα του δεν σηκωνόντουσαν από τον αχυρώνα; Κάτι πολύ περίεργο συμβαίνει εδώ πέρα”.

Ο Νομικός σηκώθηκε και έφυγε από το καφενείο. Επέστρεψε σπίτι του όπου άνοιξε ένα μεγάλο ντουλάπι με τεράστιους τόμους από βιβλία αλλά και σημειώσεις σε μεγάλα τετράδια. Έβαλε λίγο τσίπουρο στο μικρό διάφανο ποτήρι και χωρίς καν να βγάλει το παλτό του χώθηκε ανάμεσα στα βιβλία ανάβοντας μόνο το μικρό φωτιστικό που ήταν πάνω στο γραφείο του. Το διάβασμα του κρατούσε για ώρες και τότε πήρε έναν χάρτη από το συρτάρι του και αφού τον ξεδίπλωσε άρχισε να τραβάει γραμμές πάνω του με την βοήθεια ενός διαβήτη και ενός χάρακα. Όταν γέμισε για τελευταία φορά το ποτήρι του αδειάζοντας παράλληλα την καράφα με το τσίπουρο είχαν ήδη αρχίσει να φαίνονται οι πρώτες ακτίνες του ηλίου. Εξουθενωμένος και ίσως και ζαλισμένος, φύλαξε τις σημειώσεις και τον χάρτη και ξάπλωσε στο κρεβάτι που βρισκόταν ακριβώς δίπλα του, όπου και κοιμήθηκε σχεδόν ολόκληρη την ημέρα.

Όταν σηκώθηκε, ντύθηκε βιαστικά και μπήκε στο αυτοκίνητό του που αγανάκτησε να πάρει μπροστά. Είχε πολύ καιρό να το χρησιμοποιήσει, όμως σύντομα άρχισε να βγαίνει από το χωριό υπό τα αδιάκριτα βλέμματα των περαστικών συγχωριανών του. Ο Νομικός πλησίασε στο σημείο όπου υπήρχε το εργοτάξιο και βγάζοντας μία πυξίδα σαν αυτές που έχουν στον στρατό, άρχισε να κοιτάει γύρω του. Ο Νομικός πλησίαζε την τάφρο και κοιτούσε το περίεργο περιμετρικό οικοδόμημα, όταν ένας υψηλόσωμος άντρας με στολή εργάτη, τον πλησίασε και του μίλησε κοφτά:
- “Ο χώρος όπου βρίσκεστε κύριε είναι ιδιωτικός. Θα μπορούσατε να φύγετε παρακαλώ”;
- “Με συγχωρείτε. Νόμιζα πως το κομμάτι που σας ανήκει ξεκινάει από την τάφρο κι έπειτα. Θα φύγω αμέσως. Αλήθεια τι φτιάχνετε εκεί μέσα”; ρώτησε αδιάφορα ο Νομικός.
- “Ξενώνες για διακεκριμένους καλεσμένους του ιδιοκτήτη” απάντησε ο εργάτης και ο Νομικός απομακρύνθηκε γνέφοντας με το κεφάλι του.

Ύστερα από καιρό τα συνεργεία αποσύρθηκαν αφήνοντας πίσω τους ένα ιδιόμορφο κυκλικό φρούριο, ενώ την επόμενη ημέρα πλήθος κόσμου άρχισε να καταφτάνει στην περιοχή. Δημοσιογράφοι είχαν αγκυροβοληθεί στο αεροδρόμιο της Νέας Αγχιάλου και στο λιμάνι του Βόλου όπου υποδέχτηκαν πλήθος διασημοτήτων από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Ανάμεσα τους, ηθοποιοί, μουσικοί, αλλά και διάσημοι επιστήμονες. Λίγο νωρίτερα, ένα ελικόπτερο είχε προσγειωθεί μέσα στο κτίριο που προφανώς ήταν ανοιχτό στο κέντρο του κύκλου που σχημάτιζε. Έως το μεσημέρι, πολυτελείς λιμουζίνες άρχισαν να διασχίζουν τον μέτριο δρόμο από τον Βόλο που περνάει το Βελεστίνο και μέσω της νέας εθνικής οδικής αρτηρίας φτάνει κοντά στο Στεφανοβίκειο. Μπροστά σε αυτό το πανδαιμόνιο πολλοί χωρικοί προσπάθησαν να πλησιάσουν και ίσως και να περάσουν την μοναδική πύλη που δεν εμποδιζόταν από την τάφρο. Στο σημείο όμως υπήρχαν φύλακες και ενημέρωναν τον κόσμο πως η πρόσβαση επιτρέπεται μόνο σε προσκεκλημένα άτομα και δημοσιογράφους με διαπίστευση. Όλοι λοιπόν περίμεναν την κάλυψη των δημοσιογράφων.

Πραγματικά από την επόμενη ημέρα ήταν πρώτη είδηση σε όλα τα μέσα μαζικής ενημέρωσης: ‘Ρώσος δισεκατομμυριούχος έχτισε το πρώτο κέντρο επιστημονικής κοινότητας στον Βόλο’ έγραφαν οι εφημερίδες, ενώ στα ρεπορτάζ των ειδήσεων άκουγες: “Βρισκόμαστε λίγο έξω από τον Βόλο όπου ένας ρώσος μεγιστάνας έφτιαξε εδώ ένα πολύ ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό αριστούργημα κυκλικής μορφής. Πρόκειται για έναν οικισμό που είναι κυκλικός, οχυρωμένος με δυο ομόκεντρες σειρές τειχών. Στο κέντρο του υπάρχει μια ορθογώνια πλατεία και ανάμεσα σε αυτή και τα τείχη, βρίσκονται δύο δακτύλιοι με κατοικίες που χωρίζονται με έναν επίσης κυκλικό δρόμο που περνάει ανάμεσά τους. Στις κατοικίες αυτές υπάρχουν διαμερίσματα στα οποία θα κατοικούν μόνιμα μερικοί από τους σπουδαιότερους επιστήμονες και καλλιτέχνες του κόσμου, ενώ οι υπόλοιποι χώροι αποτελούνται από εργαστήρια σχετικά με την φυσική, την χημεία, την ρομποτική, την αστρονομία και κάθε σύγχρονη επιστήμη και τέχνη. Το ‘Παγκόσμιο Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας’ όπως το αποκάλεσε ο ιδρυτής Γιούρι Ντενέφσκι πρόκειται να γίνει το κέντρο της επιστήμης και της έρευνας σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ όταν ρωτήθηκε γιατί επέλεξε την Ελλάδα και όχι την γενέτειρα του Ρωσία, ο ίδιος απάντησε πως ήθελε να δώσει έμφαση στους ελληνορωσικούς δεσμούς και την ιστορία”. Ακόμα και οι εικόνες μέσα από τον χώρο που δημοσιεύτηκαν ήταν περιορισμένες.

Όπως ήταν φυσικό οι κάτοικοι στο Στεφανοβίκειο ένοιωσαν ιδιαίτερα περήφανοι που η κατασκευή έγινε τόσο κοντά σε αυτούς ενώ καρπώθηκαν και με οφέλη εξαιτίας του ενδιαφέροντος κόσμου που έρχονταν ως εκεί ακόμα και αν δεν μπορούσαν να έχουν πρόσβαση προς τα ενδότερα. Και μόνο ο θαυμασμός του τείχους περιμετρικά ήταν αρκετός. Πάντως, οι περισσότεροι κατέληγαν στο χωριό ζητώντας είτε διαμονή είτε λίγες ώρες ξεκούρασης στο καφενείο και την ταβέρνα.

Το επόμενο διάστημα το όλο θέμα ξεχάστηκε. Ο κόσμος γύρισε στην καθημερινότητά του χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία στο κοντινό κτίσμα. Μόνο κάποιοι χωρικοί που είχαν γη κοντά σε αυτό, διαμαρτυρόντουσαν που και που πως τα ζώα φέρονταν παράξενα ή πως οι ίδιοι είχαν ζαλάδες ή αλλόκοτη συμπεριφορά όπως σπαστικό γέλιο. Όμως κανείς δεν έδινε περαιτέρω σημασία πέραν της αρχικής αντίδρασης που ήταν ένα ξεκαρδιστικό γέλιο. Άλλωστε αυτό ήταν άσχετο. Σωστά; Κι έτσι πέρασαν οι πρώτοι μήνες και κάποια χρόνια.

Ένα πρωινό που ο Νομικός έπινε τον καφέ του στο καφενείο ο νεαρός που τους έφερνε τις εφημερίδες ενημέρωνε φωναχτά τον κόσμο πως αύριο θα έρθει ο κτηνίατρος και θα κάτσει όλη την εβδομάδα για να επισκεφτεί τα ζώα όσων ήθελαν. Ο Νομικός άκουσε σε μια παρέα λίγο πιο πέρα πως τον κτηνίατρο τον κάλεσε ο δήμαρχος Κάρλας, καθώς στην λίμνη ανατολικά του χωριού οι ψαράδες εντόπισαν εκατοντάδες νεκρά ψάρια και επειδή πολλές φορές έφταναν στα αυτιά του οι παράξενες καταγγελίες των κτηνοτρόφων για τα ζώα τους, αποφάσισε να πάρει στα σοβαρά τις καταγγελίες τους.

Πράγματι, ο κτηνίατρος ήρθε το μεσημέρι στο χωριό. Είχε επισκεφθεί νωρίτερα την λίμνη. Ο Νομικός τον πλησίασε και τον κάλεσε να κάτσει αυτός, ο βοηθός του και ο δήμαρχος –που τον συνόδευε- στο δικό του τραπέζι. Αφού οι τέσσερις άντρες συστήθηκαν μεταξύ τους, άρχισαν να συνομιλούν:
- “Εγώ εξέτασα και το νερό και τα νεκρά ψάρια και τα ζωντανά. Δεν μπόρεσα να βρω κάτι όπως έλεγα στον κύριο δήμαρχο. Θα φύγω τώρα να πάω δυτικά και βόρεια που ενημερώθηκα πως υπάρχουν βοσκοί που εκφράζουν παράπονα για ανώμαλες συμπεριφορές των ζώων τους” δήλωσε προβληματισμένος ο κτηνίατρος.
- “Θα ήθελα πολύ να επιστρέψετε από το χωριό πριν αναχωρήσετε. Ξέρετε, πολλές φορές εδώ ο κόσμος λειτουργεί με την μέθοδο του χαλασμένου τηλεφώνου. Ο καθένας μεταφέρει μια είδηση εντελώς παραποιημένη. Οπότε καλό είναι να ενημερώσετε τους κατοίκους από εδώ, δημόσια” προσπάθησε να εξηγήσει ο Νομικός.
- “Εννοείτε πως απλά θέλετε να ακούσετε εσείς τι έχει να πει ο γιατρός” συμπλήρωσε με νόημα ο δήμαρχος για να εισπράξει το χαμόγελο του Νομικού.
Κατόπιν αυτού, οι άντρες αναχώρησαν.

Επισκέφθηκαν βοσκούς, κατέγραψαν τα παράπονα τους και εξέτασαν κάποια ζώα. Όταν έφτασαν στον επόμενο έγιναν μάρτυρες ενός τραγικού περιστατικού. Ενώ συνομιλούσαν με τον κτηνοτρόφο, μία αγελάδα που βρισκόταν πιο πέρα, άρχισε να μουγκρίζει με μανία. “Να, αυτό κάνει” άρχισε να φωνάζει ο κτηνοτρόφος και πριν προλάβει να ολοκληρώσει η αγελάδα άρχισε να τρέχει εντελώς ασυνήθιστα για το βάρος και τις αντοχές της. Έτρεξε για περίπου σαράντα μέτρα ώσπου καρφώθηκε στον κορμό μιας ελιάς που βρισκόταν πιο πέρα. Η σύγκρουση ήταν τόσο σφοδρή που κάποια ξεροκλάδια έσπασαν από το δέντρο, ενώ ακούστηκε καθαρά το σπάσιμο του λαιμού του ζώου που ξεψύχησε λίγα δευτερόλεπτα μετά. Ο κτηνοτρόφος ξέσπασε σε λυγμούς και ο κτηνίατρος προσέγγισε την νεκρή αγελάδα, την εξέτασε και λίγο αργότερα έφυγε.

Ως αργά το απόγευμα ο κτηνίατρος έφτασε στην πλατεία κι έκατσε στο καφενείο. “Τράβα να φωνάξεις τον κυρ. Νίκο” δήλωσε επιτακτικά ο δήμαρχος σε έναν νεαρό που έπαιζε με τους φίλους του. Σε λίγα λεπτά ο Νομικός ερχόταν με βιαστικό βηματισμό και ανήσυχο βλέμμα. Ο κτηνίατρος του διηγήθηκε όλα όσα είδε και άκουσε και κατέληξε:
- “…εγώ όμως δεν βρήκα τίποτα σε αυτά τα ζώα”.
- “Είμαι σίγουρος πως δεν βρήκατε. Δήμαρχε αύριο θέλω να φέρεις έναν ηλεκτρολόγο. Φέρε ένα συνεργείο από την Αθήνα καλύτερα. Θα πληρώσω εγώ τα έξοδα. Εσύ απλά κανόνισε να φέρεις τους καλύτερους. Μην ρωτήσεις άλλα. Όταν έρθει εκείνος θα σου εξηγήσω” κατέληξε ο Νομικός για να εισπράξει ένα καταφατικό νεύμα γεμάτο ερωτήσεις από τον δήμαρχο.

Νωρίς το πρωί τρία άτομα με ομοιόμορφες φόρμες έφτασαν με το αυτοκίνητο του δημάρχου και από εκεί αφού γνωρίστηκαν με τον Νομικό, ξεκίνησαν όλοι μαζί για την λίμνη Κάρλα. Οι ηλεκτρολόγοι άρχισαν να μετρούν το νερό και ξαφνικά άρχισαν να φωνάζουν μεταξύ τους: “Το νερό είναι ραδιενεργό. Απορώ πως δεν χοχλάζει! Είναι θέμα χρόνου να ψοφήσουν όλα τα ζωντανά εδώ μέσα”! Ο Νομικός κοίταξε αινιγματικά βαθιά στα μάτια των δήμαρχο και πλησίασε τον ηλεκτρολόγο κάνοντας του νόημα να φύγουν. Εκείνοι κράτησαν μερικές σημειώσεις κι έπειτα όλοι μαζί αναχώρησαν. Προσπέρασαν δυτικά το χωριό και επισκέφτηκαν τους βοσκούς. Άρχισαν να μετρούν την γη, τα ζώα, έσκαψαν σε μερικές περιπτώσεις, εξέτασαν ακόμα και την άτυχη αγελάδα. Τότε ο ένας πλησίασε τον δήμαρχο και τον Νομικό και είπε: “Οι γεωμαγνητικές μετρήσεις έδειξαν έντονες μαγνητικές ανωμαλίες. Παράλληλα, καταμετρήθηκαν παράξενες μορφές ακτινοβολιών, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις η θερμοκρασία του περιβάλλοντος ανεβοκατέβαινε. Το έδαφος σε πολλά σημεία του, παρουσιάζει μεγάλες συγκεντρώσεις νιτρικών αλάτων, που το κάνουν ακατάλληλο για καλλιέργεια”. Ο δήμαρχος κοιτούσε απορημένος, όμως ο Νομικός δεν έχασε χρόνο. “Πρέπει να πάμε και κάπου άλλου. Δήμαρχε θα πάμε κι άλλο δυτικά. Θα περάσουμε το κτίριο του ρώσου και θα πάμε στο δάσος. Στο Μαυροβούνι. Θα μετρήσουμε κι εκεί” είπε αυστηρά ο Νομικός και αμέσως οι άντρες αναχώρησαν για εκεί.

Όταν έφτασαν, οι ειδικοί άρχισαν τις μετρήσεις, όμως αυτές διέκοψε ο δήμαρχος. “Δείτε τα δέντρα” φώναξε. “Βλέπετε αυτά τα σημάδια; Είναι καρκινώματα και όγκοι στους κορμούς τους. Οι κορμοί είναι παράξενα στρεβλωμένοι στο κάτω μέρος τους και παραμορφωμένοι. Αυτό δεν είναι φυσιολογικό. Θα επικοινωνήσω με το δασαρχείο όταν επιστρέψουμε”. Πραγματικά, οι άντρες επέστρεψαν στο χωριό και μετέβηκαν στο σπίτι του Νομικού. Εκεί αντάλλαξαν απόψεις για τα αποτελέσματα των μετρήσεων τους, ενώ ο δήμαρχος επικοινώνησε με το δασαρχείο για να ρωτήσει πληροφορίες από τον δασοφύλακα.
- “Δεν έχουμε δασοφύλακα πια εκεί” ήταν η απάντηση της υπαλλήλου.
- “Για ποιο λόγο” ρώτησε επικριτικά ο δήμαρχος.
- “Ο μόνιμος φύλακας αυτοκτόνησε πριν δύο χρόνια και ο αντικαταστάτης του βρίσκεται στο ψυχιατρείο. Μετά από αυτό δεν αντικαταστάθηκε” ενημέρωσε η υπάλληλος.
- “Γιατί στο ψυχιατρείο”; ρώτησε με περιέργεια εκείνος.
- “Γιατί στην αρχή ενημέρωνε πως θέλει μετάθεση, όμως στη συνέχεια έστελνε σήματα στην διεύθυνση πως βλέπει λάμψεις στον ουρανό, φωτεινές σφαίρες να ξεπηδούν από το έδαφος και φωτεινά φαντάσματα. Στην αρχή δεν δόθηκε σημασία όμως άρχισε να μας παίρνει τηλέφωνο και να ουρλιάζει. Τότε ήρθε ο γιατρός όπου έκρινε απαραίτητη την νοσηλεία του σε ψυχιατρική κλινική. Μετά από αυτό αποφασίστηκε να μην υπάρχει φύλακας για ένα διάστημα”.
Οι περιγραφές αυτές ήταν πολύ-πολύ παράξενες. Ο δήμαρχος και ο Νομικός ευχαρίστησαν τους τεχνικούς για την εργασία τους και κατόπιν έμειναν μόνοι στο σπίτι του.
- “Δήμαρχε πρέπει να σου δείξω μία μικρή μελέτη που έκανα πριν μερικά χρόνια. Όταν αυτοκτόνησε η γυναίκα του συγχωριανού μας” είπε προσεγγίζοντας ένα συρτάρι και βγάζοντας από εκεί έναν ογκώδη φάκελο από τον οποίο εξείχαν χαρτιά και βιβλία.
- “Τι σχέση έχει το ένα με το άλλο Νίκο; Δεν πιστεύω να υπαινίσσεσαι κάτι” απάντησε μάλλον φοβισμένος.
- “Κοίτα εδώ δήμαρχε” είπε και άρχισε να ξεδιπλώνει έναν χάρτη και να ξεφυλλίζει δύο βιβλία. “Το 1987 δύο μαθητές ανακάλυψαν στην Ρωσία μία αρχαία πόλη. Οι αρχαιολόγοι έμειναν άφωνοι όταν διαπίστωσαν πως επρόκειτο για μία τέλεια δομημένη πόλη. Επρόκειτο για το ‘Άρκαιμ’ που στα ρωσικά σημαίνει γη και ουρανός και χρονολογείται από τον δέκατο έβδομο αιώνα προ Χριστού. Το κτίσμα χαρακτηριζόταν από τα κυκλικά του τείχη ενώ και στο εσωτερικό του, υπήρχαν σπίτια που ακολουθούσαν κυκλική ροή, ακριβώς όπως ο δημοσιογράφος περιέγραφε στα εγκαίνια. Οι κάτοικοι έζησαν εκεί για λίγα χρόνια και υπό άγνωστες συνθήκες μετανάστευσαν βάζοντας οι ίδιοι φωτιά στο Αρκάιμ. Το παράξενο είναι πως σύμφωνα με τους αρχαιολόγους η πόλη είχε φτιαχτεί με πολύ προηγμένα μέσα για την εποχή, ενώ όπως εξετάστηκε, η θέση του παρακολουθεί με εκπληκτική ακρίβεια δεκαοχτώ αστρονομικά φαινόμενα, ενώ για παράδειγμα το Στόουνετζ, δεκαπέντε. Άκου κι αυτό. Ο αρχαιολογικός χώρος είναι σήμερα ανοιχτός για το κοινό αλλά όχι σε όλα τα σημεία του. Τα δέντρα στην περιοχή παρουσιάζουν ανωμαλίες. Αρχαιολόγοι που εργάστηκαν εκεί ανέφεραν δυσφορίες, τάσεις αυτοκτονίας, ενώ κάποιοι κλείστηκαν σε ψυχιατρείο. Δήμαρχε σου θυμίζω πως οι ίδιοι οι κάτοικοι πυρπόλησαν το τέλειο κτίσμα τους. Σήμερα οι ντόπιοι φοβούνται να πηγαίνουν εκεί”. Ο Νομικός του έδειχνε φωτογραφίες μέσα από το βιβλίο εξηγώντας του την ομοιότητα με το επιστημονικό κέντρο που είχε φτιάξε ο ρώσος.
- “Κάτι γίνεται λοιπόν εκεί μέσα. Κάνουν πειράματα που τρελαίνουν τα ζώα και τον κόσμο” κατάφερε να συμπληρώσει μετά δυσκολίας ο δήμαρχος.
- “Κι όχι μόνο. Ίσως τρελαίνονται και οι ίδιοι δήμαρχε. Ξεχνάς πως κανείς ποτέ δεν βγήκε από εκεί και κανείς δεν μπήκε. Πως παίρνουν προμήθειες για τρόφιμα; Πως επικοινωνούν με τις οικογένειες τους”;
- “Θα επικοινωνήσω άμεσα με το Υπουργείο. Πρέπει να μπούμε μέσα, να δούμε τι συμβαίνει” απάντησε σχεδόν πανικόβλητος.

Πραγματικά, ο δήμαρχος επικοινώνησε με στελέχη του υπουργείου Εσωτερικών. Παρουσίασε όλα τα στοιχεία που είχαν αποκομίσει από την έρευνα αλλά και τις μελέτες του Νίκου Νομικού και η υπόθεση κίνησε το ενδιαφέρον ανώτατων στελεχών της κυβέρνησης. Σύντομα η είδηση διέρρευσε στον τύπο και μάλιστα έγινε γνωστό πως η κυβέρνηση προτίθεται να βγάλει ένταλμα έρευνας στον αποκλεισμένο χώρο του Παγκόσμιου Επιστημονικού Κέντρου Ερευνών.

Στην είδηση ξέσπασε πανικός. Διαδηλωτές στην Αθήνα άρχισαν να ζητούν το κλείσιμο του κέντρου, αλλά και χωρικοί στο Στεφανοβίκειο άρχισαν να φοβούνται, να κλείνονται στα σπίτια ή ακόμα να φέρνουν τα ζώα τους ως το χωριό!

Σε λίγες μέρες αστυνομικές δυνάμεις κατέφτασαν στην περιοχή, παρατάχθηκαν περιμετρικά του κτιρίου και  προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν με την μέσα μεριά χωρίς να λάβουν καμία απόκριση. Δεδομένου πως η αστυνομία είχε βγάλει ήδη ένταλμα οι αστυνομικοί είχαν το δικαίωμα να εισβάλουν στον χώρο. Πως όμως θα το έκαναν αυτό; Η μοναδική θεόρατη πύλη ήταν ερμητικά κλειστή ενώ περιμετρικά η τάφρος καθιστούσε αδύνατη την προσέγγιση.

Η κυβέρνηση αποφάσισε να επιστρατεύσει τον στρατό για να εισβάλει στο κτίριο. Πραγματικά ο στρατός περικύκλωσε το συγκρότημα κτιρίων, ενώ η αστυνομία σε μεγαλύτερη ακτίνα έφτιαξε μια περίμετρο πίσω από την οποία είχαν μαζευτεί διαδηλωτές, δημοσιογράφοι και απλοί πολίτες από όλο τον κόσμο. Μετά από αλλεπάλληλες προειδοποιήσεις ο στρατός πυρπόλησε την πύλη και εισέβαλε προσεκτικά μέσα με πεζούς στρατιώτες. Για ώρα δεν ακουγόταν τίποτα. Ούτε πυροβολισμοί, ούτε φωνές. Μόνο μετά από λίγο, μερικοί στρατιώτες βγήκαν έξω ζαλισμένοι και σε ημιλιπόθυμη κατάσταση. Κάποιοι συνάδελφοι τους έτρεξαν να τους στηρίξουν, κάποιοι άλλοι φοβήθηκαν και έκαναν πίσω, ενώ κάποιοι από τους στρατιώτες έχασαν τις αισθήσεις τους και έπεσαν στην τάφρο. Κανείς από όσους βγήκαν έξω δεν κατάφερε να πει κάτι, οπότε ο συνταγματάρχης που είχε βρεθεί εκεί για να συντονίσει την διαδικασία επικοινώνησε με τον Υπουργό Άμυνας. Αφού τον ενημέρωσε χαμηλόφωνα, όσοι ήταν κοντά του άκουσαν να λέει: “Μάλιστα” με αποφασιστικότητα και να κλείνει το τηλέφωνο.

Αμέσως, έδωσε εντολή να περιμένουν όλοι απομακρυσμένοι. Μετά από δύο ώρες περίπου ένα όχημα του στρατού κατέφτασε και μία ντουζίνα περίπου από άντρες με παράξενες λευκές στολές που κάλυπταν ακόμα και το κεφάλι τους κατέβηκαν, αναφέρθηκαν, έλαβαν μία πρόχειρη ενημέρωση και εισήλθαν στον χώρο. Οι άντρες μετά από μισή ώρα περίπου άρχισαν να βγαίνουν με πρόχειρα φορεία που είχαν προμηθευτεί και στα οποία είχαν τοποθετήσει στρατιώτες χωρίς αισθήσεις. Ο ένας από αυτούς φαινόταν να έχει σπάσει το κρανίο του σα να συγκρούστηκε με κάτι. Τις επόμενες ώρες οι άντρες με τις λευκές στολές έφεραν και τους υπόλοιπους στρατιώτες. Άλλοι νεκροί, άλλοι χωρίς αισθήσεις κι άλλοι να παραμιλούν λέγοντας ασυναρτησίες. Σύντομα, ξεκίνησαν να βγάζουν έξω τους κατοίκους της περιοχής. Ήταν όλοι ζωντανοί όμως δεν έδειχναν να έχουν επαφή με την πραγματικότητα. Ακολουθούσαν τους μεταφορείς χωρίς αντίσταση, όμως δεν απαντούσαν σε ερωτήσεις. Αντίθετα μιλούσαν για εξισώσεις και χημικά στοιχεία σε διάφορες γλώσσες.

Αφού ο συνταγματάρχης έλαβε διαβεβαιώσεις πως στον χώρο δεν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι, έστειλε την αποστολή για άλλη μια φορά μέσα μαζί με μία κάμερα και φωτογραφικές μηχανές. Η εντολή ήταν να τραβήξουν τα πάντα μέσα σε τρεις ώρες. Στο μεταξύ ακολούθησε μία ακόμα σύσκεψη μέσω τηλεφώνου του συνταγματάρχη, του Υπουργού Άμυνας, του ίδιου του πρωθυπουργού και ενός ρώσου αξιωματούχου που φαίνεται πως από την αρχή βρισκόταν σε συνομιλίες με την κυβέρνηση για το συμβάν. Λίγο πριν την πάροδο των τριών ωρών οι άντρες επέστρεψαν και ο συνταγματάρχης έδωσε εντολή να μεταφέρουν βυτιοφόρα που είχαν φτάσει λίγο νωρίτερα βενζίνη περιμετρικά του κτιρίου ενώ την ίδια ώρα ένα πυροσβεστικό ελικόπτερο έριξε βενζίνη στο κέντρο του κτιρίου που ήταν ανοιχτό από ψηλά. Την ίδια ώρα η αστυνομία απομάκρυνε το πλήθος και όταν η διαδικασία ολοκληρώθηκε ειδικό μηχάνημα εκτόξευσε εκρηκτικά μέσα στο κτίριο όπου και σημειώθηκε ελεγχόμενη έκρηξη. Σε λίγα λεπτά όλο το κτίριο είχε τυλιχθεί στις φλόγες ενώ πυροσβέστες αγκυροβολημένοι κυρίως στο Μαυροβούνι ήταν σε επιφυλακή για τυχόν πυρκαγιά. Το Κέντρο καταστράφηκε ολοσχερώς και μόνο από ψηλά φαινόντουσαν τα σημάδια του.

Οι κάμερες και οι φωτογραφικές μηχανές δεν λειτούργησαν ποτέ και κανείς δεν είδε τι τράβηξαν. Οι διασωθέντες μοιράστηκαν σε όλα τα διαθέσιμα νοσοκομεία της περιοχής ενώ οι επιστήμονες ήταν μεν ζωντανοί ήταν όμως ανίκανοι να βοηθήσουν σε οποιαδήποτε έρευνα. Τους επόμενους μήνες με έξοδα της ρωσικης κυβέρνησης χτίστηκε λίγο έξω από το Στεφανοβίκειο ένα ψυχιατρείο όπου νοσηλεύτηκαν οι περίπου χίλιοι επιστήμονες και στρατιώτες που κρίθηκε απαραίτητο πως έπρεπε να νοσηλευτούν σε ίδρυμα. Το νέο ίδρυμα ονομάστηκε ‘Άρκαμ Άσυλο’. Όσο για τον Νίκο Νομικό, είχε βρει το θέμα του επόμενου βιβλίου του με τίτλο ‘η πόλη που δεν αναστήθηκε ποτέ’.


σχόλια; αντιρρήσεις; ερωτήσεις;
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΣΑΣ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ
 Διαβάστε περισσότερα.. »