Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010

yannidakis - Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ: Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ

                                         ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ: ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2009




Μια φορά σε έναν καιρό στο μικρό ορεινό χωριό του Μορχώτ, ο Άρης, ένας δεκαεξάχρονος νέος, δούλευε στο αγρόκτημα του πατέρα του μαζί με τη μάνα του. Είχαν μια μικρή γη με ζώα και καλλιεργούσαν λαχανικά. Ο Άρης είχε σταματήσει το σχολείο για να βοηθάει τους γονείς του και όλοι δούλευαν για τη μικρή του αδερφούλα και το μέλλον της που όλοι ονειρεύονταν, μα και να ξεπληρώσουν τους πλούσιους γαιοκτήμονες που τους είχαν παραχωρήσει ένα κομμάτι γης με δυσβάσταχτους τόκους.

Ήταν οι Καταπότηδες. Μια οικογένεια φόβητρο για το χωριό. Τους άνηκε μεγάλο μέρος του και οι επενδύσεις τους έφταναν ως και την πόλη. Λέγεται πως διακινούν ναρκωτικά και κάποιοι απ’ τους ντόπιους ξέρουν πως τα καλλιεργούν εκεί, στους πρόποδες του βουνού σε μια μικρή πεδιάδα. Κανείς όμως δε θα τα έβαζε μαζί τους. Σχεδόν όλοι, τους χρωστούσανε.

Ο καιρός είχε φτάσει να είναι μουντός, υγρός και κρύος. Ο Άρης προσπαθούσε να ξεκουράζει τους γονείς του το απόγευμα που περνούσαν χρόνο με την μικρή Αλεξία και βουτηγμένος στις λάσπες πάλευε να τελειώσει τις αγροτικές δουλειές της ημέρας όταν άκουσε φωνές μέσ’ απ’ το σπίτι. Έτρεξε γρήγορα για να δει δύο από τους Καταπότηδες να σημαδεύουν με καραμπίνα τους γονείς του. “Ο γιός σου μεγάλωσε τώρα κι εσείς είστε άχρηστοι. Ποτέ δεν καταφέρατε να πληρώσετε στην ώρα σας” Ο Άρης μπήκε στη μέση τρομοκρατημένος όμως ένα δυνατό σκαμπίλι τον 'πέταξε' στην αγκαλιά της αδερφής του που κοιτούσε τρομοκρατημένη. “Αυτές μικρέ είναι η κληρονομιά σου. Κοίτα να είσαι περισσότερο συνεπής απ’ τους γέρους σου” είπε ο ένας και έβαλε τις σφαίρες που του έδειξε στην καραμπίνα. Πυροβόλησε χωρίς σκέψη, αφήνοντας τους αιμόφυρτους να πέσουν στο πάτωμα.

Τα παιδιά έκλαιγαν πέφτοντας στα νεκρά πτώματα των γονιών τους. Η επόμενη μέρα ήταν δύσκολη. Θα έπρεπε να παλέψουν με τα χρέη και τη δουλειά στο μικρό χωράφι, όμως κανείς δεν το σκεφτόταν αυτό.

Τα χρόνια που πέρασαν κάθε άλλο παρά όπως τα προγραμμάτιζαν, ήταν. Ο Άρης παρέμεινε γνωστός στην μικρή κοινωνία του χωριού αυτή τη φορά για τις ικανότητες του ως πότης. Καθημερινά από καφενείο σε bar έπινε ασταμάτητα και το χάραμα τύφλα στο μεθύσι γυρνούσε. Εκεί που ξυπνούσε την Αλεξία από τις φωνές του. Εκείνη αν και ανεπτυγμένη κοπέλα δεν τολμούσε να μιλήσει γιατί ο αδερφός την την έδερνε. Τώρα ασχολούνταν εκείνη με το χωράφι και τα ζώα αφήνοντας το σχολείο ή κάθε όνειρο για το μέλλον.

Δυο μέρες μετά ο Άρης γύρισε καλοντυμένος στο σπίτι μαζί με έναν φίλο του. Ήταν ένας πενηντάρης χασάπης, χήρος από χρόνια. “Αλεξία!” φώναξε ευγενικά ο Άρης. “Πόσες μέρες έχεις να βγεις να ξεσκάσεις; Σήμερα θα πας βόλτα με τον κύριο Έκτορα. Ντύσου γρήγορα”. “Να μου τη γυρίσεις πριν τις δέκα” είπε φιλικά στον κακοδιατηρημένο χασάπη. Ο Έκτορας την πήγε μακριά σε ένα κελάρι και χωρίς κουβέντες τις έσκισε τα ρούχα. Η Αλεξία ήταν δυνατή και αντιστεκόταν. “Ο αδερφός σου χρωστάει παντού. Αν δεν του δώσω λεφτά θα τον κλείσουν μέσα. Αυτό θες;” Η Αλεξία σώπασε και έκλεισε τα μάτια. Το σκηνικό αυτό άρχισε να επαναλαμβάνεται πολλές μέρες όμως ποτέ δεν έμαθε που πήγαιναν τα λεφτά αυτά.

Η οικογένεια του πατέρα του, είχε γίνει περίγελος του χωριού. Όλοι ήξεραν, όμως όσο οι Καταπότηδες έκαναν κουμάντο, κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει. Κανείς; Μια μέρα ο Άρης έπινε στο καφενείο όταν ένας γέρος απ’ το απέναντι τραπέζι του έγνεψε να έρθει σε κείνον.
-“Νομίζεις πως είσαι δυνατός; Γιατί δεν κάνεις χάρη στο χωριό να τα βάλεις με το Τέρας του Βουνού;
-“Ποιό τέρας γέρο; Τι σαχλαμάρες μας λες;” αντέδρασε λίγο τρομαγμένα ο Άρης.
-“Εκεί στην κορφή του βουνού είναι το Τέρας. Αυτό που υποκινεί τους Καταπότηδες να σκοτώνουν γονείς και ποτέ κανείς δε μπορεί να πλησιάσει” ο Άρης σάστισε.
-“Θα πάω εγώ για να σου αποδείξω ότι λες ανοησίες. Δεν υπάρχει κανένα τέρας εκεί πάνω” απάντησε αλαζονικά κοιτώντας για επιβεβαίωση τους γύρω του.
Υπήρχε;

Την επόμενη κιόλας μέρα ο Άρης ετοιμάστηκε να ανέβει το βουνό. Όλοι τον περιγελούσαν και τον χλεύαζαν. Αλήθεια τι ανόητο θα έκανε! Ο ίδιος είχε δεχτεί την πρόκληση ως μεθυσμένος, μα τώρα ήταν αργά να πάρει πίσω την υπόσχεσή του. Η αδερφή του έκλαιγε, μα εκείνος έφυγε απότομα αποφεύγοντας τις βρισιές απ’ τους χωρικούς. Είχε πολύ δρόμο να κάνει και πολλές μέρες για να τα καταφέρει.

Στο μεταξύ, η αδερφή του στο πέρασμα των ημερών είχε βρει έναν εύκολο τρόπο να ξεπληρώνει τους Καταπότηδες. Με τη βοήθεια του χασάπη Έκτορα έβγαινε καθημερινά στο bar του χωριού και κάθε βράδυ κέρδιζε λεφτά πουλώντας το κορμί της, πίνοντας, καπνίζοντας και διαλύοντας οικογένειες.

Μέσα στο χειμώνα ο Άρης ανέβαινε το βουνό χωρίς σταματημό όταν φανερά κατάκοπος σταμάτησε για λίγο. Ακριβώς εκείνο το σημείο ήταν που θα ορκιζόμουν πως άκουσε μια φωνή τρομακτική “τι νομίζεις ότι ψάχνεις εδώ ψηλά; Εσύ! Που πιο χαμηλά δε γίνεται να πας”. Ο Άρης τρόμαξε, όμως η περιέργεια του ήταν μεγαλύτερη από ποτέ. Αυτή τη φορά δεν νοιάστηκε για πείνα ή για κακές σκέψεις. Δίχως ξεκούραση σαν γνήσιος ασκητής ανέβαινε τις πλαγιές για να φτάσει στην κορφή. Εκεί που πράγματι ήταν ένα μικρό σπιτάκι.

Πριν καν πλησιάσει, ο γεράκος από το καφενείο βγήκε με μια κούπα ζεστό τσάι. “Έλα πρέπει να κρυώνεις και να πεινάς”. Ο Άρης ακολουθούσε χωρίς να μπορεί να καταλάβει πως… “…θα αναρωτιέσαι για πολλά. Αλλά οι λεπτομέρειες δεν έχουν σημασία. Κοίτα κάτω. Εκεί ζεις. Εκεί που ήταν και οι γονείς σου. Αυτό θες για τον εαυτό σου; Αυτό θες για την αδερφή σου; Έτσι ξεπληρώνεις τους νεκρούς γονείς σου;

Ο γέροντας τον κάλεσε στο σπιτάκι όπου είχε ανάψει φωτιά. Οι δυο τους μίλησαν για ώρες με τον Άρη να ξεσπά συνέχεια σε λυγμούς. “Πορεύσου εν ειρήνη, γιε μου. Κάνε περήφανο το όνομα του πατέρα σου και σώσε την αδερφή σου”. Τα πρόσωπά τους έλαμπαν! Ο Άρης είχε πάρει ένα μεγάλο μάθημα από τον…

Το επόμενο πρωί ξημέρωνε Χριστούγεννα. Ο Άρης σηκώθηκε να χαιρετίσει τον γέρο. Του φίλησε το χέρι για να πάρει την ευχή του για την επιστροφή. Το χέρι του ήταν ασυνήθιστα ζεστό για το κρύο που έκανε. “Σ’ ευχαριστώ” είπε και έφυγε. Καθώς κατέβαινε, γύρισε να χαιρετίσει ξανά μα ο γέροντας και το σπιτάκι έλειπαν. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Όχι. Ο Άρης τα είχε στην καρδιά του.

Σε λίγες μέρες είχε φτάσει στο χωριό. Είχε αφήσει μακριά μαλλιά και γένια κι όμως το πρόσωπο του φαινόταν για πρώτη φορά καθαρό. Ο κόσμος δεν τον αναγνώρισε κι εκείνος έτρεξε στο σπίτι του Έκτορα. Ήταν μ’ άλλους δύο, Καταπότηδες θαρρώ και συνευρίσκονταν με την Αλεξία. Μπαίνοντας εκείνη τον γνώρισε αμέσως και τραβήχτηκε πίσω. Οι άλλοι στράφηκαν στα κατεβασμένα τους παντελόνια για τα όπλα τους. Ο Άρης όμως χίμηξε κατά πάνω τους. Ακινητοποίησε τους δύο, ο τρίτος όμως πρόλαβε και πήρε τ’ όπλο του περνώντας το γύρω απ’ το λαιμό της Αλεξίας. “Άσε τους και θα την αφήσω” Ο Άρης υπάκουσε. “Αφού σκότωσα το μπαμπά, τη μαμά και γάμησα την κόρη, ‘στέλνω’ και το γιο”, είπε και πυροβόλησε, όταν η Αλεξία πρόλαβε να τον σπρώξει. Η σφαίρα καρφώθηκε στο στήθος του αδερφού του και ο Άρης ευκαιριακά πήδηξε πάνω του χτυπώντας τον, εκείνος όμως πρόλαβε και πυροβόλησε για να σταματήσουν και οι δύο.

Ο Καταπότης είχε αυτοπυροβοληθεί, όμως το τραύμα ήταν διαμπερές και έφτασε τον Άρη. Θα γινόταν καλά. Ο χασάπης φώναξε την αστυνομία και παραδόθηκε. Οι Καταπότηδες πούλησαν και μοίρασαν την περιουσία τους στο χωριό. Έφυγαν για την πόλη. Οι γιοί τους έμειναν στο χωριό νεκροί για να θυμάται ο καθένας πως είχαν σκοτώσει εκείνη τη μέρα τους γονείς των δύο παιδιών. Ο Άρης έφτιαξε ξανά τη γη του και η Αλεξία έφυγε για σπουδές. Το μέλλον την έφερε και πάλι στο χωριό ως τοπική γιατρό με μεγάλη οικογένεια. Υπήρξαν η πιο ευλογημένη οικογένεια.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προβληματίστηκες; σχολίασε το