Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

yannidakis - ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΗ: Ο ΧΡΗΣΜΟΣ

ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ: ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2010


Μια φορά σε έναν καιρό που ο κόσμος γιόρταζε, εγώ κοιτούσα απ’ το παράθυρο του σπιτιού μου. Μ’ αρέσει να βλέπω τον κόσμο να χαμογελά. Και σήμερα τους βλέπω με όμορφα ρούχα και παρέα με αγαπημένα πρόσωπα. Είναι η αλλαγή της χρονιάς και σκέφτομαι πως κι εγώ μεγάλωσα κατά ένα χρόνο. Ήδη πολλές είναι οι γκρίζες τρίχες στο κεφάλι μου και η όρεξή μου φανερώνει έναν ακόμα μεγαλύτερο άντρα.

Ανοίγω το παλιό μου συρτάρι και κοιτάω αποκόμματα από εφημερίδες παλιές και αφιερώματα. Τι ωραία χρόνια! Γιατί πάντα είναι ωραία να ξέρεις πως κάποιος ασχολείται μαζί σου. Πόσο μάλλον όλη η πόλη. “Αρκετά”, σκέφτηκα και βγήκα έξω. Κρύο χωρίς αμφιβολία που περνάει στα κόκαλά σου. Το σκοτάδι της πρώτης μέρας του χρόνου έπεσε και στα υγρά δρομάκια γύρω απ’ το σπίτι μου βλέπω τρομαγμένα ποντίκια να τρέχουν πανικόβλητα παραπλήσια απ’ τις μαύρες πανέμορφες γάτες τις γειτονιάς. Μπορεί ο Χρησμός να τις κυνηγά όμως ξέρω πως δε θα έκανε ποτέ κάτι κακό.

Ο Χρησμός είναι ο σύντροφός μου. Δεν είναι μεγάλος, αλλά πάντα ανόρεχτος. Από τότε που σταμάτησα, θαρρείς πως γέρασε μαζί μου. Είναι η παρέα μου. Όταν έχω την ανάγκη της αναπόλησης, εκείνος μ’ ακούει ακούραστα. Έτσι κι αλλιώς μου έλειψε. Καιρός να γυρίσω πίσω. Περνάω από το σπίτι της Δήμητρας, στέκομαι πίσω απ’ την πόρτα και γυρνάω στη μοναξιά μου.

Η Δήμητρα είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας των παιδικών μου χρόνων. Εκείνη παντρεύτηκε και χάθηκε. Έκανε μια κόρη κι όμως χώρισε. Έμαθα πως ο άντρας της πήρε το παιδί κι έφυγε. Όταν πριν κάποια χρόνια την συνάντησα ξανά, μου ζήτησε να σταματήσω. Ήθελε λέει να ξέρει πως θα είμαι ασφαλής και κοντά τριγύρω της. Κι εγώ το έκανα. Τα πάντα θα έκανα γι’ αυτήν. Κι όμως ποτέ δε μ’ άφησε να την προσεγγίσω. Ας είναι. Θα την αγαπώ για πάντα ακόμα κι αν ήταν αιτία να σταματήσω. Ποιός ήμουν; Τι έκανα; Από τι σταμάτησα;

Τις σκέψεις μου διέκοψε το τηλέφωνο. Το κόκκινο τηλέφωνο. Αχ πόσο εκνευρίζομαι να διακόπτονται οι σκέψεις μου και πόσο καιρό είχε να χτυπήσει το τηλέφωνο αυτό. “Σε χρειάζομαι. Ξέρεις ότι ποτέ δε θα σε έπαιρνα εδώ, είναι όμως η κόρη μου. Κάποιος κρατάει την κόρη μου”. Ο ιδρώτας με έλουσε. Ένοιωσα να χάνω το χρώμα μου και ήπια μια γρήγορη γουλιά από την τσικουδιά μου κατεβαίνοντας στο υπόγειο. Είχα να φορέσω το μαύρο μου παλτό και το καπέλο, από τότε. Τότε που η Δήμητρα μου είχε ζητήσει να τα κρεμάσω για πάντα.

Πόσο άβολα αισθανόμουν στη διαδρομή κι όμως σε λίγο βρισκόμουν στα κεντρικά της αστυνομίας. Οι παλιοί σηκώθηκαν απ’ τις θέσεις τους και διστακτικά με χαιρέτισαν, οι πιο νέοι απλά κοιτούσαν με δέος. Μπήκα στο γραφείο του Βασίλη κι έκατσα κατακόκκινος. Ο Βασίλης είναι ο διευθυντής της αστυνομίας. Τον ξέρω από τότε που ήταν όργανο κι εγώ έκανα τα πρώτα μου βήματα με το μαύρο παλτό και το καπέλο. Τότε που φέραμε τον τρόμο στο κακό στοιχείο της πόλης. Ο Βασίλης όμως σήμερα ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση. “Την κρατούν απ’ την παραμονή της πρωτοχρονιάς. Ένα σημείωμα βρήκα μόνο. ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΙΑ” είπε με τρεμάμενη φωνή δίνοντας μου τον φάκελο της υπόθεσης.

Είχα πολύ χρόνο να μελετήσω τον φάκελο, όποτε προτίμησα να κάνω μια βόλτα για ένα ποτό κοντά στη γειτονιά μου. Εκεί συνάντησα την Δήμητρα. Ήταν με μια κοπέλα. “Δε θα το πιστέψεις! Είναι η κόρη μου, η Πυθαγόρεια. Ύστερα από τόσα χρόνια. Ήρθε και πάλι σε μένα!” φωτίστηκε η ενθουσιώδης Δήμητρα. “Χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω. Είχα ξεχάσει το χαμόγελο της μητέρας σου και εξαιτίας σου λάμπει. Καλώς όρισες”, “Μακάριο το τέκνο που βλέπει την οικογένεια του με ανθρώπους εμπιστοσύνης”, απάντησε με ζεστό χαμόγελο. Αυτό δεν το περίμενα και τελικά συνέχισα για το σπίτι που με περίμενε ο Χρησμός που με οσμίστηκε λίγο παράξενα σήμερα. Είχα όμως πολύ δουλειά για τη συνέχεια.

Μελετούσα τον φάκελο της εξαφάνισης όταν το τηλέφωνο χτύπησε. Περασμένη ώρα και στην άλλη γραμμή ήταν η Δήμητρα. “Δεν έχω σε ποιόν άλλο να μιλήσω. Η Πυθαγόρεια μου μίλησε απότομα κι έφυγε. Ακουγόταν πολύ παράξενη” είπε τρομαγμένη κι εγώ αισθάνθηκα πως έπεσαν όλα μαζί. Μήπως ήταν ένας ακόμη λόγος να φορέσω τα μαύρα μου αυτή τη νύχτα;

Έχω και τον Χρησμό μαζί μου στη βραδινή αυτή περιήγηση. Είναι τόσο έμπιστος που τιθασεύει τη νεότητα του όταν με βλέπει με τα μαύρα μου. Αντιλαμβάνεται την σοβαρότητα της κατάστασης και προσαρμόζεται στις απαιτήσεις κάθε φορά. Έτσι και σήμερα έχει καταλάβει πως ψάχνουμε. Ίσως να μην γνωρίζει τι, όμως η μελέτη του φακέλου μου έχει δώσει εμένα τις πρώτες συντεταγμένες. Βρίσκομαι στο παλιό λιμάνι της πόλης, εκεί που ο πατέρας της Πυθαγόρειας περνούσε χρόνο μαζί της. Εκεί είχαν οδηγηθεί και οι έρευνες της αστυνομίας. Στο μεταξύ έχω χωριστεί με τον Χρησμό. Δεν είναι η πρώτη φορά. Θα τον βρει τον δρόμο. Εγώ επιστρέφω στο σπίτι κάνοντας μια στάση στης Δήμητρας.

Παρατηρώ πως η κόρη της έχει επιστρέψει. Μόλις. Η Δήμητρα με καλωσόρισε χαρούμενη όμως το βλέμμα μου συναντήθηκε απότομα με της Πυθαγόρειας. “Απλά πέρασα να πω μια καληνύχτα. Είναι ήδη αργά και θα έχετε τόσα να πείτε”. Έκανα να φύγω όταν η μικρή μου απάντησε νόημα “ήλπιζα να κάτσετε λίγο. Κάτι μου λέει πως κι εσείς έχετε πολλά να πείτε”. Η μητέρα της δεν κατάλαβε κάτι και δεν έδωσα συνέχεια “εν καιρώ. Καληνύχτα σας”. Σπίτι πια συνάντησα στην πόρτα μια μαύρη γάτα κουρνιασμένη. Παράξενο. Καμιά τους δεν είχε φτάσει ως την πόρτα. Άνοιξα για να σηκωθεί και αποκάλυψε ένα σημείωμα “ΝΟΜΙΖΕΣ ΠΩΣ Ο ΚΟΠΡΙΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΙΔΙ ΣΟΥ; ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΙΑ” Τρομοκρατήθηκα. Ο Χρησμός κινδύνευε και δεν είχα κανέναν τρόπο να αντιδράσω. Μοναδικός μου σύμμαχός, το ένστικτό μου. Αυτή τη φορά είχε γίνει πολύ προσωπικό.

Το ένστικτο μου με οδηγεί και πάλι στο σπίτι της Δήμητρας και της παράξενης κόρης της. Ήταν η κίνηση ΜΑΤ που χρειαζόμουν. Περίμενα ως το πρωί και χτύπησα την πόρτα για να μου ανοίξει η Πυθαγόρεια σχεδόν ημίγυμνη. Εκμυστηρεύτηκα και στις δύο την εξαφάνιση του Χρησμού και ενώ ήμουν έτοιμος να ζυγίσω την αντίδραση της νεαρής που θα μου έδινε πολλές απαντήσεις… “μην ανησυχείτε. Εγώ θα σας βοηθήσω να βρούμε το σκύλο σας. Θα βάλουμε αφίσες παντού στη γειτονιά και θα το δημοσιεύσουμε στον τοπικό τύπο. Θα τον βρούμε μη μου στεναχωριέστε” φώναξε αποφασισμένη και ομολογώ πως αιφνιδιάστηκα. Κάθε μου καχύποπτη σκέψη εξαφανίστηκε και μάλλον συγκινήθηκα από την προθυμία της.

Ο ενθουσιασμός των πρώτων ημερών έδωσε τη θέση του στην απογοήτευση, αφού παρά την κινητοποίηση, τίποτα δεν είχε συμβεί, κάτι που έκανε την αποφασισμένη Πυθαγόρεια να μου χτυπήσει την πόρτα “θα πρέπει να βγούμε στους δρόμους. Θα αρχίζω πηγαίνοντας εκεί που τον χάσατε. Πηγαίνετε κάπου αλλού και θα βρεθούμε ξανά το βράδυ” είπε ενθουσιασμένη κι έφυγε. Το βράδυ δέχτηκα ένα ανήσυχο τηλεφώνημα απ’ τη Δήμητρα η οποία έκλαιγε “Το παιδί μου”. “Ηρέμησε. Τι συνέβη;” “Βρήκα ένα σημείωμα έξω απ’ την πόρτα μου. ΕΧΑΣΕΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΣΟΥ ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΔΕ ΘΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΙΑ”.

Αυτό ήταν. Η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Ένοιωσα φοβερές τύψεις. Δε θα συγχωρούσα ποτέ στον εαυτό μου αν χανόταν η κόρη της Δήμητρας εξαιτίας μου. Ειδοποίησα τον Βασίλη από το κόκκινό τηλέφωνο και φόρεσα το μαύρο μου παλτό και καπέλο. Έκανα να βγω όταν το τηλέφωνο χτύπησε. “Εκεί που έχασες τον κοπρίτη σου και την ορφανή τσούλα, έλα να με βρεις. Φέρε τους γονείς γιατί οι γονείς δε θα υπάρχουν πια, αλλά μη δω μπάτσους και όπλα γιατί θα πεθάνουν όλοι και δε θα’ χει πλάκα". Η φωνή ήταν παραποιημένη. Δε έχασα χρόνο και ενημέρωσα το Βασίλη και τη Δήμητρα. “Θα δράσουμε μόνοι μας”. Για τις κόρες τους, για το Χρησμό μου.

Σε λίγο ξεκινήσαμε και οι τρεις για το παλιό λιμάνι. Ο Βασίλης είχε φοβηθεί για την κόρη του κι έτσι δεν έφερε ενισχύσεις απ’ το Σώμα, άλλωστε ένοιωθε ασφάλεια μαζί μου, ενώ κι η Δήμητρα αισθάνεται ότι όλοι μαζί θα τα καταφέρουμε. Είναι γελασμένοι! Θα φροντίσω να μη ρισκάρω καθόλου τις ζωές τους, θα θυσιαστώ για όλους αν χρειαστεί. Όπως τότε.

Η βροχή πέφτει ασταμάτητα και το κρύο διαπερνά το κορμί, όμως φτάσαμε στο σκοτεινό τοπίο και κατευθυνόμαστε στο νεώριο, είναι σαν παλιά αποθήκη και πολύ εύκολο να χαθείς στους χώρους του. “Ξέρω ότι είστε μόνοι σας. Κερδίσατε τα παιδιά σας ζωντανά. Δεν έχετε παρά να δεθείτε γύρω από τα σκοινιά που θα βρείτε λίγο πιο πέρα” ακούστηκε η ηλεκτρονικά παραποιημένη φωνή του τηλεφώνου. Εμείς συνεχίσαμε ώσπου συναντήσαμε τα τρία σκοινιά που κρεμόντουσαν από ψηλά. Δεθήκαμε κοιτώντας ο ένας τον άλλο με κλεφτές ματιές και μονομιάς μια δύναμη μας τραβούσε προς τα πάνω. Ανεβαίναμε αργά σαν κάποιος να ζοριζόταν να μας ανεβάσει.

Η ανάβαση μας έφερε σε ένα ανατριχιαστικό θέαμα. Όπως ανεβαίναμε εμείς στον πρώτο όροφο έτσι κατέβαινε απ’ τον δεύτερο με τον ίδιο τρόπο η κόρη του Βασίλη με τον Χρησμό. Ήταν δεμένοι κι αυτοί με σκοινιά. Πάνω στο σπασμένο δάπεδο του πρώτου ορόφου ήταν η Πυθαγόρεια που με δυσκολία γύριζε έναν τεράστιο τροχαλία που μας κινούσε. Όταν όλοι βρεθήκαμε σε ένα μέσο ύψος η Πυθαγόρεια μας πλησίασε με ένα αυτόματο οπλοπολυβόλο στο χέρι και φώναξε φανερά κουρασμένη “η μικρή κι ο σκύλος θα συνεχίζουν να κατεβαίνουν ώσπου να φτάσουν στην ασφάλεια του δρόμου, κάτω. Αν δω κάποιον να προσπαθεί να κόψει ή λύσει το σκοινί θα πυροβολήσω προς όλους".

Η τροχαλία γυρνούσε και ανεβαίναμε συνεχώς. Η κόρη του Βασίλη σύντομα θα ήταν ασφαλής και ελεύθερη, μαζί με τον σκύλο μου, όμως λίγο πιο πάνω αντικρίσαμε ένα σύννεφο φωτιάς στο οποίο πηγαίναμε καταπάνω. Θα καιγόμασταν ζωντανοί! Τώρα έπρεπε κάτι να κάνω. Δεν είχα δέσει καλά το σκοινί μου και απλά το κρατούσα, περίμενα λοιπόν να φτάσουν χαμηλά τα θύματα όμως ήδη οι φλόγες έκαιγαν πάνω από τα κεφάλια μας. Με μια απότομη κίνηση άρχισα να πέφτω πάνω στην Πυθαγόρεια όμως εκείνη έδωσε ώθηση στην τροχαλία και άρχισε να πυροβολεί κατά πάνω μου. Η ώθηση της τροχαλίας ήταν αρκετή για να ανεβάσει το Βασίλη και τη Δήμητρα μέσα στις φλόγες και να απελευθερώσει την κόρη του και τον Χρησμό. Εμένα με γάζωσαν οι σφαίρες του όπλου και έπεσα νεκρός στην αγκαλιά της. Δεν είχα καταφέρει τίποτα.

Η κόρη του Βασίλη και ο Χρησμός προσέγγισαν βοήθεια και η αστυνομία γρήγορα συνέλαβε την Πυθαγόρεια. Ο χρησμός της όμως επαληθεύτηκε: “Οι γονείς δε θα υπάρχουν πια


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προβληματίστηκες; σχολίασε το