Τετάρτη 29 Φεβρουαρίου 2012

κυματίζοντας σκέψεις - ο φονιάς


ο φονιάς

Περπατούσε αρκετή ώρα τώρα χωρίς προορισμό και χωρίς να βλέπει που πήγαινε. Η μέρα είχε αρχίσει να μεστώνει κι ο ήλιος είχε ανέβει ψηλά στον ουρανό που ήταν καθαρός κι έκανε το φως του ακόμα πιο εκτυφλωτικό. Περπατούσε και τα γυμνά του πόδια είχαν ματώσει πάνω στα μυτερά βότσαλα της απόκρημνης ακρογιαλιάς. Το απαλό κύμα που τον χτυπούσε ξέπλενε το αίμα, παίρνοντας πίσω στην αγκαλιά της θάλασσας μικρές πορφυρές κηλίδες. Ήταν ακόμα στα τριάντα του αλλά οι κροτάφοι του είχαν αρχίσει να παίρνουν εκείνο το ανεπαίσθητο γκρίζο χρώμα που ερχόταν σε αντίθεση με τα πλούσια κατσαρά σκούρα μαλλιά του. Το πρόσωπό του, σκαλισμένο θαρρείς από νεοκλασικό γλύπτη, είχε τονισμένα τα μήλα και μια μύτη καθαρά αντρική, με στενά ρουθούνια και μια ελαφριά καμπούρα. Το λακκάκι ανάμεσα στη μύτη του και στα υπερβολικά σαρκώδη χείλη του ήταν απαράλλακτο με αυτό που χώριζε το πηγούνι του στα δύο. Το δέρμα του είχε κοκκινίσει και ο ιδρώτας ανακατευόταν με την αλμύρα της θάλασσας σχηματίζοντας αφρισμένα κύματα πάνω στο μέτωπό του. Τα μάτια του σκοτεινά, με τις κόρες τους μικρές κουκκίδες πάνω στο μαύρο φόντο τους είχαν το απλανές βλέμμα που έβλεπε πολλά αλλά τίποτα μπροστά του. Το απαλό αεράκι που φύσηξε κυμάτισε το μισάνοιχτο πουκάμισό του φανερώνοντας το τριχωτό του στήθος και τα μανίκια του ήταν μαζεμένα μέχρι τους αγκώνες.

Η ακτή ήταν έρημη και στο βάθος η πλαγιά ενός άγριου βραχώδες βουνού χανόταν στην άβυσσο των κυμάτων. Συνέχισε να περπατάει με τον ίδιο μεθοδικό τρόπο που είχε αρχίσει να κάνει πριν το ξημέρωμα της μέρας. Φρικιαστικές εικόνες πέρασαν μπροστά από τα μάτια του σαν προβολές από ταινία που γύριζε γρήγορα. Κάποιος γελούσε κοροϊδευτικά με τον δείχτη του τεντωμένο σ’ αυτόν, κι έπειτα το κεφάλι του κομμένο με το γέλιο ακόμα σχηματισμένο στο πρόσωπό του. Ο ουρανός κατακόκκινος με πύρινα σύννεφα που κρεμόντουσαν σαν ανοιχτές παλάμες από σκουληκοφαγωμένη σάρκα. Ένας λευκός τοίχος που άρχισε να βάφεται κόκκινος από πηχτό αηδιαστικό αίμα που κυλούσε πάνω του αργά με την ταχύτητα της λάβας. Ο εκνευριστικός ήχος του γέλιου, που του ‘σπαγε τα τύμπανα στ’ αυτιά του γινόταν όλο και πιο δυνατός και όσο κι αν έμπηγνε τα δάχτυλά του μέσα στα κοροϊδευτικά μάτια δεν μπορούσε να τον σταματήσει. Κι έπειτα...ένας άγγελος στάθηκε μπροστά του με ξανθιά μακριά μαλλιά και ολόλευκο χιτώνα μα το πρόσωπό ήταν κρυμμένο μέσα στα φτερά του που ξεκινούσαν από τους ώμους του. Κι αργά τα φτερά ένα, ένα άρχισαν να παραμερίζουν μέχρι που μια φρικιαστική νεκροκεφαλή άρχισε να γελάει και πάλι εκείνο το απαίσιο γέλιο... Ο άντρας έσφιξε τις γροθιές μέχρι που τα κότσια τους έγιναν κάτασπρα. Η καρδιά του τώρα χτυπούσε με ιλιγγιώδη ταχύτητα και αναπνοή του είχε γίνει ένα αποπνικτικό λαχάνιασμα.

Ο άντρας σταμάτησε. Με το δεξί χέρι τράβηξε από την πίσω τσέπη του παντελονιού του ένα αστραφτερό μαχαίρι με μαύρη λαβή και κοφτερά δόντια στο μέσο του. Το μαχαίρι άστραψε στο φως του ήλιου και η λάμψη του φώτισε για μια στιγμή τα σκοτεινά του μάτια. Το κοίταξε κι ένα τρομακτικό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Περιεργάστηκε με το δάχτυλό του την κοφτερή του λεπίδα και σχίστηκε το δέρμα του στο άγγιγμά της. Ο άντρας με τις γυμνές πατούσες του καρφωμένες στις κοφτερές πέτρες, έκανε μια απότομη μεταβολή. Με τεράστιες δρασκελιές και με τις γροθιές σφιγμένες, η μια με το μαχαίρι μέσα της άρχισε να περπατάει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αυτή τη φορά ήξερε που πήγαινε...(_)

μετάβαση στον προβληματισμό της ημέρας
μετάβαση στον προβληματισμό της ημέρας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προβληματίστηκες; σχολίασε το