Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010

yannidakis - ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ: ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΕΝΟΣ ΑΙΩΝΙΟΥ

ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ: ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2010




Μια φορά σε έναν καιρό είχα κλείσει τα φώτα στο δωμάτιο μου, ο υπολογιστής ήταν σε κατάσταση αναμονής εδώ και ώρα, το ίδιο και οι ελπίδες μου. Δεν περίμενα να μου χτυπήσουν την πόρτα οι γονείς, ούτε το τηλέφωνο οι ψεύτικοι φίλοι μου. Δεν ήθελα να ακούσω συγγνώμη από εκείνη κι ούτε θα το έριχνα στο διάβασμα για να ξεχάσω.

Ήθελα απλά μια μικρή αφορμή για να το κάνω. Έτσι κι αλλιώς έχω αποφασίσει να δώσω τέλος στη ζωή μου εδώ και πολύ καιρό, έχω σκεφτεί ακόμα και τον τρόπο. Θέλω απλά να το κάνω. Αυτό το σημείωμα δεν είναι αποχαιρετιστήριος λόγος ούτε ένα γράμμα για να θυμηθείτε πόσο καλός ήμουν. Αυτά έπρεπε να τα σκεφτείτε δεκαπέντε χρόνια τώρα που όλο ζητάτε από μένα. Να είμαι καλό παιδί, καλός μαθητής, να φέρνω κύπελλα, να μη σας κάνω ρεζίλι όταν βγαίνω, να σοβαρευτώ γιατί κάτι πρέπει να κάνω στη ζωή μου. Η μέρα μου άρχιζε στις 7 και τελείωνε πριν καν ξεκινήσει. Δε θέλω μια τέτοια ζωή.

Σκέφτομαι τη ζωή μου ως τώρα. Μικρή για σας τους μεγάλους, αρκετή και βασανιστική για μένα. Ναι, υπήρξαν όμορφες στιγμές μα ούτε αυτές θέλω να θυμάμαι μιας και πάντα κάτι κακό συνέβαινε στο τέλος και χαλούσαν. Δε μπορώ να έχω τμηματική μνήμη πια. Θέλω το τέλος να έρθει για να σταματήσουν και οι αναμνήσεις μα και τα όνειρα μαζί. Ξέρω άλλωστε πως και με το τέλος μου εσείς θα συνεχίσετε το καταστρεπτικό σας έργο σα να μην έγινε τίποτα. Θα μαλώνετε για το ποιός έχει περισσότερη ευθύνη, θα αντιδράσετε γιατί χάθηκε ένας φίλος και συμμαθητής. Τώρα γέλασα. Ποιός φίλος; Κι εσείς μια αφορμή θέλατε για να ξεσπάσετε την ανόητη εφηβεία σας.

Ξέρω πως έρχεται Σαββατοκύριακο και εμένα πάντα μου άρεσαν τα σαββατοκύριακα. Από τη μια επειδή θα έβλεπα για δύο μέρες λιγότερα άτομα κι απ’ την άλλη επειδή πλησίαζε επιτέλους ένα τέλος. Ας ήταν και της εβδομάδας. Θα το ζήσω λοιπόν. Θα ζήσω κι αυτήν την εβδομάδα. Και την επόμενη Παρασκευή θα δώσω την αιώνια χαρά στον εαυτό μου.

Η εβδομάδα μου ήταν ακριβώς όπως όλες οι άλλες. Κάθε μέρα όμως ένοιωθα τη μιζέρια να μου δίνει το έναυσμα. Την αφορμή για να δώσω το τέλος που επιθυμούσα διακαώς εδώ και τόσο καιρό.

Κάτι αναπάντεχο όμως συνέβη μεσοβδόμαδα. Νέοι, μαθητές και φοιτητές ξεχύθηκαν στους δρόμους. Διαδήλωναν –λέει- για ένα καλύτερο αύριο στην παιδεία. Ήμουν περαστικός από το σημείο της πορείας και γι’ αυτό σταμάτησα έναν συνομήλικο μου ρωτώντας τον: “Αλήθεια τι πιστεύεις πως θα πετύχεις;
- “Στο τέλος κάνουμε ταμείο φίλε. Αυτές οι πορείες μένουν στην ιστορία. Μόνο με αίμα κατακτάς σήμερα. Έλα μαζί μας” φώναζε με φανατισμό.
- “Λυπάμαι φίλε, αλλά εκεί που πάω εγώ, δε θες να έρθεις εσύ. Και να ξέρεις πως τίποτα δεν καταφέρνεις έτσι” του απάντησα ψυχρά χτυπώντας τον παρηγορητικά στην πλάτη.
Ήταν ακριβώς η στιγμή που κάποιοι από την πορεία έβαζαν φωτιά σε κάδους, έσπαγαν βιτρίνες και συγκρούονταν με την αστυνομία. Τότε κατάλαβα. Οι μεγάλοι δεν είναι μόνοι τους. Οι νέοι βρίσκονται στην ακριβώς ίδια χαοτική κατάσταση, χωρίς λογική και σκέψη. Σίγουρα είχα αποφασίσει να μην μεγαλώσω άλλο, όμως τώρα δεν ήθελα να είμαι και νέος. Δεν ήθελα να είμαι, καν. Αυτή ήταν η αφορμή που επιζητούσα.

Παρασκευή πάλι. Η μέρα που σου δείχνει πως τελειώνει η εβδομάδα. Η μέρα που δείχνει πως θα τελειώσει η ζωή μου. Έσβησα τα φώτα και έφερα μπροστά στο κρεβάτι μου το μεγάλο χρονόμετρο που είχα αγοράσει. Ήπια τα χάπια που είχα παραγγείλει στο διαδίκτυο και πάτησα το κουμπί να ξεκινήσει η χρονομέτρηση. Είχα αγωνία να διαπιστώσω σε πόση ώρα θα ‘τελειώσω’ και σε πόση θα με αναζητήσει κάποιος…

Χαλαρός. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι προσπαθούσα να βάλω στο μυαλό μου πράγματα που θα με έκαναν να νοιώσω τύψεις που έκανα το μεγάλο βήμα. Άλλοτε έβρισκα, άλλοτε όχι. Τύψεις όμως δεν ένοιωσα. Και ξαφνικά σταμάτησα να νοιώθω γενικώς. Αυτό ήταν.

Την επόμενη μέρα. Μετά από δώδεκα και πλέον ώρες η μητέρα του νέου μπήκε στο δωμάτιο του. Ήθελε απλά να του πει ότι φεύγει για το Σαββατοκύριακο. Τίποτα άλλο. Σκέφτηκε να μην τον ξυπνήσει… το προτιμούσε να μην αντικρύσει την κατηγόρια του γιου της. Όμως το έκανε και τον βρήκε νεκρό.

Έβαλε τις φωνές και πανικόβλητη κάλεσε τον άντρα της. Ήταν τέτοιο το σοκ που ακόμα και οι γείτονες ήρθαν. Σε λίγη ώρα δημοσιογράφοι, συμμαθητές, άσχετος κόσμος είχαν κατακλύσει το δωμάτιο του παιδιού. Τότε μόνο κάποιος παρατήρησε το σημείωμα. Το σημείωμα! Ένα κομμάτι χαρτί με λίγες μπερδεμένες σκέψεις που έγινε πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες, πρώτη είδηση στην τηλεόραση, ‘ευαγγέλιο’ στους νέους που βρήκαν στο πρόσωπό του μια ακόμη αφορμή να ξεχυθούν στους δρόμους, να ξεσπάσουν την εφηβεία τους, να αντιδράσουν στο κατεστημένο, να διεκδικήσουν τη δική τους επανάσταση.

Στους δρόμους λοιπόν με άλλους που δεν ήξεραν τι ζητούσαν κι άλλους που νόμιζαν πως ήξεραν. Να καταστρέφουν και να λεηλατούν ώσπου μια σφαίρα τυχαία ή όχι, να καρφώνει στο κεφάλι ενός ακόμα νέου. Και τότε; Νέος κύκλος επαναστάσεων. Όλα για την παιδεία. Όλα για ένα καλύτερο αύριο που πάντα ήξερα πως δε θα ερχόταν, όχι τώρα, όχι έτσι. Ήμουν σίγουρος πως ο θάνατος μου θα ξεχνιόταν γρήγορα και για να είμαι ειλικρινής δεν ήξερα ότι θα προκαλέσει τόσο. Εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να δω από το χρονόμετρο σε πόση ώρα θα το παρατηρούσε κάποιος. Άλλωστε εγώ το έκανα για μένα. Ήθελα να δώσω τέλος στη δική μου ζωή, για τους δικούς μου λόγους, στο χρονικό σημείο που εγώ θα επέλεγα. Κι έτσι έγινε. Το αν είχα δίκιο δεν έχει σημασία. Έχω το ακαταλόγιστο του νέου, του έφηβου, εκείνου που πολεμά για κάποιον λόγο, είτε τον ξέρει, είτε νομίζει πως τον ξέρει. Τι σημασία έχει;

 Διαβάστε περισσότερα.. »

yannidakis - ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ: ΚΥΝΗΓΩΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ: ΜΑΡΤΙΟΣ 2010



Μια φορά σε έναν καιρό έψαξα τον Σπύρο. Πρέπει να έχει μεγαλώσει τώρα. Είναι καιρός τώρα που δεν βλεπόμαστε. Ο Σπύρος μπορείς να πεις ότι πέρασε δύσκολα χρόνια. Σίγουρα δεν είχε το σπίτι της θαλπωρής για να μεγαλώσει, δεν ήταν όμως άστεγος. Ίσως να μην είχε παιχνίδια που ζήλευαν τα παιδιά, είχε όμως πάντα να παίζει. Ίσως τα ρούχα του να μην ήταν τα πιο ακριβά, πότε όμως δεν περπάτησε ξυπόλητος. Ίσως οι γονείς του να μην ήταν ο ορισμός του ιδανικού, δεν ήταν όμως ορφανός. Σίγουρα!

Κι όμως ο Σπύρος πέρασε άσχημα. Με δυο γονείς να μαλώνουν συνέχεια. Ο πατέρας με πρόβλημα αλκοολισμού γυρνούσε κάθε βράδυ με διφορούμενες ορέξεις. Άλλοτε κλείδωνε τη μάνα του στο δωμάτιο για να τη βιάζει κι άλλοτε προκαλούσε με φωνές και βρισιές σπάζοντας και καταστρέφοντας το σπίτι. Με τον ίδιο τον Σπύρο ήταν καλός ή μάλλον ο Σπύρος φοβόταν τόσο πολύ που ποτέ δεν του έδωσε δικαίωμα. Ποτέ δεν ζήτησε κάτι παραπάνω απ’ ότι είχε ή δεν υπάκουσε στις εντολές των γονιών του. Γι’ αυτό φρόντιζε η μάνα του. Με όσα μπορούσε να διαθέσει φρόντιζε για το καλύτερο του γιού της και το δικό της. Βέβαια… κοκέτα όσο δεν πάει άλλο, έδινε δικαιώματα στη γειτονιά με το πως φρόντιζε τον εαυτό της. Μια ιδανική μάνα που βρισκόταν σε έναν εντελώς αντιρρεαλιστικό κόσμο και που ξυπνούσε το θηρίο μέσα της όταν γυρνούσε ο σύζυγός της. Βρισιές, σωματική βία και ο Σπύρος στη μέση να χρησιμοποιείται ως… μάρτυρας.

Είχε πια σταματήσει να κλαίει τα βράδια. Η καρδιά του σκλήραινε και ηρεμούσε μόνο τις Κυριακές στην εκκλησία ως παπαδάκι δίπλα στον παπά-Δημήτρη. Σιωπηλός και ήσυχος έκανε τα δικά του όνειρα για μια ήσυχη οικογένεια, για μια κανονική δουλειά και ένα σπίτι που ποτέ δεν κατάφεραν να αποκτήσουν οι δική του. Πόσο βιαζόταν να μεγαλώσει!

Το αύριο για τον Σπύρο δεν άργησε να έρθει. Νεαρός άντρας πια, βρήκε την ευκαιρία να αποδράσει απ’ το σπίτι του ως φοιτητής σε ξένη πόλη. Και εκεί έζησε μια ζωή πέρα από κάθε φαντασία. Η κοινωνική του ζωή εκτοξεύτηκε και ξαφνικά έγινε ο νέος της παρέας με πολλές γυναίκες να περνούν από τη ζωή του δηλαδή… από τη νύχτα του στο κρεβάτι. Ακόμα κι εγώ που μάθαινα τα νέα του συχνά, νόμιζα πια πως είχα να κάνω με έναν άλλο Σπύρο. Ξέρω πως δοκίμασε και τα ναρκωτικά. Δεν εθίστηκε ποτέ, τα χρησιμοποίησε όμως για να έχει όλη την αναγνώριση που επιθυμούσε. Και τα κατάφερε.

Μέχρι που εκεί γνώρισε την Άννια. Μια νεαρή συμφοιτήτριά του χαμηλών τόνων. Ο Σπύρος είχε την αυτοπεποίθηση να προσεγγίζει οποιαδήποτε κοπέλα, όμως με την Άννια βρήκε κλειστή πόρτα. Αυτό του κέντρισε το ενδιαφέρον πιο πολύ από ποτέ. Παραμέρισε τις παρέες του για να τη μάθει και η αλήθεια που ανακάλυπτε τον πονούσε. Η νεαρή κοπέλα είχε ζήσει παιδικά χρόνια σαν τα δικά του. Ήταν τότε που της αποκάλυψε τα πάντα για τη δική του παιδική ηλικία. Η ταύτισή αυτή τους έφερε ως το πιο δεμένο ζευγάρι στο Πανεπιστήμιο. Πήραν μαζί το πτυχίο και μακριά απ’ όλους παντρεύτηκαν. Βλέπετε, βιαζόντουσαν να αποδείξουν πως μπορούν να αποφύγουν όλα εκείνα που τους κατέτρεχαν τα περασμένα χρόνια. Κι έτσι, απέκτησαν γρήγορα έναν γιο. Ο γιος τους, Άκης μεγάλωνε και εκείνοι απολάμβαναν μια ευτυχισμένη οικογένεια όπως την ονειρευόντουσαν ως πιτσιρίκια.

Ο Άκης απόψε θα έβγαινε με τους φίλους του στον κινηματογράφο της γειτονιάς, όμως ποτέ δε γύρισε. Μια ομάδα ληστών λήστεψε την παρέα και πυροβόλησε δύο από τα παιδιά. Ο Άκης έβαλε το σώμα του μπροστά από την Ειρήνη και της έσωσε τη ζωή. “Ήρωας” είπαν στο σχολείο.

Όμως όλα άλλαξαν έκτοτε. Ο Σπύρος με την Άννια ήταν σα δυο ξένοι. Μετά από τη δουλειά τους, καυγάδιζαν, φώναζαν, άρχισαν να μισούν ο ένας τον άλλο. Εκείνη τον απάτησε κι αυτός άρχισε να πίνει. Μεταμορφώθηκαν στο παρελθόν που μισούσαν κι έτσι, χώρισαν.

Ο Σπύρος ήταν ένα κινούμενο ράκος. Η μέρα του περιελάμβανε ποτό και μοναξιά. Η απώλεια του παιδιού του ήταν ένα μαχαίρι που στριφογυρνούσε στην καρδιά του. Το τέλος της οικογένειας του και η αδυναμία του τελικά να αποφύγει τον τρόπο ζωής στον οποίο μεγάλωσε, τρυπούσαν τα σωθικά του με το ποτό να δείχνει η μόνη διέξοδος.

Εν καιρώ βρέθηκε σε μια παρουσίαση βιβλίου ενός φίλου του. Ήταν πρωί και δεν ήταν ακόμα μεθυσμένος. Στην αίθουσα έτυχε να κάθεται δίπλα σε έναν μοναχό με τον οποίο άρχισαν να συνομιλούν για αρχικά άσχετα θέματα και στη συνέχεια για πιο προσωπικά “Εγώ δεν πιστεύω πως ο άνθρωπος δεν έχει προοπτικές στη ζωή του. Ο Θεός συγχωρεί με την ίδια ευκολία τους κυνηγούς και τους κυνηγημένους. Σημασία έχει να βρεις έναν σκοπό για να υπηρετήσεις. Εγώ τον δικό μου τον βρήκα στο μοναστήρι. Έλα κι εσύ μαζί μου για μερικές μέρες. Σαν επισκέπτης φυσικά”.

Έτσι κι έγινε. Ο Σπύρος βρέθηκε στο μοναστήρι κοντά στον μοναχό που γνώρισε. Η αλήθεια είναι πως ήξερε καλά τα εκκλησιαστικά θέματα από τα μικρά του χρόνια και μάλιστα συνέπεσε η αυστηρή νηστεία πριν το Πάσχα, την οποία ακολουθούσε κανονικά. Μαζί με τον μοναχό-φίλο του, ο Σπύρος πέρασε ατελείωτες ώρες και μέρες να συζητούν για τα παιδικά του χρόνια και για τους λόγους που δε μπόρεσε να πετύχει στην οικογένειά του μετά το θάνατο του Άκη.
-”Θέλω να γίνω κι εγώ μοναχός, να έρθω κοντά σας” φώναξε μια μέρα ο Σπύρος
-“Κι εγώ θα το ήθελα. Η θέση σου όμως είναι εκεί. Έχεις πολλά να προσφέρεις στους ανθρώπους με τα βιώματα σου. Εσύ θα φροντίσεις να μην πάθουν άλλοι, όσα έπαθες εσύ” απάντησε διδακτικά ο μοναχός και του έγνεψε πως είχε έρθει η ώρα να το κάνει κιόλας.

Κατά το διάστημα της παραμονής του στο μοναστήρι ο Σπύρος έγραφε ένα βιβλίο σχετικό με τις οικογένειες και τα παιδιά, όταν λοιπόν επέστρεψε στα εγκόσμια το έστειλε στον συγγραφέα φίλο του κι εκείνος ενθουσιασμένος το προώθησε. Το βιβλίο εκδόθηκε και γνώρισε συγκινητική επιτυχία. Ο Σπύρος πλέον δεχόταν κλήσεις από απελπισμένες οικογένειες για βοήθεια. Εξασφάλιζε τα προς το ζην από τα έσοδα του βιβλίου. Άλλωστε περνούσε όλη την ημέρα του παρέα με γονείς και παιδιά.

Εκείνες τις μέρες περνούσε πολύ χρόνο με μια οικογένεια με πολλά προβλήματα αλκοολισμού και σωματικής βίας μεταξύ των γονιών. Ο πατέρας αντιδρούσε στην παρουσία του Σπύρου σπίτι, όμως ο μικρός Τάκης έβρισκε γαλήνη στα λόγια του και απ’ την πλευρά του ο Σπύρος παρατηρούσε πολλά στοιχεία που ένοιωθε κι εκείνος μικρός. Ένα απόγευμα ο κύριος Καρυπίδης μπήκε μεθυσμένος στο σπίτι, ενώ ο Σπύρος ήταν με τον Τάκη.
-“Τι κάνεις βρε διεστραμμένε; Πας να χουφτώσεις το παιδί μου;” φώναζε ζαλισμένος.
-”Τι λέτε κύριε Καρυπίδη; Έλατε να παίξετε μαζί μας” απάντησε ασυναίσθητα ο Σπύρος
-“Να παίξω; Να παίξεις μόνος σου ρε αλήτη” αρπάζοντας το παιδί και πηγαίνοντας στην αστυνομία, κάνοντας καταγγελία για παιδεραστία.

Τι; ο Σπύρος παιδεραστής; Δε θα το πίστευα. Τελευταία άκουγα τόσο καλά λόγια για εκείνον. Όμως και ως φοιτητής ποτέ δεν πίστευα ότι θα έκανε τόσο αμαρτωλή ζωή. Διάβασα στις εφημερίδες ότι την Παρασκευή είχε οριστεί η δίκη του κι έτσι μια μέρα πριν πήγα στο κρατητήριο να τον συναντήσω. Δε με γνώρισε στην αρχή. Είχαν περάσει τόσα χρόνια.
-“παπά-Δημήτρη, εσύ; Πως έμαθες;” γεμάτος έκπληξη.
-“Σπύρο σε παρακολουθώ το ίδιο στενά με τότε που ερχόσουν κι έκλαιγες για το μπαμπά και τη μαμά σου. Είναι πολλά που έκανες και με στεναχώρησες κι πολλά ακόμα που με έκαναν περήφανο. Ένα μόνο θέλω να σε ρωτήσω. Είναι αλήθεια η κατηγορία;
-“Όχι. Για τ’ όνομα Του Θεού. Ποτέ. Εκείνη τη στιγμή είχα πάρει αγκαλιά το παιδί γιατί έκλαιγε, όμως ποτέ δεν το άγγιξα πονηρά” απάντησε ξεσπώντας σε λυγμούς.

Έφυγα. Δεν ήταν ώρα για λόγια. Το επόμενο πρωί έξω από το δικαστήριο επικρατούσε πανικός. Πλήθος κόσμου φώναζε υπέρ του Σπύρου και αμέτρητοι δημοσιογράφοι κυνηγούσαν όποιον έμπαινε στο Δικαστικό Μέγαρο. Στη δίκη άρχισαν να καταθέτουν γείτονες που έλεγαν ότι ο Σπύρος ήταν πολύ τρυφερός με τον Τάκη ενώ ο δικηγόρος κατέθεσε στοιχεία από την ζωή που έκανε παλαιότερα, στοιχεία που τον αναδείκνυαν ως επικίνδυνο για ένα παιδί. Οι μάρτυρες υπεράσπισης ήταν κυρίως γονείς τους οποίους είχε βοηθήσει ο Σπύρος παλαιότερα. Τις ημέρες της δίκης οι εφημερίδες έγραφαν πως ο Σπύρος θα γλίτωνε με 5-6 χρόνια φυλάκισης. Στο τέλος των ακροάσεων ο δικαστής ήταν έτοιμος να διακόψει για αύριο. “Σταθείτε. Θέλω να καταθέσω κι εγώ για τον κατηγορούμενο. Ο Σπύρος υπήρξε από μικρός πνευματικό μου παιδί. Μεγάλωσε βιώνοντας τον πόνο που υπήρξε σε κάθε οικογένεια που μετέπειτα βοήθησε. Συμπαραστάθηκε στα παιδιά των οικογενειών αυτών όπως θα ήθελε να του συμπαρασταθεί κάποιος τότε. Κατάφερε να βοηθήσει οικογένειες και να τις απομακρύνει από προβλήματα όπως το αλκοόλ από την επήρεια του οποίου ήταν ο κύριος Καρυπίδης όταν είδε τον Σπύρο να αγκαλιάζει τον Τάκη για να τον παρηγορήσει επειδή ο μικρός έκλαιγε που ο πατέρας του ήταν μπεκρής και η μάνα του συνεχώς απούσα. Σας ρωτάω λοιπόν. Αυτόν τον άνθρωπο θέλετε να στείλετε στη φυλακή; Αυτή είναι η λύση στο πρόβλημα της οικογένειας Καρυπίδη;” είχα ιδρώσει. Έτρεμα.

Την επόμενη μέρα ήταν η απόφαση: “Αθώος”! Ο Σπύρος βγήκε ελεύθερος και εγώ τον περίμενα. “Ο Θεός σου έδωσε την ελευθερία του, τώρα πρέπει να του το ανταποδώσεις”. Ο Σπύρος κατέληξε υπεύθυνος σε ένα νέο τμήμα της Μητρόπολης που ασχολούνταν με προβλήματα στις οικογένειες. Όπως είχε πει ο μοναχός τότε “σημασία έχει να βρεις έναν σκοπό για να υπηρετήσεις

 Διαβάστε περισσότερα.. »

yannidakis - ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΦΛΕΒΑΡΗ: Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ

ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ: ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2010




Μια φορά σε έναν καιρό η γνωστή περιπολία γύρω από τις κακόφημες περιοχές της πόλης ήταν πλέον συνηθισμένο φαινόμενο. Ο Νίκος σήμερα είναι μόνος στη νύχτα αφού ο συνεργάτης του απουσιάζει με αναρρωτική απ’ τον τραυματισμό της προχθεσινής ληστείας και ελεύθερο προσωπικό δεν υπάρχει στο Σώμα. Δεν έχει σημασία. Όλοι ξέρουν πως ο Νίκος είναι σκληροτράχηλος, απ’ τα αστέρια του τμήματος.

Στη διάρκεια της περιπολίας με τη μηχανή του, περνά έξω από γνωστό κέντρο αισθησιακού χορού του υποκόσμου όμως απόψε βλέπει έξω κάποιους νεαρούς ένας απ’ τους οποίους κρατά κάτι μεταλλικό που γυάλιζε μεσ’ τη νύχτα. Ο Νίκος καλεί ενισχύσεις απ’ τον ασύρματο και πλησιάζει παρατηρώντας πως ο νεαρός είναι ο γιος του Σιμιτζή, γνωστού επιχειρηματία μέσων ενημέρωσης με μεγάλη επιρροή στην κυβέρνηση.
Τι γίνεται παιδιά; Υπάρχει πρόβλημα”; είπε ψυχρά.
Τώρα ναι”, φάνηκε να ακούγεται από την παρέα που είναι τόσο στριμωγμένη ώστε δε διακρίνεις εύκολα τα πρόσωπα. Ένας άστοχος πυροβολισμός από την πλευρά των νεαρών τρομοκράτησε το Νίκο και τους φώναξε “Άσε κάτω το όπλο και δεν έχουμε πρόβλημα” σηκώνοντας και το δικό του όπλο. Τότε μια δεύτερη σφαίρα φεύγει από τη μεριά των νέων και ο Νίκος πυροβολεί πίσω για να ακουστεί και ένας τέταρτος πυροβολισμός. Ο Νίκος είναι στο έδαφος και αιμορραγεί. Οι ενισχύσεις δεν άργησαν να φτάσουν όμως βρίσκονται αντιμέτωποι με το Νίκο ελαφρά τραυματισμένο στον ώμο και έναν νεαρό νεκρό. Ήταν ο Σιμιτζής. Κανείς άλλος γύρω. Οι αστυνομικοί που έφτασαν “άδειασαν” το κατάστημα και μίλησαν με όσους ήταν μέσα.

Τον Νίκο τον ξέρω καλά. Είναι τσαμπουκάς, όμως ακόμα κι αν δεχόταν πυρά θα πυροβολούσε στον αέρα για να φοβίσει. Παιδί φτωχής οικογένειας δεν έχει παρά την τιμή και την ειλικρίνεια του και αυτό το ξέρουν όλοι στο Σώμα. Έχει “ξαναφάει” σφαίρα στο καθήκον σώζοντας συνάδελφο και ίσως γι’ αυτό είναι όλοι σοκαρισμένοι τώρα με το σκηνικό στο δρόμο. Ο Νίκος μεταβαίνει στο νοσοκομείο και ο Σιμιτζής στο νεκροτομείο.

Στην αστυνομία επικρατεί αναβρασμός. Η είδηση έχει εξαπλωθεί. Ο Σιμιτζής νεκρός και ήδη οι πρώτες κατηγορίες για τον Νίκο μεθοδεύουν τις απόψεις της κοινής γνώμης. Είναι η στιγμή που ο ίδιος ο Σιμιτζής μεταβαίνει στο αστυνομικό μέγαρο φτάνοντας στο γραφείο του αρχηγού. “Μου φάγατε το παιδί μου. Θέλετε να φροντίσω να μείνετε όλοι στο δρόμο; Με τι δικαίωμα οι αλήτες σου ακούμπησαν τον γιο μου;” έτρεμε η φωνή του τραγικού πατέρα. Ο αρχηγός της αστυνομίας σιώπησε για να καταφέρει να ψελλίσει “θα βάλω τον καλύτερο. ότι συνέβη σας υπόσχομαι πως θα μαθευτεί…” όμως ο Σιμιτζής οργισμένος τον διέκοψε: “τι είναι αυτά που λες κάθαρμα; αφήνεις υπόνοιες για το γιο μου; ο αλήτης που είναι στο νοσοκομείο πρέπει να δικαστεί αμέσως. Όλοι ξέρουμε ότι τον σκότωσε. Μας έχετε συνηθίσει τελευταία. Μη μάθω αλλιώς, θα έχεις να κάνεις με τον υπουργό” φώναξε χτυπώντας την πόρτα πίσω του.

ο Αρχηγός είχε πιάσει το νόημα. Ήδη απ’ το βράδυ κάλεσε έναν νεαρό αστυνομικό για να του αναθέσει την έρευνα “Παύλο είναι εύκολο. Ο Νίκος τον ‘έφαγε’ λοιπόν κάνε ότι λέει ο κανονισμός χωρίς ηρωισμούς. Να τελειώνουμε να σταματήσουν να ασχολούνται τα μέσα. Ξέρω ότι μπορείς αν και μικρός. Μη με διαψεύσεις”. Ο Παύλος είχε μόλις αναλάβει την πρώτη του υπόθεση. Δεν τον ξέρω, γιατί μπήκε στο Σώμα αφού έφυγα, γι’ αυτό φρόντισα να τον συναντήσω. Τον συνάντησα στο νοσοκομείο. Είχα επισκεφτεί τον Νίκο που είναι πολύ καλά μετά την αφαίρεση της σφαίρας. “Λοιπόν Παύλο συγχαρητήρια. Ανέλαβες την υπόθεση. Φαντάζομαι ότι θέλεις να αποδείξεις την αθωότητα του Νίκου, όμως μόνο αν προκύψει απ’ την έρευνα. Γι’ αυτό πρόσεχε… ότι κι αν έχεις ακούσει, καριέρα θα φτιάξεις μόνο αν είσαι αμερόληπτος”. Ο μικρός με κοιτούσε σχεδόν τρομαγμένος.

Πήγε στο κέντρο μιλώντας με τον ιδιοκτήτη και τις χορεύτριες. Η Νάντια του έκανε όμως ιδιαίτερη εντύπωση. Ισχυριζόταν ότι ήξερε, τα είχε δει όλα…

Αν το βράδυ έρθεις στο δωμάτιο μου θα στα πω όλα” ψιθύρισε η Νάντια στον Παύλο γλύφοντας τον στα χείλι.
Ο Παύλος σάστισε “με απειλείς; μπορώ να σε βάλω μέσα για απόκρυψη στοιχείων
ναι αλλά έτσι δε θα με δεις να δουλεύω. Έλα θα σου κάνω ειδική τιμή και ιδιαίτερες υπηρεσίες”. Ο Παύλος πραγματικά πήγε ελπίζοντας για αποκαλύψεις. Και τις είχε. Η Νάντια τον περίμενε με τα πιο προκλητικά εσώρουχα αρπάζοντάς τον δυνατά. Δεν του έδωσε περιθώρια να της μιλήσει και ‘χύθηκε’ γύρω του. Εκείνος δεν αντιστάθηκε και έκαναν έρωτα για ώρα.

Θέλω να μου πεις τι είδες” τη ρώτησε χαϊδεύοντάς την στο στήθος.
Ποτέ μην πιστεύετε μια γυναίκα κύριε αστυνόμε… Μπορεί να μην είδα, αλλά ίσως μπορώ να βοηθήσω. Εμπιστεύσου με. Έλα αύριο από το σπίτι μου". Έτσι κι έγινε. Ο Παύλος πήγε ξανά και ξανά. Οι δυο τους διατηρούσαν δεσμό εδώ και μέρες και το ενδιαφέρον των δύο άρχιζε να γίνεται προσωπικό. “Θέλω να μου κάνεις ασταμάτητα έρωτα. Δε χορταίνω να είμαι δίπλα σου. Παύλο; αύριο περιμένω τους γονείς μου. Μην έρθεις” του είπε φιλώντας τον.

Την επόμενη μέρα όμως το κουδούνι χτύπησε ξανά. Εκείνη τελείως γυμνή, άνοιξε για να μπουν τρεις τύποι μέσα. “Σου έχω δώσει πολύ χρόνο και η υπόθεση ακόμα να κλείσει” της είπε ο ένας αυστηρά σπρώχνοντάς την βίαια στον καναπέ όπου άρχισε να της κάνει έρωτα σχεδόν αναγκαστικά.
Δώσε μου λίγο χρόνο ακόμα. Τον έχω στο χέρι μου”, εκείνη απάντησε σα να πονούσε.
24 ώρες. Αν αύριο τέτοια ώρα δεν τον πείσεις να κλείσει την υπόθεση κατά του μπάτσου, έχεις τελειώσει” της φώναξε, τελειώνοντας βίαια πάνω της κι έφυγε.

Η Νάντια πήρε τον Παύλο τηλέφωνο και τον κάλεσε σπίτι της. Δεν έχει σημασία η αλήθεια όταν κινδυνεύει η ζωή σου. Και πραγματικά, ο Παύλος έφτασε αμέσως. Τι θα του πει;

Όταν η Νάντια άνοιξε την πόρτα αγκάλιασε σφιχτά τον Παύλο. “Θέλω να σου πω όλη την αλήθεια”. Πραγματικά στα επόμενα λεπτά του είχε εξηγήσει τον τρόπο που προσπάθησε να τον εκμεταλλευτεί για να καλύψει “τι; τι είναι αυτό που θέλεις να καλύψεις μωρό μου” ρώτησε σοκαρισμένος ο Παύλος.
Η παρέα του Σιμιτζή και εκείνος ο ίδιος ήταν προαγωγοί. Μας προωθούν σε ειδικούς πελάτες έναντι υπέρογκων ποσών. Εγώ ήμουν ‘λάφυρο’ και των ίδιων. Εκείνο το βράδυ εκείνοι πυροβόλησαν τον αστυνομικό και οι ίδιοι έσπρωξαν μπροστά τον Σιμιτζή όταν πυροβόλησε από άμυνα ο μπάτσος. Εγώ…” έλεγε όταν το τηλέφωνο την διέκοψε: “σε παρακολουθούμε. Ελπίζω να τον έχεις πείσει ως τώρα. Ο χρόνος περνάει”. Ο Παύλος τα είχε ακούσει όλα. “Έλα. Έχεις το λόγο μου ότι θα σε προστατεύσω, όμως πρέπει να καταθέσεις όσα είπες στον εισαγγελέα”. Εκείνη έγνεψε καταφατικά και οι δυο τους κατέβηκαν γρήγορα τα σκαλιά.

Όταν ξεκίνησαν το αυτοκίνητο, ο Παύλος είδε από πίσω του ένα άλλο να τον ακολουθεί σε κάθε στροφή. Επιτάχυνε και το ίδιο έκανε και ο πίσω του. Σε λίγα λεπτά οι διώκτες είχαν ανοίξει το τζάμι και πυροβολούσαν αδιάκριτα προς τα μπρος. ο Παύλος είχε ήδη ειδοποιήσει ενισχύσεις ενώ και ο εισαγγελέας ήταν σε ετοιμότητα. Τα πυρά όμως ήταν απανωτά και δεν υπήρχε τρόπος να σταματήσει ασφαλώς τ’ αμάξι. Προσπάθησε να κερδίσει χρόνο και σταμάτησε απότομα φωνάζοντας στην Νάντια να βγει και να καλυφτεί στο πλάι του αυτοκινήτου. Τώρα οι πυροβολισμοί ήταν εκατέρωθεν την στιγμή που οι ενισχύσεις έφταναν.

Περισσότεροι πυροβολισμοί τώρα από τους αστυνομικούς και ο Παύλος βρήκε ευκαιρία “Νάντια τώρα θα μπούμε μέσα. Τα πυρά απ’ τις ενισχύσεις θα μας καλύψουν. Θέλω να πεις όλα όσα μου είπες. Πάμε” της φώναξε και αστραπιαία τρέξανε προς την είσοδο με τον Παύλο να ακολουθεί πυροβολώντας σαν ανθρώπινη ασπίδα. Δεν ήταν όμως αρκετό. Μία, δύο και ύστερα κι άλλες σφαίρες τον βρήκαν στο στήθος και ο Παύλος σωριάστηκε κάτω συνεχίζοντας να πυροβολεί “συνέχισε. Κάνε ότι σου είπα. Σώσε έναν αθώο”. Η Νάντια κατάφερε να μπει μέσα στο κτίριο. Κατέθεσε την αλήθεια σώζοντας τον Νίκο απ’ τις κατηγορίες και την ίδια από αιώνιες τύψεις. Ο Παύλος σκοτώθηκε στο καθήκον, έσωσε όμως κι αυτός δύο ανθρώπους

 Διαβάστε περισσότερα.. »

yannidakis - ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΗ: Ο ΧΡΗΣΜΟΣ

ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ: ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ 2010


Μια φορά σε έναν καιρό που ο κόσμος γιόρταζε, εγώ κοιτούσα απ’ το παράθυρο του σπιτιού μου. Μ’ αρέσει να βλέπω τον κόσμο να χαμογελά. Και σήμερα τους βλέπω με όμορφα ρούχα και παρέα με αγαπημένα πρόσωπα. Είναι η αλλαγή της χρονιάς και σκέφτομαι πως κι εγώ μεγάλωσα κατά ένα χρόνο. Ήδη πολλές είναι οι γκρίζες τρίχες στο κεφάλι μου και η όρεξή μου φανερώνει έναν ακόμα μεγαλύτερο άντρα.

Ανοίγω το παλιό μου συρτάρι και κοιτάω αποκόμματα από εφημερίδες παλιές και αφιερώματα. Τι ωραία χρόνια! Γιατί πάντα είναι ωραία να ξέρεις πως κάποιος ασχολείται μαζί σου. Πόσο μάλλον όλη η πόλη. “Αρκετά”, σκέφτηκα και βγήκα έξω. Κρύο χωρίς αμφιβολία που περνάει στα κόκαλά σου. Το σκοτάδι της πρώτης μέρας του χρόνου έπεσε και στα υγρά δρομάκια γύρω απ’ το σπίτι μου βλέπω τρομαγμένα ποντίκια να τρέχουν πανικόβλητα παραπλήσια απ’ τις μαύρες πανέμορφες γάτες τις γειτονιάς. Μπορεί ο Χρησμός να τις κυνηγά όμως ξέρω πως δε θα έκανε ποτέ κάτι κακό.

Ο Χρησμός είναι ο σύντροφός μου. Δεν είναι μεγάλος, αλλά πάντα ανόρεχτος. Από τότε που σταμάτησα, θαρρείς πως γέρασε μαζί μου. Είναι η παρέα μου. Όταν έχω την ανάγκη της αναπόλησης, εκείνος μ’ ακούει ακούραστα. Έτσι κι αλλιώς μου έλειψε. Καιρός να γυρίσω πίσω. Περνάω από το σπίτι της Δήμητρας, στέκομαι πίσω απ’ την πόρτα και γυρνάω στη μοναξιά μου.

Η Δήμητρα είναι ο ανεκπλήρωτος έρωτας των παιδικών μου χρόνων. Εκείνη παντρεύτηκε και χάθηκε. Έκανε μια κόρη κι όμως χώρισε. Έμαθα πως ο άντρας της πήρε το παιδί κι έφυγε. Όταν πριν κάποια χρόνια την συνάντησα ξανά, μου ζήτησε να σταματήσω. Ήθελε λέει να ξέρει πως θα είμαι ασφαλής και κοντά τριγύρω της. Κι εγώ το έκανα. Τα πάντα θα έκανα γι’ αυτήν. Κι όμως ποτέ δε μ’ άφησε να την προσεγγίσω. Ας είναι. Θα την αγαπώ για πάντα ακόμα κι αν ήταν αιτία να σταματήσω. Ποιός ήμουν; Τι έκανα; Από τι σταμάτησα;

Τις σκέψεις μου διέκοψε το τηλέφωνο. Το κόκκινο τηλέφωνο. Αχ πόσο εκνευρίζομαι να διακόπτονται οι σκέψεις μου και πόσο καιρό είχε να χτυπήσει το τηλέφωνο αυτό. “Σε χρειάζομαι. Ξέρεις ότι ποτέ δε θα σε έπαιρνα εδώ, είναι όμως η κόρη μου. Κάποιος κρατάει την κόρη μου”. Ο ιδρώτας με έλουσε. Ένοιωσα να χάνω το χρώμα μου και ήπια μια γρήγορη γουλιά από την τσικουδιά μου κατεβαίνοντας στο υπόγειο. Είχα να φορέσω το μαύρο μου παλτό και το καπέλο, από τότε. Τότε που η Δήμητρα μου είχε ζητήσει να τα κρεμάσω για πάντα.

Πόσο άβολα αισθανόμουν στη διαδρομή κι όμως σε λίγο βρισκόμουν στα κεντρικά της αστυνομίας. Οι παλιοί σηκώθηκαν απ’ τις θέσεις τους και διστακτικά με χαιρέτισαν, οι πιο νέοι απλά κοιτούσαν με δέος. Μπήκα στο γραφείο του Βασίλη κι έκατσα κατακόκκινος. Ο Βασίλης είναι ο διευθυντής της αστυνομίας. Τον ξέρω από τότε που ήταν όργανο κι εγώ έκανα τα πρώτα μου βήματα με το μαύρο παλτό και το καπέλο. Τότε που φέραμε τον τρόμο στο κακό στοιχείο της πόλης. Ο Βασίλης όμως σήμερα ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση. “Την κρατούν απ’ την παραμονή της πρωτοχρονιάς. Ένα σημείωμα βρήκα μόνο. ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΙΑ” είπε με τρεμάμενη φωνή δίνοντας μου τον φάκελο της υπόθεσης.

Είχα πολύ χρόνο να μελετήσω τον φάκελο, όποτε προτίμησα να κάνω μια βόλτα για ένα ποτό κοντά στη γειτονιά μου. Εκεί συνάντησα την Δήμητρα. Ήταν με μια κοπέλα. “Δε θα το πιστέψεις! Είναι η κόρη μου, η Πυθαγόρεια. Ύστερα από τόσα χρόνια. Ήρθε και πάλι σε μένα!” φωτίστηκε η ενθουσιώδης Δήμητρα. “Χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω. Είχα ξεχάσει το χαμόγελο της μητέρας σου και εξαιτίας σου λάμπει. Καλώς όρισες”, “Μακάριο το τέκνο που βλέπει την οικογένεια του με ανθρώπους εμπιστοσύνης”, απάντησε με ζεστό χαμόγελο. Αυτό δεν το περίμενα και τελικά συνέχισα για το σπίτι που με περίμενε ο Χρησμός που με οσμίστηκε λίγο παράξενα σήμερα. Είχα όμως πολύ δουλειά για τη συνέχεια.

Μελετούσα τον φάκελο της εξαφάνισης όταν το τηλέφωνο χτύπησε. Περασμένη ώρα και στην άλλη γραμμή ήταν η Δήμητρα. “Δεν έχω σε ποιόν άλλο να μιλήσω. Η Πυθαγόρεια μου μίλησε απότομα κι έφυγε. Ακουγόταν πολύ παράξενη” είπε τρομαγμένη κι εγώ αισθάνθηκα πως έπεσαν όλα μαζί. Μήπως ήταν ένας ακόμη λόγος να φορέσω τα μαύρα μου αυτή τη νύχτα;

Έχω και τον Χρησμό μαζί μου στη βραδινή αυτή περιήγηση. Είναι τόσο έμπιστος που τιθασεύει τη νεότητα του όταν με βλέπει με τα μαύρα μου. Αντιλαμβάνεται την σοβαρότητα της κατάστασης και προσαρμόζεται στις απαιτήσεις κάθε φορά. Έτσι και σήμερα έχει καταλάβει πως ψάχνουμε. Ίσως να μην γνωρίζει τι, όμως η μελέτη του φακέλου μου έχει δώσει εμένα τις πρώτες συντεταγμένες. Βρίσκομαι στο παλιό λιμάνι της πόλης, εκεί που ο πατέρας της Πυθαγόρειας περνούσε χρόνο μαζί της. Εκεί είχαν οδηγηθεί και οι έρευνες της αστυνομίας. Στο μεταξύ έχω χωριστεί με τον Χρησμό. Δεν είναι η πρώτη φορά. Θα τον βρει τον δρόμο. Εγώ επιστρέφω στο σπίτι κάνοντας μια στάση στης Δήμητρας.

Παρατηρώ πως η κόρη της έχει επιστρέψει. Μόλις. Η Δήμητρα με καλωσόρισε χαρούμενη όμως το βλέμμα μου συναντήθηκε απότομα με της Πυθαγόρειας. “Απλά πέρασα να πω μια καληνύχτα. Είναι ήδη αργά και θα έχετε τόσα να πείτε”. Έκανα να φύγω όταν η μικρή μου απάντησε νόημα “ήλπιζα να κάτσετε λίγο. Κάτι μου λέει πως κι εσείς έχετε πολλά να πείτε”. Η μητέρα της δεν κατάλαβε κάτι και δεν έδωσα συνέχεια “εν καιρώ. Καληνύχτα σας”. Σπίτι πια συνάντησα στην πόρτα μια μαύρη γάτα κουρνιασμένη. Παράξενο. Καμιά τους δεν είχε φτάσει ως την πόρτα. Άνοιξα για να σηκωθεί και αποκάλυψε ένα σημείωμα “ΝΟΜΙΖΕΣ ΠΩΣ Ο ΚΟΠΡΙΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΙΔΙ ΣΟΥ; ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΔΕΝ ΘΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΙΑ” Τρομοκρατήθηκα. Ο Χρησμός κινδύνευε και δεν είχα κανέναν τρόπο να αντιδράσω. Μοναδικός μου σύμμαχός, το ένστικτό μου. Αυτή τη φορά είχε γίνει πολύ προσωπικό.

Το ένστικτο μου με οδηγεί και πάλι στο σπίτι της Δήμητρας και της παράξενης κόρης της. Ήταν η κίνηση ΜΑΤ που χρειαζόμουν. Περίμενα ως το πρωί και χτύπησα την πόρτα για να μου ανοίξει η Πυθαγόρεια σχεδόν ημίγυμνη. Εκμυστηρεύτηκα και στις δύο την εξαφάνιση του Χρησμού και ενώ ήμουν έτοιμος να ζυγίσω την αντίδραση της νεαρής που θα μου έδινε πολλές απαντήσεις… “μην ανησυχείτε. Εγώ θα σας βοηθήσω να βρούμε το σκύλο σας. Θα βάλουμε αφίσες παντού στη γειτονιά και θα το δημοσιεύσουμε στον τοπικό τύπο. Θα τον βρούμε μη μου στεναχωριέστε” φώναξε αποφασισμένη και ομολογώ πως αιφνιδιάστηκα. Κάθε μου καχύποπτη σκέψη εξαφανίστηκε και μάλλον συγκινήθηκα από την προθυμία της.

Ο ενθουσιασμός των πρώτων ημερών έδωσε τη θέση του στην απογοήτευση, αφού παρά την κινητοποίηση, τίποτα δεν είχε συμβεί, κάτι που έκανε την αποφασισμένη Πυθαγόρεια να μου χτυπήσει την πόρτα “θα πρέπει να βγούμε στους δρόμους. Θα αρχίζω πηγαίνοντας εκεί που τον χάσατε. Πηγαίνετε κάπου αλλού και θα βρεθούμε ξανά το βράδυ” είπε ενθουσιασμένη κι έφυγε. Το βράδυ δέχτηκα ένα ανήσυχο τηλεφώνημα απ’ τη Δήμητρα η οποία έκλαιγε “Το παιδί μου”. “Ηρέμησε. Τι συνέβη;” “Βρήκα ένα σημείωμα έξω απ’ την πόρτα μου. ΕΧΑΣΕΣ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΣΟΥ ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΔΕ ΘΑ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΠΙΑ”.

Αυτό ήταν. Η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Ένοιωσα φοβερές τύψεις. Δε θα συγχωρούσα ποτέ στον εαυτό μου αν χανόταν η κόρη της Δήμητρας εξαιτίας μου. Ειδοποίησα τον Βασίλη από το κόκκινό τηλέφωνο και φόρεσα το μαύρο μου παλτό και καπέλο. Έκανα να βγω όταν το τηλέφωνο χτύπησε. “Εκεί που έχασες τον κοπρίτη σου και την ορφανή τσούλα, έλα να με βρεις. Φέρε τους γονείς γιατί οι γονείς δε θα υπάρχουν πια, αλλά μη δω μπάτσους και όπλα γιατί θα πεθάνουν όλοι και δε θα’ χει πλάκα". Η φωνή ήταν παραποιημένη. Δε έχασα χρόνο και ενημέρωσα το Βασίλη και τη Δήμητρα. “Θα δράσουμε μόνοι μας”. Για τις κόρες τους, για το Χρησμό μου.

Σε λίγο ξεκινήσαμε και οι τρεις για το παλιό λιμάνι. Ο Βασίλης είχε φοβηθεί για την κόρη του κι έτσι δεν έφερε ενισχύσεις απ’ το Σώμα, άλλωστε ένοιωθε ασφάλεια μαζί μου, ενώ κι η Δήμητρα αισθάνεται ότι όλοι μαζί θα τα καταφέρουμε. Είναι γελασμένοι! Θα φροντίσω να μη ρισκάρω καθόλου τις ζωές τους, θα θυσιαστώ για όλους αν χρειαστεί. Όπως τότε.

Η βροχή πέφτει ασταμάτητα και το κρύο διαπερνά το κορμί, όμως φτάσαμε στο σκοτεινό τοπίο και κατευθυνόμαστε στο νεώριο, είναι σαν παλιά αποθήκη και πολύ εύκολο να χαθείς στους χώρους του. “Ξέρω ότι είστε μόνοι σας. Κερδίσατε τα παιδιά σας ζωντανά. Δεν έχετε παρά να δεθείτε γύρω από τα σκοινιά που θα βρείτε λίγο πιο πέρα” ακούστηκε η ηλεκτρονικά παραποιημένη φωνή του τηλεφώνου. Εμείς συνεχίσαμε ώσπου συναντήσαμε τα τρία σκοινιά που κρεμόντουσαν από ψηλά. Δεθήκαμε κοιτώντας ο ένας τον άλλο με κλεφτές ματιές και μονομιάς μια δύναμη μας τραβούσε προς τα πάνω. Ανεβαίναμε αργά σαν κάποιος να ζοριζόταν να μας ανεβάσει.

Η ανάβαση μας έφερε σε ένα ανατριχιαστικό θέαμα. Όπως ανεβαίναμε εμείς στον πρώτο όροφο έτσι κατέβαινε απ’ τον δεύτερο με τον ίδιο τρόπο η κόρη του Βασίλη με τον Χρησμό. Ήταν δεμένοι κι αυτοί με σκοινιά. Πάνω στο σπασμένο δάπεδο του πρώτου ορόφου ήταν η Πυθαγόρεια που με δυσκολία γύριζε έναν τεράστιο τροχαλία που μας κινούσε. Όταν όλοι βρεθήκαμε σε ένα μέσο ύψος η Πυθαγόρεια μας πλησίασε με ένα αυτόματο οπλοπολυβόλο στο χέρι και φώναξε φανερά κουρασμένη “η μικρή κι ο σκύλος θα συνεχίζουν να κατεβαίνουν ώσπου να φτάσουν στην ασφάλεια του δρόμου, κάτω. Αν δω κάποιον να προσπαθεί να κόψει ή λύσει το σκοινί θα πυροβολήσω προς όλους".

Η τροχαλία γυρνούσε και ανεβαίναμε συνεχώς. Η κόρη του Βασίλη σύντομα θα ήταν ασφαλής και ελεύθερη, μαζί με τον σκύλο μου, όμως λίγο πιο πάνω αντικρίσαμε ένα σύννεφο φωτιάς στο οποίο πηγαίναμε καταπάνω. Θα καιγόμασταν ζωντανοί! Τώρα έπρεπε κάτι να κάνω. Δεν είχα δέσει καλά το σκοινί μου και απλά το κρατούσα, περίμενα λοιπόν να φτάσουν χαμηλά τα θύματα όμως ήδη οι φλόγες έκαιγαν πάνω από τα κεφάλια μας. Με μια απότομη κίνηση άρχισα να πέφτω πάνω στην Πυθαγόρεια όμως εκείνη έδωσε ώθηση στην τροχαλία και άρχισε να πυροβολεί κατά πάνω μου. Η ώθηση της τροχαλίας ήταν αρκετή για να ανεβάσει το Βασίλη και τη Δήμητρα μέσα στις φλόγες και να απελευθερώσει την κόρη του και τον Χρησμό. Εμένα με γάζωσαν οι σφαίρες του όπλου και έπεσα νεκρός στην αγκαλιά της. Δεν είχα καταφέρει τίποτα.

Η κόρη του Βασίλη και ο Χρησμός προσέγγισαν βοήθεια και η αστυνομία γρήγορα συνέλαβε την Πυθαγόρεια. Ο χρησμός της όμως επαληθεύτηκε: “Οι γονείς δε θα υπάρχουν πια


 Διαβάστε περισσότερα.. »

yannidakis - Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΔΕΚΕΜΒΡΗ: Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ

                                         ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ: ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2009




Μια φορά σε έναν καιρό στο μικρό ορεινό χωριό του Μορχώτ, ο Άρης, ένας δεκαεξάχρονος νέος, δούλευε στο αγρόκτημα του πατέρα του μαζί με τη μάνα του. Είχαν μια μικρή γη με ζώα και καλλιεργούσαν λαχανικά. Ο Άρης είχε σταματήσει το σχολείο για να βοηθάει τους γονείς του και όλοι δούλευαν για τη μικρή του αδερφούλα και το μέλλον της που όλοι ονειρεύονταν, μα και να ξεπληρώσουν τους πλούσιους γαιοκτήμονες που τους είχαν παραχωρήσει ένα κομμάτι γης με δυσβάσταχτους τόκους.

Ήταν οι Καταπότηδες. Μια οικογένεια φόβητρο για το χωριό. Τους άνηκε μεγάλο μέρος του και οι επενδύσεις τους έφταναν ως και την πόλη. Λέγεται πως διακινούν ναρκωτικά και κάποιοι απ’ τους ντόπιους ξέρουν πως τα καλλιεργούν εκεί, στους πρόποδες του βουνού σε μια μικρή πεδιάδα. Κανείς όμως δε θα τα έβαζε μαζί τους. Σχεδόν όλοι, τους χρωστούσανε.

Ο καιρός είχε φτάσει να είναι μουντός, υγρός και κρύος. Ο Άρης προσπαθούσε να ξεκουράζει τους γονείς του το απόγευμα που περνούσαν χρόνο με την μικρή Αλεξία και βουτηγμένος στις λάσπες πάλευε να τελειώσει τις αγροτικές δουλειές της ημέρας όταν άκουσε φωνές μέσ’ απ’ το σπίτι. Έτρεξε γρήγορα για να δει δύο από τους Καταπότηδες να σημαδεύουν με καραμπίνα τους γονείς του. “Ο γιός σου μεγάλωσε τώρα κι εσείς είστε άχρηστοι. Ποτέ δεν καταφέρατε να πληρώσετε στην ώρα σας” Ο Άρης μπήκε στη μέση τρομοκρατημένος όμως ένα δυνατό σκαμπίλι τον 'πέταξε' στην αγκαλιά της αδερφής του που κοιτούσε τρομοκρατημένη. “Αυτές μικρέ είναι η κληρονομιά σου. Κοίτα να είσαι περισσότερο συνεπής απ’ τους γέρους σου” είπε ο ένας και έβαλε τις σφαίρες που του έδειξε στην καραμπίνα. Πυροβόλησε χωρίς σκέψη, αφήνοντας τους αιμόφυρτους να πέσουν στο πάτωμα.

Τα παιδιά έκλαιγαν πέφτοντας στα νεκρά πτώματα των γονιών τους. Η επόμενη μέρα ήταν δύσκολη. Θα έπρεπε να παλέψουν με τα χρέη και τη δουλειά στο μικρό χωράφι, όμως κανείς δεν το σκεφτόταν αυτό.

Τα χρόνια που πέρασαν κάθε άλλο παρά όπως τα προγραμμάτιζαν, ήταν. Ο Άρης παρέμεινε γνωστός στην μικρή κοινωνία του χωριού αυτή τη φορά για τις ικανότητες του ως πότης. Καθημερινά από καφενείο σε bar έπινε ασταμάτητα και το χάραμα τύφλα στο μεθύσι γυρνούσε. Εκεί που ξυπνούσε την Αλεξία από τις φωνές του. Εκείνη αν και ανεπτυγμένη κοπέλα δεν τολμούσε να μιλήσει γιατί ο αδερφός την την έδερνε. Τώρα ασχολούνταν εκείνη με το χωράφι και τα ζώα αφήνοντας το σχολείο ή κάθε όνειρο για το μέλλον.

Δυο μέρες μετά ο Άρης γύρισε καλοντυμένος στο σπίτι μαζί με έναν φίλο του. Ήταν ένας πενηντάρης χασάπης, χήρος από χρόνια. “Αλεξία!” φώναξε ευγενικά ο Άρης. “Πόσες μέρες έχεις να βγεις να ξεσκάσεις; Σήμερα θα πας βόλτα με τον κύριο Έκτορα. Ντύσου γρήγορα”. “Να μου τη γυρίσεις πριν τις δέκα” είπε φιλικά στον κακοδιατηρημένο χασάπη. Ο Έκτορας την πήγε μακριά σε ένα κελάρι και χωρίς κουβέντες τις έσκισε τα ρούχα. Η Αλεξία ήταν δυνατή και αντιστεκόταν. “Ο αδερφός σου χρωστάει παντού. Αν δεν του δώσω λεφτά θα τον κλείσουν μέσα. Αυτό θες;” Η Αλεξία σώπασε και έκλεισε τα μάτια. Το σκηνικό αυτό άρχισε να επαναλαμβάνεται πολλές μέρες όμως ποτέ δεν έμαθε που πήγαιναν τα λεφτά αυτά.

Η οικογένεια του πατέρα του, είχε γίνει περίγελος του χωριού. Όλοι ήξεραν, όμως όσο οι Καταπότηδες έκαναν κουμάντο, κανείς δεν τολμούσε να μιλήσει. Κανείς; Μια μέρα ο Άρης έπινε στο καφενείο όταν ένας γέρος απ’ το απέναντι τραπέζι του έγνεψε να έρθει σε κείνον.
-“Νομίζεις πως είσαι δυνατός; Γιατί δεν κάνεις χάρη στο χωριό να τα βάλεις με το Τέρας του Βουνού;
-“Ποιό τέρας γέρο; Τι σαχλαμάρες μας λες;” αντέδρασε λίγο τρομαγμένα ο Άρης.
-“Εκεί στην κορφή του βουνού είναι το Τέρας. Αυτό που υποκινεί τους Καταπότηδες να σκοτώνουν γονείς και ποτέ κανείς δε μπορεί να πλησιάσει” ο Άρης σάστισε.
-“Θα πάω εγώ για να σου αποδείξω ότι λες ανοησίες. Δεν υπάρχει κανένα τέρας εκεί πάνω” απάντησε αλαζονικά κοιτώντας για επιβεβαίωση τους γύρω του.
Υπήρχε;

Την επόμενη κιόλας μέρα ο Άρης ετοιμάστηκε να ανέβει το βουνό. Όλοι τον περιγελούσαν και τον χλεύαζαν. Αλήθεια τι ανόητο θα έκανε! Ο ίδιος είχε δεχτεί την πρόκληση ως μεθυσμένος, μα τώρα ήταν αργά να πάρει πίσω την υπόσχεσή του. Η αδερφή του έκλαιγε, μα εκείνος έφυγε απότομα αποφεύγοντας τις βρισιές απ’ τους χωρικούς. Είχε πολύ δρόμο να κάνει και πολλές μέρες για να τα καταφέρει.

Στο μεταξύ, η αδερφή του στο πέρασμα των ημερών είχε βρει έναν εύκολο τρόπο να ξεπληρώνει τους Καταπότηδες. Με τη βοήθεια του χασάπη Έκτορα έβγαινε καθημερινά στο bar του χωριού και κάθε βράδυ κέρδιζε λεφτά πουλώντας το κορμί της, πίνοντας, καπνίζοντας και διαλύοντας οικογένειες.

Μέσα στο χειμώνα ο Άρης ανέβαινε το βουνό χωρίς σταματημό όταν φανερά κατάκοπος σταμάτησε για λίγο. Ακριβώς εκείνο το σημείο ήταν που θα ορκιζόμουν πως άκουσε μια φωνή τρομακτική “τι νομίζεις ότι ψάχνεις εδώ ψηλά; Εσύ! Που πιο χαμηλά δε γίνεται να πας”. Ο Άρης τρόμαξε, όμως η περιέργεια του ήταν μεγαλύτερη από ποτέ. Αυτή τη φορά δεν νοιάστηκε για πείνα ή για κακές σκέψεις. Δίχως ξεκούραση σαν γνήσιος ασκητής ανέβαινε τις πλαγιές για να φτάσει στην κορφή. Εκεί που πράγματι ήταν ένα μικρό σπιτάκι.

Πριν καν πλησιάσει, ο γεράκος από το καφενείο βγήκε με μια κούπα ζεστό τσάι. “Έλα πρέπει να κρυώνεις και να πεινάς”. Ο Άρης ακολουθούσε χωρίς να μπορεί να καταλάβει πως… “…θα αναρωτιέσαι για πολλά. Αλλά οι λεπτομέρειες δεν έχουν σημασία. Κοίτα κάτω. Εκεί ζεις. Εκεί που ήταν και οι γονείς σου. Αυτό θες για τον εαυτό σου; Αυτό θες για την αδερφή σου; Έτσι ξεπληρώνεις τους νεκρούς γονείς σου;

Ο γέροντας τον κάλεσε στο σπιτάκι όπου είχε ανάψει φωτιά. Οι δυο τους μίλησαν για ώρες με τον Άρη να ξεσπά συνέχεια σε λυγμούς. “Πορεύσου εν ειρήνη, γιε μου. Κάνε περήφανο το όνομα του πατέρα σου και σώσε την αδερφή σου”. Τα πρόσωπά τους έλαμπαν! Ο Άρης είχε πάρει ένα μεγάλο μάθημα από τον…

Το επόμενο πρωί ξημέρωνε Χριστούγεννα. Ο Άρης σηκώθηκε να χαιρετίσει τον γέρο. Του φίλησε το χέρι για να πάρει την ευχή του για την επιστροφή. Το χέρι του ήταν ασυνήθιστα ζεστό για το κρύο που έκανε. “Σ’ ευχαριστώ” είπε και έφυγε. Καθώς κατέβαινε, γύρισε να χαιρετίσει ξανά μα ο γέροντας και το σπιτάκι έλειπαν. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Όχι. Ο Άρης τα είχε στην καρδιά του.

Σε λίγες μέρες είχε φτάσει στο χωριό. Είχε αφήσει μακριά μαλλιά και γένια κι όμως το πρόσωπο του φαινόταν για πρώτη φορά καθαρό. Ο κόσμος δεν τον αναγνώρισε κι εκείνος έτρεξε στο σπίτι του Έκτορα. Ήταν μ’ άλλους δύο, Καταπότηδες θαρρώ και συνευρίσκονταν με την Αλεξία. Μπαίνοντας εκείνη τον γνώρισε αμέσως και τραβήχτηκε πίσω. Οι άλλοι στράφηκαν στα κατεβασμένα τους παντελόνια για τα όπλα τους. Ο Άρης όμως χίμηξε κατά πάνω τους. Ακινητοποίησε τους δύο, ο τρίτος όμως πρόλαβε και πήρε τ’ όπλο του περνώντας το γύρω απ’ το λαιμό της Αλεξίας. “Άσε τους και θα την αφήσω” Ο Άρης υπάκουσε. “Αφού σκότωσα το μπαμπά, τη μαμά και γάμησα την κόρη, ‘στέλνω’ και το γιο”, είπε και πυροβόλησε, όταν η Αλεξία πρόλαβε να τον σπρώξει. Η σφαίρα καρφώθηκε στο στήθος του αδερφού του και ο Άρης ευκαιριακά πήδηξε πάνω του χτυπώντας τον, εκείνος όμως πρόλαβε και πυροβόλησε για να σταματήσουν και οι δύο.

Ο Καταπότης είχε αυτοπυροβοληθεί, όμως το τραύμα ήταν διαμπερές και έφτασε τον Άρη. Θα γινόταν καλά. Ο χασάπης φώναξε την αστυνομία και παραδόθηκε. Οι Καταπότηδες πούλησαν και μοίρασαν την περιουσία τους στο χωριό. Έφυγαν για την πόλη. Οι γιοί τους έμειναν στο χωριό νεκροί για να θυμάται ο καθένας πως είχαν σκοτώσει εκείνη τη μέρα τους γονείς των δύο παιδιών. Ο Άρης έφτιαξε ξανά τη γη του και η Αλεξία έφυγε για σπουδές. Το μέλλον την έφερε και πάλι στο χωριό ως τοπική γιατρό με μεγάλη οικογένεια. Υπήρξαν η πιο ευλογημένη οικογένεια.


 Διαβάστε περισσότερα.. »

yannidakis – ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ: Η ΑΣΧΗΜΗ ΟΜΟΡΦΙΑ

                                               ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ: ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2009


Μια φορά σε έναν καιρό όχι πολύ μακρινό από σήμερα και έναν χειμώνα που πριν ακόμα φτάσει πάγωνε τις καρδιές των ανθρώπων η Τόνια καθισμένη μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή έγραφε με μανία στο σκοτεινό δωμάτιο κι άλλοτε χαμογελούσε κι άλλοτε σκεπτική κάρφωνε το βλέμμα της μέσα από την οθόνη ως εκεί που μόνο οι σκέψεις της ήλεγχαν.

Η Τόνια γυρίζει κάθε απόγευμα από τη δουλειά της, ένα γραφείο μοντέλων όπου δουλεύει σα γραμματέας. Ψηλή, όμορφη και περιποιημένη, θα αναρωτιέσαι γιατί δεν είναι η ίδια μοντέλο. Κι όμως τα απογεύματα της τα περνά σε αυτή την καταραμένη οθόνη και αν κρίνω από τις εκφράσεις της, συνομιλεί με ένα σωρό ανθρώπους από κει.

Το επόμενο απόγευμα λίγο έξω από τη δουλειά ένας τύπος την φωνάζει με το όνομά της. Η καρδιά της χτύπησε πιο δυνατά. Πρώτη φορά κάποιος την περίμενε από οπουδήποτε. Γύρισε στιγμιαία ώσπου τον είδε. Ψηλός, όμορφος με υπέροχο χαμόγελο και σκιστά αισθησιακά μάτια την πλησίαζε κοιτώντας την βαθιά.
Σε βρήκα. Στο είπα ότι είμαι αληθινός. Θα δεις πως ότι σου έχω περιγράψει είναι αληθινό”.
Η Τόνια ταράχτηκε. Ο μόνος που μπορούσε να ξέρει που δουλεύει ήταν ο beautymale. Δεν ήξερε το όνομά του αλλά είχαν περάσει πολλά διαδικτυακά βράδια και τώρα ήταν μπροστά της χωρίς εκείνη να μπορεί να του πει οτιδήποτε.

Ο beautymale την κράτησε απ’ το χέρι και την οδήγησε στο αυτοκίνητό του. Η Τόνια δεν ήθελε να τον ακολουθήσει, όμως δεν είχε ίχνος δύναμης να αντισταθεί στην ευγένειά του. Σε λίγο είχαν βγει απ’ το πανάκριβο αυτοκίνητο και καθόντουσαν σε ένα γραφικό εστιατόριο με θέα τη θάλασσα. Ήταν όλα ειδυλλιακά όμως η Τόνια δε μπορούσε να συνέλθει, δεν ήταν ποτέ συνηθισμένη να βγαίνει, πόσο μάλλον με αγνώστους. Προσπάθησε να πιει για να χαλαρώσει. Μάταια όμως. Το επόμενο πράγμα που είδε μετά ήταν το κρεβάτι της. Είχε γυρίσει χωρίς να θυμάται τίποτα. Ήταν άραγε ένα όνειρο; Ήταν η αληθινή άνοιξη που έψαχνε στη ζωή της;

Η Τόνια σπίτι της πια και απαλλαγμένη από κάθε ανάμνηση της χθεσινής νύχτας, ένοιωθε πιο έντονα από ποτέ. Ήταν έρωτας; Σε ένα απόγευμα; Δεν έχασε χρόνο και προσπάθησε να βρει το ηλεκτρονικό του αποτύπωμα χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Το υπόλοιπο της νύχτας πέρασε με την καρδιά της να χτυπά ακανόνιστα.

Το επόμενο πρωί στο γραφείο της την περίμεναν μερικά απ’ τα πιο σπάνια λουλούδια. Το καρτελάκι έγραφε 'η ομορφιά πρέπει να εκμεταλλεύεται' συνοδευόμενο από το τηλέφωνό του. Το βρήκε πολύ ρομαντικό και το ίδιο απόγευμα του τηλεφώνησε. Εκείνος ήταν κάθε στιγμή και πιο ρομαντικός, πιο ερωτικός, πιο προκλητικός, κι όμως τόσο διακριτικός που προτιμούσε να της μιλά για τη δουλειά της και το χώρο της μόδας. Ήταν προφανές πως του άρεσε να την ακούει να μιλά κι έτσι τη ρωτούσε σχετικά. “Πόσα μοντέλα έχετε; Ποίοι είναι οι ιδιοκτήτες” και ένα σωρό από χασομέρησες ερωτήσεις. Η Τόνια ήταν σίγουρη πως έπρεπε να τον ευχαριστήσει και τον προκάλεσε να κοιμηθεί μαζί της. Εκείνος ευγενικά αρνήθηκε “δε θέλω να βιαστούμε. Αυτό είναι κάτι ξεχωριστό”, την φίλησε απαλά στο μάγουλο, της ψιθύρισε “ονομάζομαι Κωνσταντίνος” και χάθηκε στο σκοτάδι.

Η Τόνια ζούσε σε όνειρο που διεκόπη το επόμενο πρωί. Είχαν έκτακτη συνάντηση στη δουλειά. Η πρόεδρος της εταιρείας τους ανακοίνωσε πως εδώ και βδομάδες λαμβάνει απειλητικά σημειώματα που απειλείται η ακεραιότητα των μοντέλων. Η κυρία Χίλντα υποψιαζόταν έναν άντρα-μοντέλο που απορρίφθηκε η πρόσληψη του από την εταιρεία επειδή ήθελε να συμμετέχει με γυναικεία ρούχα! Η αστυνομία είχε ενημερωθεί και η κυρία Χίλντα επέστησε την προσοχή στα μοντέλα.

Μάταια όμως. Η Εντίτα, η οπτασία από την Πολωνία βρέθηκε νεκρή την επόμενη μέρα στο διαμέρισμά της με τον αριστερό της μαστό κομμένο. Η εταιρεία έμεινε κλειστή και όλες οι κοπέλες ήταν πλέον τρομοκρατημένες. Το ίδιο και η Τόνια που το μοιράστηκε με τον Κωνσταντίνο ο οποίος έδειξε τρομαγμένος για την καλή του. Η ιστορία με τον διεστραμμένο ομοφυλόφιλο θα είχε συνέχεια.

Πέρασε μια βδομάδα από τη δολοφονία της Εντίτα και ο οίκος μόδας παρέμενε κλειστός. Τρία ακόμα μοντέλα είχαν βρεθεί νεκρά. Από τη μια έλειπε ο δεξής μαστός, από την άλλη είχε αφαιρεθεί η μήτρα. Η αστυνομία ερευνά εξονυχιστικά και η Τάνια δε μπορεί να ζήσει το μοναδικό γι’ αυτήν ειδύλλιο με τον Κωνσταντίνο που πλέον δεν την αφήνει από κοντά του παρά μόνο για να δουλέψει.

Το τελευταίο νεκρό μοντέλο ήταν η Αλίκη. Βρέθηκε νεκρή σε τουαλέτα γνωστού club με ξυρισμένο το κρανίο. Αυτό ήταν. Ο Κωνσταντίνος ζήτησε από την Τάνια να φύγουν μακριά, ίσως και η ίδια ήταν στόχος, άλλωστε δεν είχε απομείνει άλλο μοντέλο. Προορισμός η Βραζιλία, μακριά απ’ όλα. Η Τόνια έτρεξε να ειδοποιήσει την κυρία Χίλντα για την απουσία της όμως όταν μπήκε στο γραφείο της, την βρήκε αποκεφαλισμένη. Έβαλε τις φωνές και φώναξε την αστυνομία. Μετά από κάποιες περιγραφές και καταθέσεις, η συντετριμμένη Τόνια έτρεξε στο σπίτι του Κωνσταντίνου.

Της άνοιξε ο συγκάτοικός του, ο Νικόλας. Εκεί ακριβώς στην πόρτα ήταν οι βαλίτσες του Κωνσταντίνου. Επιτέλους θα έφευγαν! “Έλα μέσα. Κάνει μπάνιο. Να σε κεράσω κάτι;
Η Τόνια έγνεψε αρνητικά.
Έλα τότε στο δωμάτιο μου θα σου δείξω τη συλλογή μου” συνέχισε με ενθουσιασμό ο Νικόλας.
Η Τόνια πιο χαλαρή τώρα, τον ακολούθησε. Ο Νίκολας άνοιξε την πόρτα και ξαφνικά ένα φρικιαστικό θέαμα από ανθρώπινα μέλη σώματος και τριγύρω παντού φωτογραφίες μοντέλων.

Η Τόνια έκανε να ουρλιάξει και να φύγει προς τα έξω όμως ο γυμνός Κωνσταντίνος μπήκε στο δωμάτιο αρπάζοντάς την και την έδεσε. Ύστερα πλησίασε τον Νικόλα και επιδεικτικά τον χάιδεψε, τον φίλησε και τον έγδυσε. Άρχισαν να κάνουν παθιασμένο έρωτα μπροστά της. “Με λένε beautymale γιατί και εμείς αξίζουμε την ομορφιά. Δε θέλαμε παρά μόνο μια ευκαιρία στην πασαρέλα μαζί με όλες τις κοπέλες. Καμιά τους δεν ήταν πιο όμορφη από μας", είπε.

Οι δυο τους έφτασαν σε οργασμό λερώνοντας την απροστάτευτη Τόνια. Κανείς ποτέ δεν την έψαξε. Όλοι ήξεραν ότι είχε φύγει. Και είχε φύγει. Για πάντα.
 Διαβάστε περισσότερα.. »

yannidakis - ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟΣ ΜΥΘΟΣ: ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ

ΜΗΝΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ: ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ


Μια φορά σε έναν καιρό η Τασία ονειρευόταν μια καλύτερη ζωή για το αύριο. Η ίδια είχε περάσει πολλά δύσκολα χρόνια φτώχιας, μιζέριας, δυστυχίας και έλλειψης. Ήταν μικρή ακόμα, όμως τότε η ηλικία δεν είχε και τόση σημασία κάθε μέλος της οικογένειας έπρεπε να προσφέρει για την επιβίωσή της. Σχολείο δεν πήγε ποτέ. Ο πατέρας της είχε αναθέσει σπουδαιότερες ευθύνες.

Θυμάμαι που όταν γυρνούσε απ’ το χωράφι έπαιρνε το καρβέλι ψωμί απ’ τον πάγκο και η μαμά της ακούγοντάς την, την πρόσταζε να πλυθεί στη βρύση δίπλα στον αχυρώνα. Αχ! πόσο ξεχασιάρα ήταν. Λίγες μπουκιές ψωμί έκοβαν την όρεξη κι όταν ο πατέρας γυρνούσε ήταν όλα έτοιμα. Βασικά η Τασία φρόντιζε για όλα. Η μαμά της έδινε οδηγίες χωρίς να ξέρει τι ακριβώς συνέβαινε, όμως έτσι ένοιωθε ότι συμμετείχε. Ήταν βλέπεις τυφλή εδώ και χρόνια.

Όταν η Τασία γνώρισε τον νεαρό εκείνο από το διπλανό χωριό άρχισε να χάνει το ενδιαφέρον για την καθημερινότητα στο σπίτι και ο πρώτος που το κατάλαβε ήταν ο πατέρας της που αυστηρός της απαγόρευσε να βλέπει τον νέο. Ήταν πολύ αργά όμως και ο πατέρας έθεσε τον όρο να έρθει το ζευγάρι και αφού παντρευτεί να μετακομίσει σπίτι τους. Να βοηθήσει κι αυτός. Όπως κι έγινε.

Σύντομα οι δυο τους απέκτησαν μια κόρη. Ήταν το όνειρο της Τασίας. Είχε τόσα όνειρα γι’ αυτήν, έπρεπε να πετύχει. Όλη στην οικογένεια ήταν χαρούμενοι όμως το ζευγάρι έπρεπε να μετακομίσει στο χωριό εκείνου. Εκεί που είχε περιουσία και μεγάλο σπίτι για να μείνουν άνετα. Δεν ήταν μακριά και το μωρό αυτό άξιζε το καλύτερο. Ήταν για την Τασία η έλευση του σημαντικότερου δώρου, ένας κανονικός χρησμός απ’ τον ίδιο τον Χριστό, γι’ αυτό και πήρε το όνομα, Χριστίνα. Η Χριστίνα ήταν η άνοιξη στην οικογένεια της Τασίας. Και όλοι περίμεναν απ’ αυτήν.

Εκεί στο χωριό η Χριστίνα μπορεί να ήταν πολύ μικρή να σταθεί αντάξια των προσδοκιών, όμως το μόνο σίγουρο είναι πως μάθαινε. Οι γονείς της επένδυαν στο χαρακτήρα και την διαπαιδαγώγηση της και εκείνη τους αντάμειβε σε κάθε ευκαιρία. Και κάπως έτσι τα χρόνια περνούσαν με τη Χριστίνα κοπέλα πια να ξεχωρίζει, όχι μόνο για το πνεύμα και τον καλοδουλεμένο χαρακτήρα της, αλλά και για την εμφάνιση της. Τα κατάξανθα μαλλιά, τα πράσινα μάτια και το δέρμα σα γάλα.

Μεγαλύτερη πια μπορούσε να πηγαίνει συχνότερα στην αγαπημένη της γιαγιά την οποία και λάτρευε. Μοιραζόταν μαζί της μυστικά που κανείς δεν ήξερε. Ίσως η γιαγιά να μην μπορούσε να την δει, όμως η γλυκιά της φωνή και ο τρόπος που μιλούσε έδινε τη σιγουριά που η γιαγιά της ζητούσε. «Ο Κώστας με φίλησε χωρίς να προλάβω να τον σπρώξω» είπε με νάζι και η γιαγιά της ξέσπασε σε γέλια αγκαλιάζοντάς την και φιλώντας την προσεγγιστικά στο κεφάλι.

Η Χριστίνα στο σπίτι της γιαγιάς της περνούσε πολλές ώρες της ημέρας φροντίζοντάς την. Πάντα την καμάρωνα για τη διάθεση που είχε δίπλα της. «Να ξέρεις πως για μένα είσαι τα μάτια που δεν έχω καλό μου παιδί. Ίσως γι' αυτό ο Θεός τα ευλόγησε φτιάχνοντάς τα ανοιχτά για να φωτίζουν το δρόμο σου και πράσινα για να λάμπουν σαν σμαράγδια στις κακοτοπιές που θ' άρθουν», της είπε κάποτε για να απαντήσει με απορία: «Γιατί κακοτοπιές γιαγιά;» και η γιαγιά της χαμογελώντας με νόημα απάντησε: «Θα έρθουν κακοτοπιές Χριστίνα, όμως εσύ θα λάμπεις πάντα. Θα πρέπει να είσαι πάντα δυνατή και να μην παρατάς τον εαυτό σου. Πάντα να παλεύεις για το μέλλον σου και ποτέ μην αφήσεις κάποιον να σε κρατήσει πίσω. Θα δεις πως θα είσαι τα μάτια κι άλλων ανθρώπων στο μέλλον. Τα μάτια σου θα είναι το σπάνιο χάρισμά σου».

Ίσως η Χριστίνα δεν είχε καταλάβει ακριβώς τα λόγια της γιαγιάς, όμως δε θα αργούσε η στιγμή που θα τα ζούσε στην πράξη.

Τα χρόνια πέρασαν και η Χριστίνα άρχισε να πραγματοποιεί τα όνειρά της στερημένης μητέρας της. Άριστη στο σχολείο της, πέρασε στο Πανεπιστήμιο στο οποίο είχε τις καλύτερες περγαμηνές και άριστες επιδόσεις. Μια πραγματικά δακτυλοδεικτούμενη κοπέλα που είχε το σεβασμό όλων, ακόμα και κι όταν απέκτησε την πρώτη της σοβαρή σχέση, ακόμα κι όταν κάπου ενδιάμεσα έχασε την πολυαγαπημένη της γιαγιά. Ένα μεγάλο πλήγμα στη ζωή της.

Τα φοιτητικά χρόνια τελείωσαν και εκείνη γύρισε σπίτι της. Ο σκοπός ήταν να βρει δουλειά, να αναζητήσει μια καλύτερη ζωή. Και αυτό δεν άργησε. Σύντομα ήταν σε μια μικρή εταιρεία με θέση σε γραφείο. Όχι άσχημα για αρχή, όχι αρκετά για να κυνηγήσει το όνειρό της, να κάνει το επόμενο βήμα που η γιαγιά ή η μητέρα της δεν κατάφερε. Μια βαρετή μέρα στη δουλειά έφτασε στο γραφείο της ένας νεαρός πολύ καθώς πρέπει, όμορφος και καλοντυμένος. “Πρέπει να είσαι η Χριστίνα. Μου είπαν να ψάξω για την πιο όμορφη κοπέλα εδώ μέσα”.
”Ελπίζω να μην έχει σημασία αυτό. Τι θα θέλατε;” αποκρίθηκε κοφτά.
”Ξέρετε, συνήθως δεν λειτουργεί έτσι, όμως περάστε από τα γραφεία της εταιρείας μας αύριο το πρωί. Ας κάνουμε μια συζήτηση. Σας θέλουμε να δουλέψετε για μας και σίγουρα εσείς αναζητάτε ένα μεγαλύτερο σκαλοπάτι στην καριέρα σας”. Ο νέος έφυγε και η Χριστίνα προσγειωμένη ως συνήθως δεν ενθουσιάστηκε. Θυμήθηκε όμως τα λόγια της γιαγιάς της και αποφάσισε να ρισκάρει το όνειρο.

Το επόμενο πρωί πέρασε το γυάλινο υπερπολυτελές κτίριο της εταιρείας και βρήκε το νέο από χθες. “Ήρθες! Ακολούθησέ με” ενθουσιώδης ο νέος την οδήγησε στον όγδοο όροφο του κτιρίου. Χτύπησε την πόρτα και την παρουσίασε σε έναν μεσήλικα κύριο που καθόταν στο χλιδάτο γραφείο του. “Ώστε εσύ είσαι η Χριστίνα. Σε περιμέναμε. Ψάχναμε για εσένα, σε βρήκαμε και είμαστε έτοιμοι να επενδύσουμε πάνω σου. Είμαι έτοιμος να στηριχτώ στα μάτια σου” μονολόγησε με ένα ψυχρό χαμόγελο και σοβαρό ύφος.

Θα ήταν αυτή η πλήρωση των λόγων της γιαγιάς της;

Ο πατέρας της Χριστίνας ύστερα από μεγάλο χρονικό διάστημα νοσηλείας υπέκυψε στην ασθένειά του και η οικογένεια βυθίστηκε στο πένθος. Ο κύριος Βριάνος έδωσε μεγάλη άδεια στην Χριστίνα και όταν γύρισε της έκανε σημαντική αύξηση που ήταν αλήθεια πως χρειαζόταν πολύ. Ήταν τότε που της ζήτησε να γυρίσει και πάλι στο σπίτι που της είχε διαθέσει κι όμως παρά τις παραινέσεις όλων, η Χριστίνα δεν άφησε την μητέρα της και έμεινε μαζί της.

Η συνεχόμενη ανάπτυξη της Χριστίνας είχε αφήσει άναυδο όλο τον επιχειρηματικό κλάδο. Ο Βριάνος είχε τις ιδέες και τις παραγγελίες και η Χριστίνα ήταν τα μάτια του. Μετουσίωνε κάθε σκέψη σε εικόνα. Κάθε της σχέδιο το αφιέρωνε στη γιαγιά της και είχε έρθει η στιγμή να το κάνει και δημόσια. Ο σύλλογος των επαγγελματιών τους, θα τη βράβευε στην Πράγα με όλες τις τιμές!

Η Χριστίνα έφτασε στην Πράγα με τον Βριάνο και στην απονομή αφού αφιέρωσε το βραβείο στην κυρία Τασία ευχαρίστησε και εκείνον για όσα της είχε προσφέρει στην σταδιοδρομία της. Στο τέλος της εκδήλωσης έφυγαν ευτυχισμένοι. “Μάτια μου. Στο είπα ότι είσαι τα μάτια μου” εκείνη χαμογέλασε χαρούμενη και έφτασαν στο ξενοδοχείο. Ο Βριάνος της φίλησε το χέρι ευγενικά και ερωτικά μαζί και εκείνη ανταπέδωσε με ένα πεταχτό φιλί στο στόμα. Ο Βριάνος συνέχισε συνοδεύοντας την στο κρεβάτι, γδύνοντάς την ενώ εκείνη χωρίς δυνάμεις προσπαθούσε ευγενικά να τον απομακρύνει μέχρι που έγινε πολύ πιεστικός. Η Χριστίνα προσπάθησε να φωνάξει μα εκείνος τη φίμωσε. Πάλη ακολούθησε ώσπου ένας νέος άντρας τον απώθησε απότομα όταν ο Βριάνος με τον αγκώνα του τον χτύπησε δυνατά στο μάτι.

Στον πανικό που ακολούθησε η Χριστίνα συνόδευσε τον νέο στο νοσοκομείο της Πράγας όπου εγχειρίστηκε. Μετά από πολλές ώρες ο χειρούργος ανακοίνωσε πως ο νέος είχε χάσει το ένα του μάτι. Ήταν ο Θάνος. Ο νεαρός που την είχε καλέσει εκ μέρους της εταιρείας. Πάντα φλέρταραν! Η Χριστίνα τον πλησίασε: “Μη φοβάσαι. Θα είμαι εγώ τα μάτια σου” ψιθύρισε φιλώντας στοργικά τον σωτήρα της. “Μαζί. Μακριά από κει” της είπε χαμογελώντας.

                                                                                     :[
 Διαβάστε περισσότερα.. »

yannidakis - ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΟ ΜΥΘΟ (Κ. & yannidakis)

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ: 08/11/2009


Ρούφηξε με όλη την δύναμη της ψυχής της το άρωμα που ανάδυε το λατρεμένο του κορμί... πολύ αργά άρχισε να το στολίζει με γλυκά και τρυφερά φιλιά, Δεν ήθελε να τον ξυπνήσει ή μήπως πάλι ήθελε? Αυτός ανάσαινε αργά και το πρόσωπό του ήταν γαλήνιο. Καθώς τα χείλη της όμως κατέβαιναν όλο και πιο χαμηλά και πλησίαζαν το στομάχι του οι μυς του σφίχτηκαν και η ανάσα του άρχισε να βγαίνει κοφτή και βαριά ώσπου ένα χέρι την σταμάτησε:
-Τι έγινε μωρό μου ξύπνησες ορεξάτη σήμερα?
-Όχι – όχι εγώ.. είπε όλο νάζι... ο πιτσιρίκος μας εδώ και ώρα είναι αρκετά ανήσυχος.

Εκείνος έσμιξε τα φρύδια του και την άφησε απαλά πίσω στα σκεπάσματα ακουμπώντας τρυφερά το χέρι του στην τεράστια κοιλιά της. Ήταν στις μέρες της και αυτή η κοιλιά φαινόταν έτοιμη να εκραγεί σκεφτόταν ενώ ένα τεράστιο χαμόγελο διαγράφηκε στο πρόσωπό του. Θα γινόταν πατέρας!

Τις τελευταίες μέρες ήταν ενθουσιασμένος στη δουλειά. Αλλά σήμερα ήταν η μεγάλη μέρα! Δέχτηκε τηλεφώνημα να πάει στο μαιευτήριο. Ο μικρός ήταν έτοιμος να έρθει στη ζωή. Παρά την κίνηση στο δρόμο έφτασε κατενθουσιασμένος. Μάλιστα είχε προλάβει να αγοράσει κόκκινα τριαντάφυλλα και μπαλόνια. Ανέβαινε γρήγορα τα σκαλιά για τον τέταρτο όροφο, ονειρευόταν αυτή τη στιγμή όσο τίποτα άλλο.

Λίγο πριν φτάσει, ακούστηκε ένας πυροβολισμός. Ανήσυχος επιτάχυνε και είδε έξω από την πόρτα του δωματίου τον πατέρα του ζευγαριού που θα γεννούσε με τη γυναίκα του να κρατάει ένα όπλο και κλαίγοντας να μονολογεί: “χάσαμε το παιδί στη γέννα. Γιατί σε μένα”; Ερχόμενος στο δωμάτιο αντίκρισε μια λίμνη αίματος με τη γυναίκα του νεκρή με σφαίρα στην κοιλιακή χώρα και το νεογνό στην αγκαλιά της σοκαρισμένης μαίας να κλαίει με εκκωφαντικό ρυθμό.

Τίποτα δε μπορούσε να αντιστρέψει τα πράγματα. Εκείνη έφυγε κλείνοντας την Ιστορία της κι αυτό ήρθε για να ξεκινήσει το δικό του Μύθο :[
 Διαβάστε περισσότερα.. »

yannidakis - ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ: ΜΕΡΑ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑΤΟΣ

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ: 30/10/2009


Μια φορά σε έναν καιρό Χριστούγεννα πλησίαζαν και ο Βαλεντίνος θα έκανε για πρώτη φορά τις γιορτές στο καινούριο του σπίτι.

Ήταν ενθουσιασμένος γιατί είχε τη φαντασίωση ενός μεγάλου ρεβεγιόν πρωτοχρονιάς όπως είχε δει κάποτε σε μια ταινία. Πράγματι. Είχε καλέσει εδώ και μήνες όλους τους φίλους και γνωστούς του. Συναδέλφους και γείτονες. Είχε αγοράσει κάθε λογής μεζέ και ποτό. Είχε ετοιμάσει μουσικές και μεγάλη ποικιλία από ποτά. Και είχε αγοράσει ένα σωρό από παιχνίδια, τράπουλες και ότι θα χρειαζόταν κανείς για εκείνη τη βραδιά. Η αλήθεια είναι πως τις τελευταίες ημέρες δεν είχε άλλο θέμα συζήτησης και παντού παρουσίαζε τα σχέδια του με ενθουσιασμό!

Η μέρα είχε έρθει και ο Βαλεντίνος από νωρίς τα είχε όλα έτοιμα. Είχε φορέσει τα καλά του, είχε ετοιμάσει και δοκιμάσει καθετί που θα καταναλωνόταν την ημέρα αυτή και είχε βάλει στο ψυγείο την ακριβή σαμπάνια. Η αλήθεια είναι πως ήταν πτώμα ως το μεσημέρι κι έτσι ξάπλωσε να ανακτήσει δυνάμεις για το ερχόμενο ατελείωτο βράδυ.

Όταν ο Βαλεντίνος ξύπνησε ήταν κιόλας περασμένες έντεκα. «πωπω! Αποκοιμήθηκα για τα καλά», σκέφτηκε, ενώ παραξενεύτηκε που κανένα κουδούνι δεν είχε χτυπήσει ως τότε. Σε λίγα λεπτά μηνύματα και τηλεφωνήματα κατέκλυσαν το κινητό του. Άλλοι είχαν οικογενειακές υποχρεώσεις κι άλλοι προβλήματα με τα παιδιά ή τους γονείς τους. Πρέπει να του ακύρωσαν πάνω από τριάντα άτομα! Όμως περίμενε κι άλλους και ως τα μεσάνυχτα θα εξαντλούσε κάθε περιθώριο αναμονής.

Ένα λεπτό πριν τη μεγάλη στιγμή, εκείνος περίμενε ακόμα μήπως του ετοίμαζαν όλοι αιφνίδια έκπληξη. Μάταια όμως. Τα μεσάνυχτα έφτασαν, ο χρόνος άλλαξε και δάκρυα κατέκλυσαν το πρόσωπο του Βαλεντίνου. «Φίλοι» φώναξε ειρωνικά και έχυσε τα δεκάδες μπουκάλια ποτών και σαμπάνιας μεσ’ το σπίτι του. Στα έπιπλα, στα πατώματα, στα φυτά. Άνοιξε τη θήκη με τα πούρα κι άναψε εκείνο το ακριβό που προοριζόταν για την ημέρα. Έκανε μια γεμάτη τζούρα και το πέταξε στο πάτωμα φεύγοντας απ’ το σπίτι.

Το σπίτι κάηκε σαν λαμπάδα, όμως κανείς δεν έμαθε που πήγε ο Βαλεντίνος έκτοτε :[
 Διαβάστε περισσότερα.. »

yannidakis - ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ: Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ: 23/10/2009


Μια φορά σε έναν καιρό ο μικρός Δημήτρης έπαιζε με την πλαστελίνη του. Την λάτρευε! Αυτή η δυνατότητα δημιουργίας από μια άμορφη μάζα, του αφυπνούσε συνεχώς την φαντασία και συνεχώς έθετε νέα όρια στη δημιουργικότητά του.

Πολλά χρόνια μετά γνώρισε την Τάνια. Μια «άβγαλτη» κοπέλα που φοιτούσε μαζί του ακολουθώντας το ρεύμα… Όχι την πρώτη φορά, αλλά σύντομα, ο Δημήτρης αντίκρισε σ’ αυτήν κάτι κρυμμένο σαν ένας άλλος κυνηγός ταλέντων στις ποδοσφαιρικές αλάνες με τα απεριποίητα παιδάκια. Η Τάνια είχε δύσκολα παιδικά χρόνια. Είχε ξεφύγει από μια ζωή χωρίς προοπτικές σε ένα χωριό ελεγχόμενης μιζέριας για ένα καλύτερο αύριο. Μικρή, χωρίς εμπειρίες, χωρίς να έχει δει καμία από τις δυο πλευρές της ζωής, χρειαζόταν λίγη προσπάθεια για να διακρίνει κανείς το πόσο έξυπνη και πνευματώδης θα μπορούσε να είναι.

Ο… κανείς ονομάστηκε Δημήτρης. Ο πολύ πιο έμπειρος Δημήτρης είχε βρει τη νέα του πλαστελίνη και ο έρωτας στους δύο νέους δεν άργησε να έρθει. Η Τάνια ερωτεύτηκε τις γνώσεις και τη σιγουριά του και εκείνος τις προοπτικές μια ανεπανάληπτης γυναίκας που έβλεπε μέσα στα γαλαζοπράσινα μάτια της. Τα επόμενα χρόνια δούλεψαν και οι δύο πολύ. Η Τάνια μάθαινε και το λάτρευε! Το άβγαλτο κορίτσι μεταμορφωνόταν σε μια ενδιαφέρουσα κοπέλα. Ο Δημήτρης επένδυε. Επένδυε τα νεανικά του χρόνια, χρήματα, συναισθήματα. Το μέλλον του.

Πράγματι, οι δύο τους παντρεύτηκαν και με τα χρόνια η Τάνια έγινε μια επιλεκτική κυρία με εκλεπτυσμένο γούστο και προτιμήσεις. Ποτέ δεν κατάφερε να αποβάλλει το άγχος και την απαισιοδοξία που κουβαλούσε από μικρή. Και φυσικά τον Δημήτρη και την Τάνια δεν τους ξεπέρασε η επιδημία της φθοράς των χρόνων. Είχαν πάντα βέβαια το κλειδί να νικούν στο τέλος, όμως τι γίνεται όταν η πλαστελίνη είναι εδώ και καιρό είναι σχηματισμένη; Ο «καλλιτέχνης» με τι ασχολείται;

Το μέλλον είχε ήδη αρχίσει. Η αγάπη τους ήταν το πιο δεδομένο στοιχείο στη σχέση. Ήταν όμως σταθερή. Ίσως υπερβολικά σταθερή. Πως συνεχίζει η διαμορφωμένη Τάνια και ο ανήσυχος Δημήτρης :[
 Διαβάστε περισσότερα.. »

yannidakis - ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ: Η ΧΑΜΟΓΕΛΑΣΤΗ ΗΡΩΙΔΑ

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ: 16/10/2009


Μια φορά σε έναν καιρό η μικρή Ανθή υπήρξε το πιο γλυκό κορίτσι του χωριού. Και ποιος δεν την αγαπούσε. Πάντα με το χαμόγελο και τη γλυκιά φωνούλα της έτρεχε για να εξυπηρετήσει τον καθένα. Με τα κοτσιδάκια της και τα χρωματιστά φορεματάκια της, χαρούμενη βοηθούσε σε ότι μπορούσε.

Η ίδια αφέλεια και ξεγνοιασιά την ακολούθησε στη μεγάλη πόλη του πολιτισμού και των φώτων που όταν μεγάλωσε έπρεπε να πάει για σπουδές. Οι συμβουλές όλων των χωριανών τη συνόδευαν. Προσοχή και επιφύλαξη της σύστησαν, λέξεις άγνωστες ως τότε για εκείνη. Πράγματι, έχοντας όλα αυτά στο μυαλό της, προσπαθούσε να προσέχει. Όμως για την τόσο κοινωνική Ανθούλα, ήταν αδύνατο να μην κάνει παρέες πολλές. Διάκριση δεν είχε όμως και όλους τους αποκαλούσε φίλους. Ακόμα κι όταν χρειάστηκε να δουλέψει μαζί με τις σπουδές της, ήταν η μόνη που ποτέ δε διαμαρτυρήθηκε για το εξαντλητικό ωράριο και τις κακές συνθήκες εργασίας. Ακόμα και στις προσβολές απ’ τα αφεντικά της, εκείνη παρέμενε χαμογελαστή.

Ένα πρωί ένας φίλος της μπήκε σπίτι με φωνές ενθουσιασμού: «Ανθή! Απόψε θα πάμε όλη στην πλατεία. Πάμε για να δουλεύουμε σαν άνθρωποι». Η Ανθή δεν πολυκατάλαβε. Είχε πολλές απορίες απ’ τις δώδεκα λέξεις που άκουσε, μα δεν πειράζει, ήταν τόση η χαρά του φίλου της που τη συμμερίστηκε αμέσως! Πράγματι, το βράδυ ήταν στην πλατεία. Χιλιάδες κόσμου. Πρώτη φορά έβλεπε τόσους κι απέναντι η αστυνομία. Όλοι τραγουδούσαν και φώναζαν συνθήματα. Εκείνη και πάλι, δεν καταλάβαινε. Κρατούσε το χέρι του φίλου της και φώναζε κι αυτή. Ο φίλος της, την παρέσυρε μπροστά στο πλήθος και ενώ φωνάζανε και τραγουδούσαν, καπνοί γύρω, τους σκέπασαν. Η Ανθή δε μπορούσε να αναπνεύσει. Τα τραγούδια σταμάτησαν και άρχισαν να βήχουν και να πονούν. Ο κόσμος χτυπούσε τους αστυνομικούς κι εκείνοι τον κόσμο.

Η Ανθή κοιτούσε χωρίς να κουνιέται μέχρι που κάτι αιχμηρό την «βρήκε» στο στήθος. Έπεσε κάτω και λίμνη αίματος γέμισε το κόκκινο φόρεμά της στο δρόμο. Η Ανθή ήταν η χαμογελαστή ηρωίδα της επανάστασης :[
 Διαβάστε περισσότερα.. »

yannidakis - ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ: Ο ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟΥ

                                                  ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ: 09/10/2009

Μια φορά σε έναν καιρό το σκοτάδι της νύχτας ίσα που είχε αρχίσει να διαλύεται. Ο Μενέλαος βρισκόταν στη γνώριμη θέση του σε ένα πρόχειρο σκέπαστρο στο τοπικό νεκροταφείο. Ήταν φύλακας που προσέλαβαν ύστερα από τους τελευταίους βανδαλισμούς σε μνήματα. Κοντός και αδύνατος, καχεκτικός και ατημέλητος, θαρρείς πως η μόνη προστασία που θα μπορούσε να προσφέρει θα ήταν να βάλει τις φωνές τρέχοντας να φύγει.

Τις τελευταίες μέρες ο Μενέλαος παρατηρεί διακριτικά μια γυναίκα με μαύρα μακριά μαλλιά, κόκκινο φόρεμα και μαύρη μπέρτα να στέκεται μπροστά σε ένα μνήμα αυτήν την κρύα ώρα λίγο πριν το ξημέρωμα. Όχι νύχτα, όχι μέρα.

Η συνήθεια είναι τώρα προσμονή για τον Μενέλαο που την περιμένει κάθε φορά. Απόψε αποφάσισε να πάει στο μνήμα για να δει όσα στοιχεία μπορούσε για τον νεκρό. Όταν έφτασε στο σημείο πάγωσε ολόκληρος. Μια πρόχειρη πέτρα πάνω απ’ το χώμα ήταν τελείως κενή. Αν είναι δυνατό!

Το μόνο σίγουρο είναι ότι παρά τον φόβο του, έπρεπε να μείνει στο πόστο. Και έτσι θα κυλούσε η βάρδια. Στο πέρασμα των λεπτών και των ωρών η περιέργεια και η φαντασία του προκάλεσαν έντονο ενδιαφέρον για το επερχόμενο χάραμα και την παρουσία της γυναίκας.

Πράγματι. Η γυναίκα έστεκε για μια ακόμη αυγή μπρος στο κενό μνήμα. Ο Μενέλαος οπλίστηκε με όσο θάρρος κατάφερε να βρει και την πλησίασε αγγίζοντάς την στην πλάτη. Ήταν αδύνατο να μην προσέξει το καλλίγραμμο κορμί της.
- «Με συγχωρείτε κυρία. Χρειάζεστε κάτι»
- «Εσένα» απάντησε με μια βραχνή ψιθυριστή φωνή και χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει.
- «Μα, τι εννοείτε παρακαλώ» αποκρίθηκε ο Μενέλαος με τρεμάμενη φωνή. Η γυναίκα γύρισε απότομα και αποκάλυψε το γυμνό της πλούσιο σώμα από μπροστά. Φορούσε ένα μαύρο μαντήλι στο πρόσωπο και ο άτολμος Μενέλαος ενστικτωδώς της το αφαίρεσε για να αποκαλυφθεί μια πηχτή μάζα από αίμα. Ήταν το δικό του.

Την επόμενη μέρα η ταφόπλακα είχε τα στοιχεία του Μενέλαου γραμμένα πάνω :[
 Διαβάστε περισσότερα.. »

yannidakis - ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ: ΕΡΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ: 02/10/2009

Μια φορά σε έναν καιρό ήταν η Τζούλια. Η Τζούλια ήταν πωλήτρια και ταξίδευε σε όλη την Ελλάδα. Αυτή τη βδομάδα ήταν στην Κομοτηνή και το ξενοδοχείο που είχε κλείσει η εταιρεία ήταν από τα καλύτερα στην περιοχή.

Το πρώτο βράδυ η Τζούλια γύρισε κατάκοπη απ’ το ταξίδι, μπαίνοντας για ένα ζεστό μπάνιο. Έκατσε και χαλάρωσε αρκετά στη μπανιέρα όταν άκουσε ένα μικρό θόρυβο. Θα ήταν από κάποιο διπλανό δωμάτιο σκέφτηκε η ίδια και συνέχισε ατάραχη. Όταν τελείωσε συνειδητοποίησε πως είχε ξεχάσει την πετσέτα στο κρεβάτι και έτσι γυμνή πήγε ως εκεί. Ήταν ιδιαίτερα πληθωρική με πλούσιο στητό στήθος και σφιχτά προκλητικά οπίσθια. Σκουπίστηκε επί τόπου και ξάπλωσε κατάκοπη στο κρεβάτι όπου και γυμνή αποκοιμήθηκε αμέσως.

Μέσα στη νύχτα κι ενώ κοιμότανε, αισθάνθηκε ένα απαλό άγγιγμα στο σώμα της όμως πρέπει να ήταν ένα ευχάριστο και ερεθιστικό όνειρο. Ήταν φανερό πως είχε ερεθιστεί, από τον τρόπο που είχε σκληρύνει το κορμί της. Παρόμοιο σκηνικό συνέβη και το επόμενο βράδυ μετά τη δουλειά. Αυτή τη φορά το ένστικτό της ήταν που της υπαγόρεψε να ξαπλώσει γυμνή. Και δεν έπεσε καθόλου έξω. Ώρες αφού αποκοιμήθηκε ένοιωσε ένα απαλό χάδι στα γεννητικά της όργανα και εκείνη ασυναίσθητα στον ύπνο της άνοιξε τα πόδια της. Μεσ’ το όνειρο της θα ορκιζόταν πως έκανε τον πιο απολαυστικό και αργό έρωτα. Και ενώ κοιμόταν, ανάσαινε βαθιά ώσπου έφτασε σε οργασμό ξεσπώντας σε αναστεναγμούς οι οποίοι και την ξύπνησαν για να αντικρύσει έναν άντρα μπροστά της.

Τον αναγνώρισε. Ήταν εκείνος που της είχε μεταφέρει τη βαλίτσα της. Είχε σοκαριστεί γιατί μόλις είχε έρθει σε οργασμό. Εκείνος ήταν ατάραχος και με το χέρι του έκλεισε απαλά το στόμα της.

Το ίδιο σκηνικό συνέβαινε κάθε μέρα της εβδομάδας. Η Παρασκευή ήταν η τελευταία βραδιά της στο ξενοδοχείο, όμως δεν του το είπε και εκείνος ενστικτωδώς άφησε κάτι στην τσάντα της :[
 Διαβάστε περισσότερα.. »