Σάββατο, 4 Απριλίου 2015

MYΘΟΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ ~ το μπαρ 56

σύντομες ιστορίες στα όρια της φαντασίας & του ρεαλισμού χωρίς (κανονικό) τέλος

Μια φορά σε έναν καιρό στο +yannidakis

Ήταν λίγο πριν το ξημέρωμα. Οι λιγοστοί θαμώνες που είχαν απομείνει στο ‘Μπαρ 56’ έπρεπε να αποχωρίσουν. Η μουσική σταμάτησε, ο μπάρμαν δεν γέμιζε πια τα ποτήρια και ο χώρος φωτίστηκε απότομα με έντονο φως τόσο αποκρουστικό που κάποιοι φόρεσαν σκούρα γυαλιά για να το αντέξουν. Ουσιαστικά κανείς δεν μιλούσε με κανέναν και όλοι γνώριζαν πως έπρεπε να αποχωρήσουν.

Ανάμεσα τους ένας τύπος γύρω στα σαράντα με ατημέλητα μαλλιά, αξύριστος για μέρες και με ένα παχύ δερμάτινο μπουφάν που φορούσε εντελώς λανθασμένα πάνω από ένα γκρίζο παντελόνι παλαιότερης δεκαετίας. Ήταν ένας από αυτούς που φόρεσαν γυαλιά ηλίου όταν τα φώτα άνοιξαν, βγάζοντάς τα από την εσωτερική τσέπη του μπουφάν με τα μαυρισμένα του δάχτυλα γύρω απ’ τα νύχια. Βιαστικά έβαλε το χέρι στην πίσω τσέπη βγάζοντας ορισμένα χαρτονομίσματα των 5 ευρώ και μερικά ψιλά και αφού τα μέτρησε πρόχειρα με το μάτι, έσκυψε το κεφάλι κι έφυγε γρήγορα από το μπαρ.

Ο τύπος έφυγε με τα πόδια και λίγα μέτρα πιο πέρα σε έναν κεντρικό δρόμο σταμάτησε στο παρακείμενο περίπτερο. Ήταν πλέον αρκετά φωτεινά απ’ τις πρώτες πορτοκαλιές ακτίνες του ήλιου όταν ο τύπος έγνεψε στον περιπτερά αντί να τον χαιρετήσει.
- “Πως πήγε χθες κυρ Νίκο”; ρώτησε ο ηλικιωμένος αλλά με πολύ ευγενικό και ταλαιπωρημένο ύφος, περιπτεράς.
- “Για να βλέπεις να έχω για τσιγάρα...” απάντησε κοφτά. Ο Νίκος πήρε δύο πακέτα τσιγάρα και αφού πλήρωσε εξαφανίστηκε πεζός στο βάθος τους δρόμου μιας πόλης που μόλις είχε ξυπνήσει.
Όταν το επόμενο βράδυ ήρθε, κάθετη στην λεωφόρο Βενιζέλου, ένα μικρό στενάκι, οι Φιλελλήνων, θα γέμιζε ζωή. Οι Φιλελλήνων είναι ουσιαστικά ένα σοκάκι στο οποίο δεν υπάρχει καμία είσοδος. Οποιαδήποτε είσοδος πολυκατοικίας ή καταστήματος υπήρχε από εκείνη τη μεριά, μπαζώθηκε και αναζήτησε έξοδο από τις άλλες πλευρές των κτιρίων. Ο λόγος ήταν τα συνεχή κρούσματα εγκληματικότητας ακόμα και μέσα στη μέρα, συνήθως από εμπόρους ναρκωτικών ή από εκτελέσεις της τοπικής μαφίας. Μόνο ένας είχε τα κότσια να ανοίξει μέσα στη Φιλελλήνων και να αντέξει μέσα στο χρόνο και τις συνθήκες. Ήταν το μπαρ στην Φιλελλήνων 56, το ‘Μπαρ 56’. Ένα μπαρ που ουδέποτε ελέγχθηκε από αρχές για την λειτουργία του και ουδέποτε σημειώθηκε το παραμικρό.


Στο ‘Μπαρ 56’ δεν υπάρχουν νέοι θαμώνες. Όλοι όσοι βρίσκονται εκεί είναι καθημερινοί πελάτες με συγκεκριμένο σκοπό. Οποιοσδήποτε νέος πελάτης θα έπρεπε να έρθει συστημένος από κάποιον θαμώνα και να ακολουθήσει ένα στάδιο μύησής. Ο απαράβατος κανόνας εκεί, είναι πως ποτέ κανείς δεν θα ενοχλήσει την γειτονιά τριγύρω και ουδέποτε θα υπάρξει νεκρός μέσα στο μπαρ ή έξω ακριβώς από αυτό. Οι κανόνες δεν ήταν απλά σεβαστοί, ήταν μέρος μιας σιδηράς πειθαρχίας που επιβάλλονταν στους πελάτες.

Λίγο πριν όλοι μαζευτούν στα τραπέζια για να παίξουν, χαλάρωναν στο μπαρ πίνοντας το ποτό τους και βλέποντας κοπέλες να χορεύουν ημίγυμνες ή γυμνές στην πίστα. Κάποιοι έκαναν χρήση ναρκωτικών που τους βοηθούσε να χαλαρώσουν ή να αντέξουν τη νύχτα και κάποιοι έπαιρναν κάποια ή κάποιες κοπέλες σε ιδιαίτερους χώρους για ιδιαίτερες και ιδιωτικές υπηρεσίες...

image
Ένας από αυτούς ήταν ο Νίκος ο οποίος είχε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες του μπαρ. Μπορούσε να πιει, να συμμετέχει σε τραπέζια τζόγου ή να χαλαρώσει περνώντας... χρόνο με κάποια από τις κοπέλες του μπαρ. Εκείνο το βράδυ μάλιστα ο Νίκος συμμετείχε σε ένα τραπέζι που θα είχε πολύ ενδιαφέρον...
Αποτελούταν από έξι άτομα:
  1. Τον Αρχιμήδη, κατά κόσμον Αριστείδη. Ένας πενηντάρης που είχε παραφράσει το όνομά του εξαιτίας των επιτυχιών του στον τζόγο. Συνήθως ότι κέρδιζε στον τζόγο το διέθετε στις γυναίκες.
  2. Τον Νάσο που ήταν ένας από τους νεότερους θαμώνες του μπαρ. Πριν λίγα χρόνια είχε κληρονομήσει μία τεράστια περιουσία από τον επιχειρηματία πατέρα του που πέθανε (ή τον σκότωσε η μαφία) και αν ποτέ κέρδιζε σκορπούσε τα κέρδη στις γυναίκες και το ποτό.
  3. Την Λέτα. Μία ψηλή κοντά στα σαράντα όμορφη γυναίκα με πολύ απρόσιτο ύφος. Είναι από την Ρουμανία, παντρεμένη με έναν πλούσιο επιχειρηματία. Συνήθως χάνει όλα της τα λεφτά στον τζόγο.
  4. Τον κύριο Προφέσορα. Είναι ίσως ο λιγότερο χαμένος απ’ όλους. Τα λεφτά του τα διαθέτει μόνο στον τζόγο. Κανείς δεν ξέρει το όνομά του, την δουλειά του και τις εξωγενείς σχέσεις του, όμως λέγεται πως είναι ένας πολύ καλός οικογενειάρχης με παιδιά που ουδεμία σχέση με τον υπόκοσμο έχει!
  5. Ο Θωμαΐδης. Πρόκειται για έναν τύπο που έπιασε κάποτε το λαχείο και έκανε την σωστή επένδυση φτιάχνοντας πολυκατοικίες με γκαρσονιέρες κοντά στο Πανεπιστήμιο. Έπαιξε πολλά λεφτά σε διάφορες λέσχες και καζίνο, όμως πάντοτε έχανε μέχρις ότου έμαθε για το ‘Μπαρ 56’. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε φάση μύησης και συμμετέχει μόνο σε ορισμένα τραπέζια τζόγου, στο μπαρ και απολαμβάνει την συντροφιά συγκεκριμένων μόνο κοριτσιών.
  6. Και ο Νίκος. Τραπεζικός υπάλληλος που έχει κυκλοφορήσει στο Μπαρ πως υπήρξε συνεργός σε μία μεγάλη ληστεία στο υποκατάστημα του. Το μερίδιό του έγινε... τζόγος.
Το παιχνίδι κυλούσε κανονικά με τον Νάσο και τον Αρχιμήδη να έχουν βγει εκτός παιχνιδιού, όταν η Λέτα ανέβασε το ποντάρισμα κατά μερικές χιλιάδες ευρώ. Ο κύριος Προφέσορας συνέχισε ενώ ο Νίκος αφού το σκέφτηκε πολύ καλά, σταμάτησε. “Ε.. ξέρω πως οι κανόνες λένε μόνο μετρητά, όμως το αμάξι μου αξίζει τριάντα πέντε χιλιάδες ευρώ. Είναι τριών μηνών. Δεν μετράει”; είπε ο Θωμαΐδης πετώντας στη μέση του τραπεζιού τα κλειδιά του. Ήταν μία κίνηση που αιφνιδίασε τους πάντες. Ποτέ κανείς δεν είχε πράξει ανάλογα κι έτσι όλοι τώρα κοιταζόντουσαν στα μάτια χωρίς να πουν τίποτα. Ο υπεύθυνος του τραπεζιού πλησίασε στην άκρη της αίθουσας και πήρε ένα τηλέφωνο που βρισκόταν εκεί. Δεν χρειάστηκε να πει τίποτα και σε δευτερόλεπτα έλαβε απάντηση. Πλησιάζοντας στο τραπέζι, είπε: “Το αυτοκίνητο γίνεται δεκτό κατ’ εξαίρεση” και το παιχνίδι συνεχίστηκε, ώσπου ο Θωμαΐδης έχασε και το αυτοκίνητο. Νικήτρια εκείνο το βράδυ, ήταν η Λέτα και όταν άρχισε να ξημερώνει, σήμανε πάλι η ειδοποίηση ότι το μπαρ έπρεπε να κλείσει. Όλοι έφυγαν.

Το επόμενο βράδυ η Λέτα μπήκε πολύ νωρίς στο μπαρ. Ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση και εξαγριωμένη ζήτησε τον υπεύθυνο. “Τόσα χρόνια, ποτέ δεν αμφισβήτησα τίποτα και συμμετέχω με απόλυτο σεβασμό εδώ. Εχθές δεχτήκατε ένα αυτοκίνητο που είναι υποθηκευμένο και με βάλατε στη μέση και μάλιστα από κάποιον που είναι σε στάδιο μύησης”! Ο υπεύθυνος ζήτησε από την Λέτα να ηρεμήσει και την οδήγησε στον πάνω όροφο του κτιρίου.

Εκεί βρισκόταν ένα μεγάλο δωμάτιο που άνοιξε αυτόματα από μέσα. Περιείχε ένα γραφείο το οποίο βρισκόταν υπό πολύ χαμηλό φωτισμό. Μπροστά καθόταν ένας άντρας που φορούσε ακριβό κουστούμι και μαύρη γραβάτα, ενώ για να υποδεχτεί την Λέτα είχε βάλει έναν σκούφο στο κεφάλι ώστε να μην αποκαλύπτεται η ταυτότητά του. “Η αποδοχή του αυτοκινήτου δεν ήταν τυχαία. Ήταν μέρος της μύησης. Προφανώς το ποσό που αντιστοιχεί στο αυτοκίνητο σας ανήκει”. Σε εκείνο το σημείο ο άντρας ανέβασε στο γραφείο μερικές δεσμίδες των πεντακοσίων ευρώ τα οποία αντιστοιχούσαν στην αξία του αυτοκινήτου. “Οι κανόνες ισχύουν όπως ξέρετε, απλά στο Μπαρ δεν ανήκει ο Θωμαΐδης” συνέχισε κοφτά ο άντρας ενώ έσπρωχνε τα χρήματα στην πανύψηλη ρουμάνα.

Ο άντρας που συνόδευε την Λέτα της έκανε νόημα να φύγουν. Εκείνη πήρε τα χρήματα και σηκώθηκε απ’ το γραφείο, όμως λίγο πριν βγουν έξω απ’ αυτό, γύρισε και συμπλήρωσε: “Κάτι ακόμα. Ο Θωμαΐδης μας ξέρει. Τα πρόσωπά μας, το στέκι μας, τις συνήθειές μας. Μπορούμε να εμπιστευτούμε ότι η προσωπική μας ζωή είναι διασφαλισμένη”; Ο άντρας σηκώθηκε όρθιος για να απαντήσει στην Λέτα: “Δεν εμπιστεύεστε εκείνον, Λέτα, αλλά το Μπαρ 56. Τα υπόλοιπα είναι δικά μου θέματα”. Κατόπιν αυτού η Λέτα με τον συνοδό, αποχώρησαν.

Το επόμενο πρωί, ο Νίκος θα έφτανε ως το περίπτερο για να προμηθευτεί τσιγάρα. Έψαχνε τις τσέπες του για ψιλά όταν ο περιπτεράς τον διέκοψε:
- “Κυρ Νίκο τα κάνω εγώ δώρο τα τσιγάρα σήμερα. Δεν πήγε καλά η βραδιά, ε; Θέλω όμως μία χάρη από σένα. Μην πας το βράδυ ξανά. Δώσε του ένα κενό. Ε, τι λες”;
- “Ευχαριστώ για το κέρασμα φίλε. Δεν ξεχνάω εγώ να ξέρεις... Όμως θα με βρεις και αύριο εδώ. Δεν αλλάζουν αυτά...” απάντησε βαριεστημένα.
- “Κυρ Νίκο. Κάνε μου το χατίρι και μην έρθεις το βράδυ. Κάνε κάτι άλλο” επέμεινε περιέργως ο περιπτεράς.
Ο Νίκος δεν του έδωσε και πολύ σημασία. Πήρε τα τσιγάρα κι έφυγε.

Όταν η νύχτα επέστρεψε στους ουρανούς της πόλης, ο Θωμαΐδης έφτασε ως το ‘Μπαρ 56’, όμως η είσοδος δεν του επετράπη. “Πες στο αφεντικό σου ότι ήρθα απλά να φέρω τα λεφτά που χρωστάω και να φύγω” είπε στον πορτιέρη. Μετά από μερικά λεπτά η πόρτα άνοιξε και ο πορτιέρης έβαλε τον Θωμαΐδη μέσα στον προθάλαμο αφού πρώτα τον έψαξε για τυχόν όπλο. Διαπιστώνοντας ότι δεν είχε, τον οδήγησε σε ένα γυάλινο δωμάτιο με φιμέ τζάμια. Εκεί, τον συνάντησε ένας από τους υπεύθυνους του μπαρ που του είπε:
- “Παρέβηκες του κανόνες. Δεν μπορούμε να σε ξαναδεχτούμε στο μπαρ. Έχετε δίκιο, όμως ήταν πάνω στην παρόρμηση της στιγμής. Ήρθα να ζητήσω συγγνώμη και έφερα σε μετρητά τα χρήματα για το αυτοκίνητο για να το δώσετε στην κυρία. Θα ήθελα πολύ μια δεύτερη ευκαιρία στο Μπαρ, διαφορετικά σας ζητώ συγγνώμη”.
- “Οι κανόνες είναι ξεκάθαροι και σύμφωνα με αυτούς, θα πρέπει να αποχωρήσετε αυτή τη στιγμή με τα λεφτά σας” είπε ο υπεύθυνος.
Ο Θωμαΐδης μάζεψε τα χρήματά του και έφευγε με συνοδεία απ’ το μπαρ. Όταν ο πορτιέρης άνοιξε για να φύγει ο ανεπιθύμητος καλεσμένος, μία ομάδα επίλεκτων αστυνομικών μπήκε με φόρα κρατώντας ειδικές ασπίδες και απελευθέρωσε αέρια που έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Οι αστυνομικοί δεν είπαν τίποτα ενώ σε χρόνο μηδέν εκατοντάδες πυροβολισμοί έπεσαν από υπαλλήλους του Μπαρ. Στο μεταξύ, κοπέλες και θαμώνες προσπάθησαν είτε να κρυφτούν είτε να διαφύγουν. Στην προσπάθειά τους αυτή, πολλοί έπεσαν νεκροί. Από την σφοδρότητα των πυροβολισμών ήταν και πολλοί αστυνομικοί που δεν κατάφεραν να προφυλαχτούν απ’ τις ασπίδες τους και τραυματίστηκαν θανάσιμα.

Το τέλος των πυροβολισμών, βρήκε το ισόγειο του μπαρ κυριολεκτικά διαλυμένο, όλους τους αστυνομικούς νεκρούς και τους περισσότερους από όσους βρισκόντουσαν μέσα, στην ίδια μοίρα. Ο άντρας του δευτέρου ορόφου ανέβηκε μία κρυφή σκάλα που έβγαζε στην οροφή του κτιρίου και από εκεί εξωτερικά πέρασε σε ένα διπλανό απ’ όπου διέφυγε. Ο Νίκος ήταν ζωντανός. Πάνω του βρισκόντουσαν δύο γυμνόστηθες κοπέλες. Και οι δύο νεκρές. Ουσιαστικά ήταν μάλλον η ανθρώπινη ασπίδα του. Όταν δειλά-δειλά σηκώθηκε αντίκρισε το μακάβριο θέαμα και προσπάθησε να διαφύγει. Στο μεταξύ, όμως -και με το πέρας των πυροβολισμών- ο περιπτεράς είχε καλέσει κάποιον στο τηλέφωνο: “Τελειώσανε. Μπορείτε να τους μαζέψετε” είχε πει.

Όταν ο Θωμαΐδης και δυο-τρεις άλλοι έφτασαν στην έξοδο ένα άλλο κλιμάκιο της αστυνομίας τους περίμενε και τους συνέλαβε όλους. Την επόμενη μέρα κιόλας ο τύπος είχε το μεγαλύτερο θέμα της χρονιάς! Το σκάνδαλο με την μαφία του τζόγου περιελάμβανε επιφανείς εισαγγελείς, δικαστικούς, αστυνομικούς, επιστήμονες, καλλιτέχνες, ακόμα και πολιτικούς! Το ‘Μπαρ 56’ θα έκλεινε οριστικά, όμως ο ιδιοκτήτης του... Θα ήταν κάπου εκεί έξω και μάλιστα καταφέρνοντας να διατηρήσει την πολύ γνωστή του ταυτότητα, κρυφή...

σχόλια; αντιρρήσεις; ερωτήσεις;
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΣΑΣ
ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΜΥΘΟ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προβληματίστηκες; σχολίασε το