yannidakis@gmail.com

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΜΗΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΥΘΟΣ ΤΟΥ ΜΗΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ~ οι ένορκοι

Καληνωρίσματα από το +yannidakis 
Το παγωμένο πρωινό έκανε το κρύο να διαπερνάει το δέρμα και να φτάνει ως τα κόκκαλα και μια ψιλή βροχή έπεφτε καθώς βήματα πλατσούριζαν στις μικρές λιμνούλες πάνω στο πεζοδρόμιο. Σοβαρά κι ανέκφραστα τα πρόσωπα όλων που βιαστικά στριμωχνόντουσαν κάτω από τη σκέπη που υπήρχε στην μπροστινή πόρτα, η οποία ήταν ακόμα κλειστή κι ο φύλακας από πίσω έπινε ασυγκίνητος τον καφέ του. Το κτήριο υψωνόταν από πάνω τους σαν ένας θεόρατος καθεδρικός ναός με ένα κράμα αρχιτεκτονικής που συνδύαζε τη μεγάλη ροτόντα του Αγίου Πέτρου στο Βατικανό πλαισιωμένη από αναρίθμητες κολώνες με κιονόκρανα Ιονικού ρυθμού που έστεκαν σαν κορνίζες ανάμεσα στα στενόμακρα παράθυρα. Στα αετώματα κάποια αγάλματα κλασικού Ρωμαϊκού ρυθμού κοιτούσαν χλωμά το αόριστο της γκρίζας μέρας. Και η χρυσή γυναίκα με τον υψωμένο δαυλό στο αριστερό και το κατεβασμένο σπαθί στο δεξί της χέρι ήταν σχεδόν κρυμμένη από την ομίχλη, εκεί ψηλά στο βάθρο της στην κορυφή του πράσινου τρούλου του κτηρίου. Κι ο συνωστισμός μπροστά από την πόρτα του δικαστηρίου όλο και πλήθαινε όπως και οι σταγόνες της βροχής.

Η πόρτα άνοιξε ακριβώς στις οκτώ και κάπου πενήντα άτομα στριμωχτήκαν να περάσουν από τον έλεγχο τύπου αεροδρομίου και κατόπιν άλλη αναμονή στο φαρδύ διάδρομο του δικαστηρίου. Με την απαλλαγή της ψύχρας από τις πλάτες τους τώρα, άρχισαν να ανταλλάζουν ματιές περιέργειας και μερικά πηγαδάκια συνομιλίας είχαν αρχίσει κυρίως από γυναίκες. Αφού πια όλοι είχαν περάσει από τον έλεγχο ο αστυνομικός τους οδήγησε στο δωμάτιο 404 όπου και ήταν ο χώρος συγκέντρωσης των νεοσύλλεκτων ενόρκων. Ήταν ένα παλιομοδίτικο δωμάτιο με μια άσχημη καφέ μοκέτα πιθανόν της δεκαετίας του εβδομήντα, γεμάτο από μεταλλικές καρέκλες και μερικά στρογγυλά τραπέζια εδώ κι εκεί. Τα μεγάλα παράθυρα ήταν πλαισιωμένα με χοντρά κάγκελα και η βροχερή μέρα τα έκανε να φαίνονται ακόμα πιο καταθλιπτικά και μέσα στο δωμάτιο οι λάμπες φθορίου έδιναν το ψυχρό τους φως. Όλοι τώρα είχαν καθίσει νευρικά στις καρέκλες και γύρω από τα τραπέζια και κοιτούσαν εκνευρισμένοι τα κινητά τους. Ήταν καθαρό ότι κανείς δεν ήθελε να είναι εκεί αυτό το παγερό πρωινό. Η υπάλληλος του δικαστηρίου έδωσε ένα καλωσόρισμα και τους ευχαρίστησε για τη συμμετοχή τους αν και ήταν φανερό πως δεν ήταν εθελοντική αλλά το καθήκον τους σαν πολίτες. Τους πληροφόρησε πως θα πρέπει να περιμένουν έως ότου οι δικαστές τους καλέσουν για την επιλογή τους.

Κι έτσι ξεκίνησε μια ατελείωτη αναμονή, ξένοι ανάμεσα σε ξένους, όλοι εκεί ένα δείγμα της κοινωνίας, νέοι και μεσήλικοι, άσπροι και μαύροι, Ασιάτες, πλούσιοι και φτωχοί. Η κοπέλα δίπλα στο παράθυρο έβγαζε το πουλόβερ της κι έφτιαχνε τα μαλλιά της με νευρικές κινήσεις. Ένας αξύριστος κακοντυμένος σαραντάρης την κοίταζε με ειρωνεία ενώ ο διπλανός κύριος με το κοστούμι φάνηκε ενοχλημένος από τις κινήσεις της. Κάποια παχιά κυρία άρχισε να εξιστορείται την περασμένη της εμπειρία και δυο νέες κοπέλες την άκουγαν με προσποιημένη προσοχή. Άλλος έβγαλε βιβλίο να διαβάσει κι άλλος είχε ανοίξει τον φορητό υπολογιστή του. Κάποιοι μασουλούσαν κι άλλοι είχαν κλειστά τα μάτια τους με την ελπίδα πως θα πάρουν ένα καθιστό ύπνο. Και μέσα στην αμηχανία του δωματίου οι ώρες κυλήσαν γι’ άλλους γρήγορα και γι’ άλλους απίστευτα αργά, ώσπου ήρθε η ώρα του μεσημεριανού, χωρίς κανείς τους να κληθεί σε δικαστική αίθουσα. Η υπάλληλος τους είπε πως είχαν μια ώρα για μεσημεριανό και ήταν ελεύθεροι να βγουν έξω ή να χρησιμοποιήσουν το κυλικείο του δικαστηρίου.

Πολλοί έφυγαν αμέσως λες και κάποιος τους είχε χαρίσει αναπάντεχα την ελευθερία μέσα από εκείνη την αποπνικτική φυλακή. Άλλοι πάλι αποφάσισαν να μείνουν και να περπατήσουν τους διαδρόμους του μεγάλου δικαστηρίου που έμοιαζαν σαν λαβύρινθος. Μερικές πόρτες είχαν αριθμούς κι έγραφαν τα ονόματα των δικαστών, άλλες ήταν κλειστές χωρίς ετικέτα, και κάποιες είχαν ένα μικρό παράθυρο από χοντρό γυαλί. Μέσα σ’ αυτές μπορούσε να δει κανείς κρατούμενους να περιμένουν καθισμένοι σε πάγκους. Ξαφνικά στο βάθος του διαδρόμου ένας αστυνομικός φώναζε δυνατά στους επερχόμενους να παραμερίσουν στα δεξιά. Πίσω του δεμένη με χειροπέδες στα χέρια και στα πόδια έσερνε τα πόδια της μια χλωμή γυναίκα περίπου τριάντα χρονών με κόκκινα μαλλιά ντυμένη σε μια πορτοκαλί φόρμα. Τα γκρίζα μάτια της ήταν θολά και κοιτούσαν μπροστά αλλά θαρρείς πως δεν έβλεπαν τίποτα. Στο λαιμό της είχε ένα μπλε τατουάζ και τα μαλλιά της ήταν πιασμένα σε κότσο. Για μια στιγμή μόνο μια απόλυτη σιωπή έπεσε στον πολυσύχναστο διάδρομο και το μόνο που ακουγόταν ήταν ο μεταλλικός ήχος της αλυσίδας που έσερνε η γυναίκα με τα πόδια της. Το σκηνικό έκλεισε με τη γυναίκα αστυνόμο που την ακολουθούσε με το γκλομπ στο χέρι. Μια θλιβερή σκηνή που έκανε πολλούς να ανατριχιάσουν αλλά ξαφνικά έδωσε μια δόση πραγματικότητας σ’ αυτούς που είχαν έρθει να υπηρετήσουν ως ένορκοι. Ίσως τελικά αυτό το καθήκον δεν ήταν μια καταναγκαστική αγγαρεία, αλλά είχε κάποιο αληθινό σκοπό από τον οποίο ανθρώπινες ζωές κρεμόντουσαν… +Niko Spiridakis

σχόλια; αντιρρήσεις; ερωτήσεις;
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΣΑΣ
 Διαβάστε περισσότερα.. »

Σάββατο, 13 Ιουνίου 2015

ΜΥΘΟΣ ΙΟΥΝΙΟΥ ~ το τέλος (της ενότητας)

Καληνωρίσματα από το +yannidakis.
Ουσιαστικά σήμερα είναι επισήμως η τελευταία δημοσίευση της ενότητας των Μύθων που ουσιαστικά αποτελεί μία από τις παλαιότερες ενότητες της σελίδας. Ωστόσο διάφοροι παράγοντες συντέλεσαν ώστε από τον Ιούλιο η ενότητα να απενεργοποιηθεί, αφού το yannidakis αναδιαμορφώνεται πλήρως και οι Μύθοι δεν περιλαμβάνονται στην αναδιαμόρφωση αυτή.

Το πιο λογικό λοιπόν, θα ήταν να αποχαιρετίσω την ενότητα βάζοντας τα δυνατά μου για ένα ακόμα δυνατό σενάριο με τρόμο, ανατροπές, ερωτισμό και ανθρώπινες απώλειες. Μετά όμως σκέφτηκα πως ποιο σενάριο θα ήταν καλύτερο από όλα αυτά που έγραψα από τότε που ξεκίνησα την ενότητα, πίσω στον Γενάρη του 2007.

Έτσι λοιπόν αποφάσισα να χαιρετήσω την ενότητα δίνοντάς σας την δυνατότητα να διαβάσετε όλους τους Μύθους που πέρασαν από το yannidakis. Σε καθέναν από αυτόν υπάρχουν στοιχεία της ζωής μου, της φαντασίας μου, των φαντασιώσεών μου. Αυτά είναι ότι καλύτερο είχα να σας προσφέρω στην ενότητα αυτή και με αυτά θα χαιρετίσουμε την ενότητα αυτή.

Που ξέρετε; Ίσως τα ξαναπούμε μυθοπλαστικά, ας πούμε... στα βιβλιοπωλεία..+Yanni Spiridakis 

ΜΥΘΟΙ
 Διαβάστε περισσότερα.. »

Σάββατο, 9 Μαΐου 2015

MYΘΟΣ ΜΑΙΟΥ ~ διέξοδο από αδιέξοδο

σύντομες ιστορίες στα όρια της φαντασίας & του ρεαλισμού χωρίς (κανονικό) τέλος

Μια φορά σε έναν καιρό στο +yannidakis
Αφού τράβηξε βιαστικά το χειρόφρενο, έσβησε την μηχανή του αυτοκινήτου και κοίταξε αγχωτικά το ρολόι του. Ήταν περασμένες έντεκα και ήξερε πως μία ακόμα υπόσχεση είχε αθετηθεί. Βγήκε από το αυτοκίνητο ψάχνοντας άγαρμπα τα κλειδιά της εξώπορτας. Ήταν μετρίου αναστήματος, περιποιημένος στο ντύσιμο, όχι όμως και στο σώμα που ήταν εμφανώς κουρασμένο και ταλαιπωρημένο.

Όταν ανέβηκε τα σκαλιά βρήκε την γυναίκα του να έχει αποκοιμηθεί στον καναπέ και γύρω της ένα χάος από πεταμένα βιβλία και άπλυτα πιάτα στο τραπέζι. Έβγαλε αργά τα παπούτσια του και πέρασε από τα δωμάτια των παιδιών του. Τα κοίταξε και αμέσως το άγχος εξαφανίστηκε δίνοντας στο πρόσωπό του μία γαλήνη. Ύστερα μπήκε βαριεστημένα στην μπανιέρα για το βραδινό του μπάνιο.

Σε λίγα λεπτά βρισκόταν και πάλι έξω απ’ την τουαλέτα όπου τον περίμενε ξύπνια αυτή τη φορά η γυναίκα του.
- “Αυτή ήταν η ξεχωριστή βραδιά ταινίας που θα μας χάριζες”; ειρωνεύτηκε η γυναίκα του. Εκείνος εμφανώς απογοητευμένος απάντησε με δυσκολία:
- “Λες να ήταν αυτό που ήθελα; Αυτό που σχεδίαζα; Έπρεπε να στείλω όλες τις προσφορές απόψε διαφορετικά θα μας απέκλειαν. Νομίζεις ότι είχα επιλογή”;
- “Αυτό Γιώργο να το πεις στον γιο σου. Εγώ είμαι πολύ κουρασμένη και συνηθισμένη να καλύπτω και τους δυο μας. Καληνύχτα” είπε κοφτά και πήγε στο υπνοδωμάτιο.

Η ζωή του Γιώργου και της Ελένης δεν θα ήταν διαφορετική και το επόμενο διάστημα όπου ο πρώτος αναγκαζόταν να εργάζεται πολλές ώρες για να παίρνει εκτός από τον μισθό του και το επίδομα αποδοτικότητας που τόσο ανάγκη είχε για να καλύπτει τα έξοδα της οικογένειάς του. Αντίθετα η Ελένη ήταν η μητέρα, η νοικοκυρά, η υπεύθυνη για οτιδήποτε στο νοικοκυριό. Και τα κατάφερνε δίνοντας τα πάντα κάθε μέρα ώσπου το βράδυ ήταν πάντοτε εξουθενωμένη, ίσως όχι από την σωματική καταπόνηση τόσο, όσο από την κοινωνική και ψυχολογική απομόνωση.

Ακόμα και για τα ψώνια της εβδομάδας έπρεπε να καταβάλει υπερπροσπάθεια ώστε να μαζί με τα παιδιά να κουβαλάει και τα ψώνια έως το σπίτι. Εκείνη την ημέρα πάντως τα ψώνια προσπερνούσαν κάθε σωματική της αντοχή. Δεν θα μπορούσε να τα σηκώσει και αυτό φαινόταν στο απεγνωσμένο ύφος της.
- “Να σας βοηθήσω έως το αμάξι σας”; είπε ευγενικά ένας κύριος καθώς ήδη είχε σηκώσει δυο μισοπεσμένες τσάντες.
- “Εεε... Βασικά, μην ανησυχείτε θα τα καταφέρω. Μένω λίγο παρακάτω” απάντησε με δυσκολία.
- “Δηλαδή δεν έχετε καν αυτοκίνητο; Παρακαλώ, δώστε μου μερικές τσάντες ακόμα κι εγώ εδώ κοντά είμαι. Δεν είναι κόπος να σας συνοδεύσω".

Η Ελένη του χαμογέλασε, όμως πραγματικά ήταν σαν βοήθεια εξ ουρανού που δεν μπορούσε να αρνηθεί κι έτσι μοιράστηκες τις τσάντες της μαζί του. Αυτός, αφού έκανε μερικά αστεία στα παιδιά της, ακολούθησε προς το σπίτι που ήταν μερικά τετράγωνα παραπέρα.
- “Σας ευχαριστώ πολύ. Πραγματικά είστε ευγενέστατος” είπε τυπικά.
- “Μα δεν έκανα και τίποτα. Ας πούμε ότι κάναμε παρέα μια βόλτα! Άλλωστε χαρά μου να συνοδεύω μία τόσο όμορφη κυρία. Η αλήθεια είναι ότι δείχνετε πολύ κουρασμένη. Ο άντρας σας αν και πολύ τυχερός που σας έχει, μάλλον που δεν σας φροντίζει όσο πρέπει” σχολίασε χαμογελώντας.
- “Είναι που δουλεύει πολλές ώρες κι έτσι κάπως πρέπει να τα μοιραζόμαστε” απάντησε με δυσκολία.
- “Χμ... λίγο άδικη μου ακούγεται εμένα αυτή η μοιρασιά. Μάλλον που είστε εσείς η ριγμένη της υπόθεσης. Χάρηκα πολύ για τη γνωριμία” έκλεισε τη συζήτηση και έφυγε με ένα ευγενικό χαμόγελο αφήνοντας την να τον κοιτάζει σχεδόν με θαυμασμό καθώς αυτός χανόταν στο κατώφλι της αυλόπορτας.

Μία εβδομάδα αργότερα, περίπου την ίδια ώρα η Ελένη βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο ξανά με τον άγνωστο κύριο και του χαμογέλασε αναγνωρίζοντάς τον. “Α! Είστε η όμορφη κυρία με τα πολλά βάρη” φώναξε ενθουσιασμένος! “Μα καλά; Αυτά τα παιδιά δεν παίζουν ποτέ”; ρώτησε σκύβοντας προς το μέρος τους. “Τι θα λέγατε να πάμε σε έναν κοντινό παιδότοπο για να πιω ένα καφεδάκι με τη μαμά σας”;
- “Ναι!” φώναξαν τα δύο μικρά παιδάκια, κάνοντας και τη μαμά τους να χαμογελάσει αμήχανα.
- “Φυσικά, αφού πάμε τα ψώνια στο σπίτι” διόρθωσε με σοβαρότητα.
Πράγματι, σε λίγη ώρα όλοι μαζί είχαν μεταβεί σε έναν παιδότοπο όπου τα παιδιά έπαιζαν με χαρά και κι εκείνος έπινε τον καφέ του με τη νέα του φίλη.
- “Ξέρεις, σε σκεφτόμουν αυτές τις μέρες. Είσαι πολύ όμορφη και νέα για να ταλαιπωρείσαι τόσο πολύ. Καταλαβαίνω πόσο δύσκολες είναι οι συνθήκες για να δουλεύει ο άντρας σου τόσο πολύ, οπότε σκέφτηκα πως ίσως θα μπορούσες να τον βοηθήσεις κι εσύ λίγο. Δηλαδή έχω κάτι για σένα”.
- “Σαν τι, δηλαδή; Έχω να δουλέψω αρκετά χρόνια και δεν ξέρω...” απάντησε διστακτικά, μέχρι που εκείνος την διέκοψε.
...μην ανησυχείς. Αύριο. Φόρεσε ότι καλύτερο έχεις και έλα λίγο πιο κάτω απ’ το σπίτι σου. Θα σε περιμένω. Θα πάμε μία βόλτα μόνο. Να μην ανησυχείς για τίποτα. Θα λείψουμε μια ωρίτσα, ίσα για να σου δείξω περί τίνος πρόκειται” εξήγησε πειστικά.

Την επόμενη μέρα η Ελένη επιστράτευσε τη μητέρα της για να προσέχει τα παιδιά όσο θα κοιμούνται και έστειλε μήνυμα στον άντρα της ότι θα βγει με μια φίλη της. Είχε άγχος και αβεβαιότητα αλλά κάτι μέσα της έλεγε πως αν δεν ρίσκαρε τώρα, θα το μετάνιωνε για πάντα, άλλωστε ο νέος της συνοδός φαινόταν πολύ φερέγγυος.

Πράγματι, εκείνο το βράδυ την περίμενε με ένα υπερπολυτελές αυτοκίνητο, ντυμένος με ακριβό κουστούμι. “Είσαι πραγματικά πανέμορφη” της είπε κοιτάζοντας την.
- “Είχα να το φορέσω πολύ καιρό. Δεν ήξερα καν αν μου κάνει” απάντησε αμήχανα κοιτάζοντας τα ρούχα της. Ήταν ένα σατέν χρυσαφί φόρεμα με επένδυση δαντέλας.

Σε λίγη ώρα έφτασαν σε ένα ιδιαίτερο μαγαζί έξω απ’ την πόλη. Διέθετε παρκαδόρο και άνθρωπο στην υποδοχή που τους καλωσόρισε με κάθε επισημότητα. Μπαίνοντας στο εστιατόριο-μπαρ διέκρινε κανείς πολύ καλοντυμένα άτομα και παρέες που καθόντουσαν σε εντυπωσιακά τραπέζια με πλούσια μενού και ακριβά σερβίτσια.

Η Ελένη έδειξε πολύ εντυπωσιασμένη και ο συνοδός της το κατάλαβε. “Μην ξεχνάς πως ήρθαμε για δουλειά εδώ” ανέφερε με φιλικό αλλά και σοβαρό ύφος. “Πρόσεξε λοιπόν τι κάνουμε εδώ. Κάποια από τα άτομα αυτά ανήκουν στο γραφείο μου. Ουσιαστικά συνοδεύουν ανθρώπους ή παρέες που είναι όλοι εκτός πόλης και έρχονται εδώ για δουλειά. Σε αυτό το μέρος κλείνονται σημαντικές επιχειρηματικές συμφωνίες και πολλές φορές χρειάζονται άνθρωποι που απλά θα χαλαρώσουν το κλίμα. Δεν μιλάω μόνο για κοπέλες. Να, κοίτα τον νεαρό εκεί. Είναι ο Σπύρος. Συνοδεύει την κυρία δίπλα του που είναι κόρη ενός διάσημου επιχειρηματία. Την έστειλε εδώ για να κλείσει μια συμφωνία και συνήθως μία συνοδεία αυξάνει την αυτοπεποίθηση του επιχειρηματία. Αυτό που κάνουμε εδώ είναι πολύ σοβαρό, έτσι δεν θα δεις κάποιον να προσβάλει τον συνοδό του με λέξεις ή πράξεις. Οπότε αν πάει το μυαλό σου σε κάτι άσχημο, μην ανησυχείς. Επίσης λόγω της επιφανούς θέσεις τους, απαιτούν όλοι απόλυτη φερεγγυότητα και μυστικότητα, ότι φαντάζομαι θέλεις κι εσύ”. Οι δυο τους έμειναν για λίγο πίνοντας λίγο κρασί κι ύστερα αποχώρησαν. Λίγο πριν φτάσουν σπίτι, της είπε: “Στην αρχή πληρώνεσαι με την ώρα. Σήμερα κέρδισες αυτά για τον χρόνο σου” βγάζοντας διακόσια ευρώ που της έδωσε. “Δεν απαντάς ακόμα. Θα κάνουμε άλλη μια τέτοια βόλτα, αύριο-μεθαύριο, όποτε θέλεις. Την δεύτερη φορά είναι που απαντάω σε ερωτήσεις. Μετά, θα αποφασίσεις αν σε ενδιαφέρει. Το μόνο που μπορώ να σου πω, είναι πως μπορείς να βγάζεις και χίλια ευρώ σε ένα βράδυ”! Ύστερα από αυτό και αφού πήρε μία κάρτα του, αποχώρησε από το αμάξι, αρκετά προβληματισμένη. ‘χίλια ευρώ για λίγη παρέα’; σκέφτηκε και γύρισε σπίτι, πριν καν να έχει γυρίσει ο άντρας της!

Η επόμενη φορά δεν άργησε να έρθει και το ίδιο σκηνικό επαναλήφτηκε. Με το αυτοκίνητό του την παρέλαβε και μαζί έφτασαν στο ίδιο μέρος, έκατσαν στο ίδιο τραπέζι παρακολουθώντας τους υπαλλήλους του και συζητώντας για διάφορες λεπτομέρειες. “Είσαι πολύ έξυπνη και ευχάριστη. Δε χρειάζεται να πούμε πολλά για το αν τα καταφέρεις” της είπε κοιτώντας την βαθιά στα μάτια.
- “Αλήθεια, πως με διάλεξες”; είπε λίγο πιο αναθαρρυμένη.
- “Σοβαρά με ρωτάς; Είσαι πανέμορφη, έξυπνη και ευχάριστη. Ο καθένας μπορεί να μείνει έκθαμβος στην παρουσία σου, αρκεί να ξέρει να κοιτάξει... Ύστερα, κατάλαβα πως υπάρχει οικονομική ανάγκη. Γιατί να μην βοηθήσω”; απάντησε με σιγουριά.
Μετά από λίγη ώρα συζητήσεων αποχώρησαν ξανά. “Τώρα ήρθε η ώρα που μου απαντάς” της είπε μέσα στο αυτοκίνητο. και αφού είχε απαντήσει σε όλες τις διευκρινιστικές ερωτήσεις της.
- “Είπαμε ότι αν το θελήσω μπορώ να σταματήσω, σωστά”;
- “Σωστά”.
- “Δέχομαι” απάντησε.
- “Όταν έχω δουλειά για σένα, θα σε πάρω τηλέφωνο. Στο μεταξύ πάρε αυτά και κάνε ψώνια” της είπες δίνοντας της ένα χαρτονόμισμα των πεντακοσίων ευρώ. “Μία τελευταία συμβουλή. Το πρώτο δίμηνο κρύψε το από τον άντρα σου. Βγάλε μερικά λεφτά για σένα. Το αξίζεις. Μετά, κάνε ότι θέλεις. Άλλωστε στόχος σου είναι να βοηθήσεις οικονομικά. Αλλά στην αρχή απόλαυσε το”. Εκείνη του χαμογέλασε και έφυγε.

Λίγες μέρες μετά, χτύπησε το τηλέφωνο. Ο πρώτος της πελάτης ήταν ομοφυλόφιλος που όμως έπρεπε να κρύψει τις προτιμήσεις του. Η πιο εύκολη δουλειά για την Ελένη! Σε τρεις ώρες έβγαλε πεντακόσια ευρώ!!! Ο ίδιος πελάτης την ζήτησε για δυο-τρεις φορές ακόμα, με τα έσοδα να είναι αντίστοιχα.

Το διάστημα των δύο μηνών τελείωσε, όμως η Ελένη ήταν τόσο ενθουσιασμένη που μέσα σε αυτό είχε βγάλει περισσότερα από τρεις χιλιάδες ευρώ που συμφώνησε με τον εαυτό της να κρατήσει κι άλλο το μυστικό της βοηθώντας όμως παράλληλα την ευημερία της οικογένειας της. Όλα αυτά την ίδια ώρα που ο άντρας της εργαζόταν για ατελείωτες ώρες χωρίς καν να προσεγγίσει το ίδιο εισόδημα...

Μπορεί να ήταν απών, όμως δεν σημαίνει πως δεν διαπίστωσε τελικά τις αλλαγές που υπήρχαν στο σπίτι του. Η γυναίκα του έλειπε συχνά, τα παιδιά είχαν καινούρια ρούχα, παιχνίδια, δραστηριότητες. Βαθιά μέσα του όμως αισθανόταν τύψεις για την απουσία του κι έτσι ντρεπόταν να ρωτήσει αν είχε συμβεί κάτι. Το μόνο που έκανε, ήταν να υποπτεύεται. Έτσι κι αλλιώς δεν βλεπόταν συχνά με τη γυναίκα ή τα παιδιά του.

Αυτή η κατάσταση έπρεπε να φτάσει σε ένα τέλος. Ο Γιώργος ένιωθε να χάνει την οικογένεια του, ένιωθε πως δεν ήταν αρκετός για να καλύψει όχι μόνο τις οικονομικές της ανάγκες αλλά και όλα αυτά που ένας πατέρας ή ένας σύζυγος θα έπρεπε να προσφέρει. Δεν ήταν διατεθειμένος να ρισκάρει την καλή του θέση στην δουλειά του, θα έκανε τα πάντα όμως για να πολεμήσει για να διατηρήσει το σπίτι του. Το βασικότερο στοιχείο που είχε για να ξεκινήσει την αντεπίθεσή του ήταν μία συμπτωματική ανωμαλία στην ρουτίνα του.

Ένα από τα βράδια που είχε λάβει μήνυμα ότι η Ελένη θα ήταν στην φίλη της την Γεωργία, αποφάσισε να της κάνει έκπληξη και να πάει να την πάρει. Μάλιστα μπήκε από την εξώπορτα και χτύπησε το κουδούνι του διαμερίσματος, όταν μετά από καθυστέρηση άνοιξε την πόρτα ο άντρας της Γεωργίας: "Γεια σου Γιώργο! Τώρα σχόλασες; Ε... ήρθες για την Ελένη, ε; Ε... να, αυτές βγήκαν για λίγο και μάλλον η Γεωργία θα τη φέρει σπίτι" είπε λες και διάβαζε απόσπασμα από δοκίμιο. Ο Γιώργος απλά του έγνεψε χωρίς καν να του απαντήσει και γύρισε σπίτι.

Το περιστατικό δεν τον είχε πείσει. Ίσως ήταν εκείνος καχύποπτος, όμως αισθανόταν πως το κακό του προαίσθημα δεν ήταν τυχαίο. Την επόμενη μέρα λοιπόν, μίλησε στον Τάκη που ήταν κλητήρας στην εταιρεία, πολύ καλός φίλος του Γιώργου και λάτρης της συνωμοσίας! Ο Γιώργος του εξήγησε ότι θέλει να μάθει που πάει η γυναίκα του τα βράδια που λείπει και μπορεί να ντρεπόταν μέσα του, όμως ήξερε πως έπρεπε να το κάνει.

Πράγματι, ο Τάκης ήταν εκεί για τον φίλο του αλλά και για να δοκιμάσει τις δυνατότητες του, όμως η πρώτη του προσπάθεια δεν καρποφόρησε. Το ακριβό αυτοκίνητο του συνοδού της Ελένης ήταν δύσκολο να παρακολουθηθεί, όμως όταν μετά από 1-2 ραντεβού εκείνη έφυγε με ταξί, ο Τάκης είχε βρει το εύκολο θύμα! Μπόρεσε με ευκολία να παρακολουθήσει το ταξί και να φτάσει στο μέρος όπου γίνονταν οι συναντήσεις. Ο Τάκης δοκίμασε να εισέλθει στον χώρο, όμως το μέτριο ντύσιμο του, ανάγκασε τον υπάλληλο της υποδοχής να τον ρωτήσει: "Έχετε κάνει κράτηση"; Ο Τάκης κατάλαβε ότι δεν είχε θέσει στον χώρο αυτό, όμως πρόλαβε να δει ότι χρειαζόταν κι έτσι απλά απάντησε κοφτά στον υπάλληλο πως είχε κάνει λάθος...

Την επόμενη μέρα ο Γιώργος ήταν ενήμερος για όλα και έτσι ήταν πιο εύκολο να καταστρώσει τα σχέδια του. Αρχικά, έδωσε μία εβδομάδα περιθώριο στις... δράσεις του ώστε να μην δώσει καμία αφορμή του τι είχε στο μυαλό του.

Μέσα σε αυτήν την εβδομάδα η Ελένη έλειψε μία φορά. Ήταν ένα ραντεβού με τον υπεύθυνο πωλήσεων του ομίλου Έρογλου -γνωστό για την κυριαρχία του στην αγορά ηλεκτρικών ειδών- ο οποίος θα συναντιόταν με έναν μεγάλο εισαγωγέα ηλεκτρονικών ειδών για να ενώσουν τις δυνάμεις τους και να επικρατήσουν στην αγορά.
- "Είσαι η Ελένη; Είμαι ο Αντώνης" είπε ο εκπρόσωπος του Έρογλου, ένας πολύ ψηλός και πολύ περιποιημένος εμφανίσιμος άντρας γύρω στα τριάντα. "Είναι κάτι που χρειάζεται να σου πω"; Συνέχισε.
- "Όχι-όχι κύριε Αντώνη. Έχω μάθει τα πάντα στον φάκελο και είμαι έτοιμη" απάντησε με ευκρινή επαγγελματισμό εκείνη.
- "Ας πούμε πρώτα ένα ποτό. Ας μην περιμένουμε στο τραπέζι λες και τους έχουμε ανάγκη. Να χαλαρώσουμε και λίγο" πρότεινε φιλικά εκείνος.
Κι έτσι έγινε. Στην αρχή οι δυο τους μιλούσαν με άσχετη θεματολογία για να σπάσει ο πάγος, όμως σύντομα ο Αντώνης άρχισε να την προσεγγίζει ερωτικά με εκείνη να είναι προετοιμασμένη πως ίσως κάποτε να συνέβαινε αυτό και να ξέρει πως πρέπει να αντιδράσει ψύχραιμα και διακριτικά.

Μετά από ώρα και αφού τελικά το ραντεβού ολοκληρώθηκε, ο Αντώνης ζήτησε από την Ελένη να μείνει για ένα ακόμα ποτό, το οποίο όμως εκείνη αρνήθηκε αφήνοντας τον Αντώνη δυσαρεστημένο. "Ξέρεις ότι η συμφωνία που κάνουμε με τον εργοδότη σου αναφέρει πως είσαι διαθέσιμη ως τις δύο τη νύχτα. Είναι μόλις έντεκα κι εσύ θέλεις να φύγεις; Αυτό ίσως προκαλέσει πρόβλημα στον εργοδότη σου" της εξήγησε απειλητικά, μη αφήνοντάς της περιθώρια να αρνηθεί εκ νέου.

Το ένα ποτό έγινε δεύτερο και όταν και αυτό τελείωσε, ο Αντώνης επέμενε να γυρίσει εκείνος σπίτι την Ελένη, η οποία επίσης είχε προετοιμαστεί για ένα τέτοιο ενδεχόμενο με την ασφάλεια της επιφάνειας των πελατών, οπότε αναγκαστικά δέχτηκε.

Κατά την διαδρομή όμως, ο Αντώνης άρχισε να πιέζει ερωτικά την Ελένη η οποία του φώναξε πως αυτό που έκανε ήταν εκτός σύμβασης. Ο Αντώνης συνέχισε και με μία πολύ άκομψη χειρονομία τράβηξε προς τα κάτω το στράπλες φόρεμα της Ελένης αφήνοντας ακάλυπτο το πλούσιο στήθος της. Ακαριαία εκείνη τον χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο, αναγκάζοντάς τον να ανασκουμπωθεί.

Κάπως έτσι, η εβδομάδα που ο Γιώργος είχε δώσει σαν περιθώριο, ολοκληρώθηκε χωρίς όμως να πάει καθόλου χαμένη εκ μέρους του. Τις ημέρες που η Ελένη δεν δούλευε, ο Γιώργος πήγαινε στο εστιατόριο και έπινε μερικά ποτά φροντίζοντας να παρατηρεί τα πάντα και να μιλάει με τους σωστούς ανθρώπους. Σε αυτό βοήθησε και ο Τάκης που είχε ταλέντο σε τέτοιες ιδιαίτερες καταστάσεις!

Τελικά ο Γιώργος ήταν έτοιμος να ανοίξει το επόμενο χαρτί του. Και θα το έκανε. Ήταν πλέον σίγουρος πως η γυναίκα του ήταν πόρνη πολυτελείας και αν μεγάλες εταιρείες είχαν πρόσβαση στον εργοδότη της, τότε σίγουρα θα μπορούσε να έχει και αυτός, ως εργαζόμενος σε μία από αυτές. Το επόμενο πρωί λοιπόν, έφτασε στον εργοδότη του όπου και του μίλησε όσο πιο διακριτικά γινόταν.
- "Γιώργο πρέπει να σου εξηγήσω κάτι. Εδώ έχουμε υπαλλήλους που είναι ελεύθεροι και έχουν μοναδικό στόχο να ανεβαίνουν βαθμίδες στην εταιρεία και παντρεμένους που είτε είναι ικανοποιημένοι με ότι έχουν ή προσπαθούν να ανταγωνιστούν τους ελεύθερους. Υπάρχει όμως μία δικλείδα Γιώργο. Αν βάλουμε σε κίνδυνο την οικογενειακή μας γαλήνη, επηρεάζεται πρώτα η απόδοσή μας στην δουλειά. Για εμάς είσαι σημαντικός εδώ, αλλά όχι αναντικατάστατος. Αν η απόδοση σου πέσει, αυτό θα έχει αντίκτυπο στην θέση σου εδώ. Και εγώ δεν είμαι αχάριστος. Ξέρω πόσα βράδια έμεινες εδώ για να ετοιμάσεις εκθέσεις και προσφορές. Θεωρώ πως είναι σειρά μου να σε βοηθήσω. Θα κάνω αυτό που χρειάζεσαι" του είπε σε μία συζήτηση τόσο ειλικρινής που εξέπληξε τον Γιώργο.
- "Σας ευχαριστώ πάρα πολύ" απάντησε γεμάτος ευγνωμοσύνη.

Σε μερικές μέρες η Ελένη έφτανε και πάλι στο εστιατόριο σε μία βραδιά ρουτίνας για εκείνη όπου θα ήταν η συνοδός ενός επιχειρηματία με πλαστικά ο οποίος θα συναντούσε έναν ανταγωνιστή του για να μιλήσουν για τους όρους μιας πιθανής εξαγοράς. Η Ελένη έφτασε χωρίς ο συνοδός της να είναι παρόν, οπότε περίμενε στο τραπέζι πίνοντας λίγο νερό.

Λίγα λεπτά αργότερα ένας άντρας πλησίασε το τραπέζι ντυμένος στην προβλεπόμενη επίσημη ενδυμασία του εστιατορίου αλλά και του χαρακτήρα των συναντήσεων αυτών.
- "Γιώργο; Τι κάνεις εσύ εδώ"; ρώτησε έκπληκτη και κατακόκκινη αντικρίζοντας τον άντρα της!
- "Είμαι... πελάτης" απάντησε με περισσή ψυχραιμία.
- "Πρέπει να σου εξηγήσω" είπε με τρεμάμενη φωνή.
- "Ναι, πρέπει. Κι εσύ κι εγώ. Ο ένας να εξηγήσει στον άλλο. Και να μην σηκωθούμε από αυτό το τραπέζι αν πρώτα δεν ξεκαθαρίσουμε τα πάντα και βρούμε λύσεις για τα πάντα" δήλωσε με αυτοπεποίθηση.
Η Ελένη έγνεψε θετικά σκύβοντας ελαφρώς το κεφάλι της.

Η συζήτηση αυτή δεν θα ήταν εύκολη. Μετά από ώρες το εστιατόριο άδειασε, κάποια φώτα έκλεισαν και κάποια στιγμή, σταμάτησε και η μουσική. Έως τότε, οι συζητήσεις, οι χειρονομίες, τα νευρικά πρόσωπα, είχαν δώσει την θέση τους σε χαμόγελα σε έντονα κοιτάγματα με ερωτικό περιεχόμενο και σε ένα ασυνήθιστο χαλαρό κλίμα.

σχόλια; αντιρρήσεις; ερωτήσεις;
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΣΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ
 Διαβάστε περισσότερα.. »

Σάββατο, 4 Απριλίου 2015

MYΘΟΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ ~ το μπαρ 56

σύντομες ιστορίες στα όρια της φαντασίας & του ρεαλισμού χωρίς (κανονικό) τέλος

Μια φορά σε έναν καιρό στο +yannidakis

Ήταν λίγο πριν το ξημέρωμα. Οι λιγοστοί θαμώνες που είχαν απομείνει στο ‘Μπαρ 56’ έπρεπε να αποχωρίσουν. Η μουσική σταμάτησε, ο μπάρμαν δεν γέμιζε πια τα ποτήρια και ο χώρος φωτίστηκε απότομα με έντονο φως τόσο αποκρουστικό που κάποιοι φόρεσαν σκούρα γυαλιά για να το αντέξουν. Ουσιαστικά κανείς δεν μιλούσε με κανέναν και όλοι γνώριζαν πως έπρεπε να αποχωρήσουν.

Ανάμεσα τους ένας τύπος γύρω στα σαράντα με ατημέλητα μαλλιά, αξύριστος για μέρες και με ένα παχύ δερμάτινο μπουφάν που φορούσε εντελώς λανθασμένα πάνω από ένα γκρίζο παντελόνι παλαιότερης δεκαετίας. Ήταν ένας από αυτούς που φόρεσαν γυαλιά ηλίου όταν τα φώτα άνοιξαν, βγάζοντάς τα από την εσωτερική τσέπη του μπουφάν με τα μαυρισμένα του δάχτυλα γύρω απ’ τα νύχια. Βιαστικά έβαλε το χέρι στην πίσω τσέπη βγάζοντας ορισμένα χαρτονομίσματα των 5 ευρώ και μερικά ψιλά και αφού τα μέτρησε πρόχειρα με το μάτι, έσκυψε το κεφάλι κι έφυγε γρήγορα από το μπαρ.

Ο τύπος έφυγε με τα πόδια και λίγα μέτρα πιο πέρα σε έναν κεντρικό δρόμο σταμάτησε στο παρακείμενο περίπτερο. Ήταν πλέον αρκετά φωτεινά απ’ τις πρώτες πορτοκαλιές ακτίνες του ήλιου όταν ο τύπος έγνεψε στον περιπτερά αντί να τον χαιρετήσει.
- “Πως πήγε χθες κυρ Νίκο”; ρώτησε ο ηλικιωμένος αλλά με πολύ ευγενικό και ταλαιπωρημένο ύφος, περιπτεράς.
- “Για να βλέπεις να έχω για τσιγάρα...” απάντησε κοφτά. Ο Νίκος πήρε δύο πακέτα τσιγάρα και αφού πλήρωσε εξαφανίστηκε πεζός στο βάθος τους δρόμου μιας πόλης που μόλις είχε ξυπνήσει.
Όταν το επόμενο βράδυ ήρθε, κάθετη στην λεωφόρο Βενιζέλου, ένα μικρό στενάκι, οι Φιλελλήνων, θα γέμιζε ζωή. Οι Φιλελλήνων είναι ουσιαστικά ένα σοκάκι στο οποίο δεν υπάρχει καμία είσοδος. Οποιαδήποτε είσοδος πολυκατοικίας ή καταστήματος υπήρχε από εκείνη τη μεριά, μπαζώθηκε και αναζήτησε έξοδο από τις άλλες πλευρές των κτιρίων. Ο λόγος ήταν τα συνεχή κρούσματα εγκληματικότητας ακόμα και μέσα στη μέρα, συνήθως από εμπόρους ναρκωτικών ή από εκτελέσεις της τοπικής μαφίας. Μόνο ένας είχε τα κότσια να ανοίξει μέσα στη Φιλελλήνων και να αντέξει μέσα στο χρόνο και τις συνθήκες. Ήταν το μπαρ στην Φιλελλήνων 56, το ‘Μπαρ 56’. Ένα μπαρ που ουδέποτε ελέγχθηκε από αρχές για την λειτουργία του και ουδέποτε σημειώθηκε το παραμικρό.


Στο ‘Μπαρ 56’ δεν υπάρχουν νέοι θαμώνες. Όλοι όσοι βρίσκονται εκεί είναι καθημερινοί πελάτες με συγκεκριμένο σκοπό. Οποιοσδήποτε νέος πελάτης θα έπρεπε να έρθει συστημένος από κάποιον θαμώνα και να ακολουθήσει ένα στάδιο μύησής. Ο απαράβατος κανόνας εκεί, είναι πως ποτέ κανείς δεν θα ενοχλήσει την γειτονιά τριγύρω και ουδέποτε θα υπάρξει νεκρός μέσα στο μπαρ ή έξω ακριβώς από αυτό. Οι κανόνες δεν ήταν απλά σεβαστοί, ήταν μέρος μιας σιδηράς πειθαρχίας που επιβάλλονταν στους πελάτες.

Λίγο πριν όλοι μαζευτούν στα τραπέζια για να παίξουν, χαλάρωναν στο μπαρ πίνοντας το ποτό τους και βλέποντας κοπέλες να χορεύουν ημίγυμνες ή γυμνές στην πίστα. Κάποιοι έκαναν χρήση ναρκωτικών που τους βοηθούσε να χαλαρώσουν ή να αντέξουν τη νύχτα και κάποιοι έπαιρναν κάποια ή κάποιες κοπέλες σε ιδιαίτερους χώρους για ιδιαίτερες και ιδιωτικές υπηρεσίες...

image
Ένας από αυτούς ήταν ο Νίκος ο οποίος είχε πρόσβαση σε όλες τις υπηρεσίες του μπαρ. Μπορούσε να πιει, να συμμετέχει σε τραπέζια τζόγου ή να χαλαρώσει περνώντας... χρόνο με κάποια από τις κοπέλες του μπαρ. Εκείνο το βράδυ μάλιστα ο Νίκος συμμετείχε σε ένα τραπέζι που θα είχε πολύ ενδιαφέρον...
Αποτελούταν από έξι άτομα:
  1. Τον Αρχιμήδη, κατά κόσμον Αριστείδη. Ένας πενηντάρης που είχε παραφράσει το όνομά του εξαιτίας των επιτυχιών του στον τζόγο. Συνήθως ότι κέρδιζε στον τζόγο το διέθετε στις γυναίκες.
  2. Τον Νάσο που ήταν ένας από τους νεότερους θαμώνες του μπαρ. Πριν λίγα χρόνια είχε κληρονομήσει μία τεράστια περιουσία από τον επιχειρηματία πατέρα του που πέθανε (ή τον σκότωσε η μαφία) και αν ποτέ κέρδιζε σκορπούσε τα κέρδη στις γυναίκες και το ποτό.
  3. Την Λέτα. Μία ψηλή κοντά στα σαράντα όμορφη γυναίκα με πολύ απρόσιτο ύφος. Είναι από την Ρουμανία, παντρεμένη με έναν πλούσιο επιχειρηματία. Συνήθως χάνει όλα της τα λεφτά στον τζόγο.
  4. Τον κύριο Προφέσορα. Είναι ίσως ο λιγότερο χαμένος απ’ όλους. Τα λεφτά του τα διαθέτει μόνο στον τζόγο. Κανείς δεν ξέρει το όνομά του, την δουλειά του και τις εξωγενείς σχέσεις του, όμως λέγεται πως είναι ένας πολύ καλός οικογενειάρχης με παιδιά που ουδεμία σχέση με τον υπόκοσμο έχει!
  5. Ο Θωμαΐδης. Πρόκειται για έναν τύπο που έπιασε κάποτε το λαχείο και έκανε την σωστή επένδυση φτιάχνοντας πολυκατοικίες με γκαρσονιέρες κοντά στο Πανεπιστήμιο. Έπαιξε πολλά λεφτά σε διάφορες λέσχες και καζίνο, όμως πάντοτε έχανε μέχρις ότου έμαθε για το ‘Μπαρ 56’. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε φάση μύησης και συμμετέχει μόνο σε ορισμένα τραπέζια τζόγου, στο μπαρ και απολαμβάνει την συντροφιά συγκεκριμένων μόνο κοριτσιών.
  6. Και ο Νίκος. Τραπεζικός υπάλληλος που έχει κυκλοφορήσει στο Μπαρ πως υπήρξε συνεργός σε μία μεγάλη ληστεία στο υποκατάστημα του. Το μερίδιό του έγινε... τζόγος.
Το παιχνίδι κυλούσε κανονικά με τον Νάσο και τον Αρχιμήδη να έχουν βγει εκτός παιχνιδιού, όταν η Λέτα ανέβασε το ποντάρισμα κατά μερικές χιλιάδες ευρώ. Ο κύριος Προφέσορας συνέχισε ενώ ο Νίκος αφού το σκέφτηκε πολύ καλά, σταμάτησε. “Ε.. ξέρω πως οι κανόνες λένε μόνο μετρητά, όμως το αμάξι μου αξίζει τριάντα πέντε χιλιάδες ευρώ. Είναι τριών μηνών. Δεν μετράει”; είπε ο Θωμαΐδης πετώντας στη μέση του τραπεζιού τα κλειδιά του. Ήταν μία κίνηση που αιφνιδίασε τους πάντες. Ποτέ κανείς δεν είχε πράξει ανάλογα κι έτσι όλοι τώρα κοιταζόντουσαν στα μάτια χωρίς να πουν τίποτα. Ο υπεύθυνος του τραπεζιού πλησίασε στην άκρη της αίθουσας και πήρε ένα τηλέφωνο που βρισκόταν εκεί. Δεν χρειάστηκε να πει τίποτα και σε δευτερόλεπτα έλαβε απάντηση. Πλησιάζοντας στο τραπέζι, είπε: “Το αυτοκίνητο γίνεται δεκτό κατ’ εξαίρεση” και το παιχνίδι συνεχίστηκε, ώσπου ο Θωμαΐδης έχασε και το αυτοκίνητο. Νικήτρια εκείνο το βράδυ, ήταν η Λέτα και όταν άρχισε να ξημερώνει, σήμανε πάλι η ειδοποίηση ότι το μπαρ έπρεπε να κλείσει. Όλοι έφυγαν.

Το επόμενο βράδυ η Λέτα μπήκε πολύ νωρίς στο μπαρ. Ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση και εξαγριωμένη ζήτησε τον υπεύθυνο. “Τόσα χρόνια, ποτέ δεν αμφισβήτησα τίποτα και συμμετέχω με απόλυτο σεβασμό εδώ. Εχθές δεχτήκατε ένα αυτοκίνητο που είναι υποθηκευμένο και με βάλατε στη μέση και μάλιστα από κάποιον που είναι σε στάδιο μύησης”! Ο υπεύθυνος ζήτησε από την Λέτα να ηρεμήσει και την οδήγησε στον πάνω όροφο του κτιρίου.

Εκεί βρισκόταν ένα μεγάλο δωμάτιο που άνοιξε αυτόματα από μέσα. Περιείχε ένα γραφείο το οποίο βρισκόταν υπό πολύ χαμηλό φωτισμό. Μπροστά καθόταν ένας άντρας που φορούσε ακριβό κουστούμι και μαύρη γραβάτα, ενώ για να υποδεχτεί την Λέτα είχε βάλει έναν σκούφο στο κεφάλι ώστε να μην αποκαλύπτεται η ταυτότητά του. “Η αποδοχή του αυτοκινήτου δεν ήταν τυχαία. Ήταν μέρος της μύησης. Προφανώς το ποσό που αντιστοιχεί στο αυτοκίνητο σας ανήκει”. Σε εκείνο το σημείο ο άντρας ανέβασε στο γραφείο μερικές δεσμίδες των πεντακοσίων ευρώ τα οποία αντιστοιχούσαν στην αξία του αυτοκινήτου. “Οι κανόνες ισχύουν όπως ξέρετε, απλά στο Μπαρ δεν ανήκει ο Θωμαΐδης” συνέχισε κοφτά ο άντρας ενώ έσπρωχνε τα χρήματα στην πανύψηλη ρουμάνα.

Ο άντρας που συνόδευε την Λέτα της έκανε νόημα να φύγουν. Εκείνη πήρε τα χρήματα και σηκώθηκε απ’ το γραφείο, όμως λίγο πριν βγουν έξω απ’ αυτό, γύρισε και συμπλήρωσε: “Κάτι ακόμα. Ο Θωμαΐδης μας ξέρει. Τα πρόσωπά μας, το στέκι μας, τις συνήθειές μας. Μπορούμε να εμπιστευτούμε ότι η προσωπική μας ζωή είναι διασφαλισμένη”; Ο άντρας σηκώθηκε όρθιος για να απαντήσει στην Λέτα: “Δεν εμπιστεύεστε εκείνον, Λέτα, αλλά το Μπαρ 56. Τα υπόλοιπα είναι δικά μου θέματα”. Κατόπιν αυτού η Λέτα με τον συνοδό, αποχώρησαν.

Το επόμενο πρωί, ο Νίκος θα έφτανε ως το περίπτερο για να προμηθευτεί τσιγάρα. Έψαχνε τις τσέπες του για ψιλά όταν ο περιπτεράς τον διέκοψε:
- “Κυρ Νίκο τα κάνω εγώ δώρο τα τσιγάρα σήμερα. Δεν πήγε καλά η βραδιά, ε; Θέλω όμως μία χάρη από σένα. Μην πας το βράδυ ξανά. Δώσε του ένα κενό. Ε, τι λες”;
- “Ευχαριστώ για το κέρασμα φίλε. Δεν ξεχνάω εγώ να ξέρεις... Όμως θα με βρεις και αύριο εδώ. Δεν αλλάζουν αυτά...” απάντησε βαριεστημένα.
- “Κυρ Νίκο. Κάνε μου το χατίρι και μην έρθεις το βράδυ. Κάνε κάτι άλλο” επέμεινε περιέργως ο περιπτεράς.
Ο Νίκος δεν του έδωσε και πολύ σημασία. Πήρε τα τσιγάρα κι έφυγε.

Όταν η νύχτα επέστρεψε στους ουρανούς της πόλης, ο Θωμαΐδης έφτασε ως το ‘Μπαρ 56’, όμως η είσοδος δεν του επετράπη. “Πες στο αφεντικό σου ότι ήρθα απλά να φέρω τα λεφτά που χρωστάω και να φύγω” είπε στον πορτιέρη. Μετά από μερικά λεπτά η πόρτα άνοιξε και ο πορτιέρης έβαλε τον Θωμαΐδη μέσα στον προθάλαμο αφού πρώτα τον έψαξε για τυχόν όπλο. Διαπιστώνοντας ότι δεν είχε, τον οδήγησε σε ένα γυάλινο δωμάτιο με φιμέ τζάμια. Εκεί, τον συνάντησε ένας από τους υπεύθυνους του μπαρ που του είπε:
- “Παρέβηκες του κανόνες. Δεν μπορούμε να σε ξαναδεχτούμε στο μπαρ. Έχετε δίκιο, όμως ήταν πάνω στην παρόρμηση της στιγμής. Ήρθα να ζητήσω συγγνώμη και έφερα σε μετρητά τα χρήματα για το αυτοκίνητο για να το δώσετε στην κυρία. Θα ήθελα πολύ μια δεύτερη ευκαιρία στο Μπαρ, διαφορετικά σας ζητώ συγγνώμη”.
- “Οι κανόνες είναι ξεκάθαροι και σύμφωνα με αυτούς, θα πρέπει να αποχωρήσετε αυτή τη στιγμή με τα λεφτά σας” είπε ο υπεύθυνος.
Ο Θωμαΐδης μάζεψε τα χρήματά του και έφευγε με συνοδεία απ’ το μπαρ. Όταν ο πορτιέρης άνοιξε για να φύγει ο ανεπιθύμητος καλεσμένος, μία ομάδα επίλεκτων αστυνομικών μπήκε με φόρα κρατώντας ειδικές ασπίδες και απελευθέρωσε αέρια που έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Οι αστυνομικοί δεν είπαν τίποτα ενώ σε χρόνο μηδέν εκατοντάδες πυροβολισμοί έπεσαν από υπαλλήλους του Μπαρ. Στο μεταξύ, κοπέλες και θαμώνες προσπάθησαν είτε να κρυφτούν είτε να διαφύγουν. Στην προσπάθειά τους αυτή, πολλοί έπεσαν νεκροί. Από την σφοδρότητα των πυροβολισμών ήταν και πολλοί αστυνομικοί που δεν κατάφεραν να προφυλαχτούν απ’ τις ασπίδες τους και τραυματίστηκαν θανάσιμα.

Το τέλος των πυροβολισμών, βρήκε το ισόγειο του μπαρ κυριολεκτικά διαλυμένο, όλους τους αστυνομικούς νεκρούς και τους περισσότερους από όσους βρισκόντουσαν μέσα, στην ίδια μοίρα. Ο άντρας του δευτέρου ορόφου ανέβηκε μία κρυφή σκάλα που έβγαζε στην οροφή του κτιρίου και από εκεί εξωτερικά πέρασε σε ένα διπλανό απ’ όπου διέφυγε. Ο Νίκος ήταν ζωντανός. Πάνω του βρισκόντουσαν δύο γυμνόστηθες κοπέλες. Και οι δύο νεκρές. Ουσιαστικά ήταν μάλλον η ανθρώπινη ασπίδα του. Όταν δειλά-δειλά σηκώθηκε αντίκρισε το μακάβριο θέαμα και προσπάθησε να διαφύγει. Στο μεταξύ, όμως -και με το πέρας των πυροβολισμών- ο περιπτεράς είχε καλέσει κάποιον στο τηλέφωνο: “Τελειώσανε. Μπορείτε να τους μαζέψετε” είχε πει.

Όταν ο Θωμαΐδης και δυο-τρεις άλλοι έφτασαν στην έξοδο ένα άλλο κλιμάκιο της αστυνομίας τους περίμενε και τους συνέλαβε όλους. Την επόμενη μέρα κιόλας ο τύπος είχε το μεγαλύτερο θέμα της χρονιάς! Το σκάνδαλο με την μαφία του τζόγου περιελάμβανε επιφανείς εισαγγελείς, δικαστικούς, αστυνομικούς, επιστήμονες, καλλιτέχνες, ακόμα και πολιτικούς! Το ‘Μπαρ 56’ θα έκλεινε οριστικά, όμως ο ιδιοκτήτης του... Θα ήταν κάπου εκεί έξω και μάλιστα καταφέρνοντας να διατηρήσει την πολύ γνωστή του ταυτότητα, κρυφή...

σχόλια; αντιρρήσεις; ερωτήσεις;
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΣΑΣ
ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΜΥΘΟ
 Διαβάστε περισσότερα.. »

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

MYΘΟΣ ΜΑΡΤΙΟΥ ~ εγκλωβισμένος σε ένα πάθος

σύντομες ιστορίες στα όρια της φαντασίας & του ρεαλισμού χωρίς (κανονικό) τέλος

Μια φορά σε έναν καιρό στο +yannidakis
Η βροχή είχε μόλις σταματήσει. Οι νερόλακκοι είχαν κάνει και πάλι την εμφάνισή τους  στους γεμάτο λακκούβες δρόμους και στάλες από νερό έσταζαν από δω κι από κει συνθέτοντας έναν ήχο που άλλοτε έσπαγε την μονοτονία της νύχτας κι άλλοτε τρόμαζε με τον άστατο ρυθμό του. Ήταν τότε που με ένα βήμα τραχύ πέρασε εκείνος. Το σκοτάδι και τα ζεστά του ρούχα δεν αποκάλυπταν το πρόσωπο του κι έτσι δεν μπορούσες να διακρίνεις αν το βήμα του μαρτυρούσε φόβο ή αποφασιστικότητα.
Η πορεία του συνεχίστηκε για ώρα, πέρα από το νεκροταφείο που η καγκελόπορτά του έτριζε τρομακτικά σε ένα ρυθμό που πρόσταζε η ένταση του ανέμου. Και κάπου εκεί -λίγο πιο πέρα- ο άντρας σταμάτησε. Σταμάτησε μπροστά σε μία γυναικεία σιλουέτα που το πέπλο της νύχτας κάλυπτε τα χαρακτηριστικά της. Εκείνη είπε ψιθυριστά: “Έφτασε η ώρα να αποφασίσεις. Ένα ναι ή ένα όχι”. Ο άντρας έσκυψε, κοίταξε γύρω του, έδειξε πως προσπαθούσε να κερδίσει λίγο χρόνο και σαν επιπόλαια έδειξε να παραδίνεται σ’ αυτή λέγοντας: “Εντάξει λοιπόν. Κάνε ότι πρέπει να κάνεις”.

Αυτό ήταν. Η ζωή του θα άλλαζε για πάντα ύστερα από εκείνη τη στιγμή. Το μισοκρυμμένο απ’ τα σύννεφα φεγγάρι φώτισε στα κλεφτά το καλοσχηματισμένο της πρόσωπο και τα σαρκώδη χείλη της φίλησαν το πλάι του προσώπου του. Τον κράτησε απ’ το χέρι και του έδειξε τον προορισμό τους που φαινόταν ένα σκοτεινό σοκάκι που κανείς δεν τα τολμούσε να διαβεί.

Ήταν το πέρασμα σε έναν κόσμο που ποτέ του δεν φανταζόταν ότι υπήρχε.

Στο τέλος του δρόμου βρισκόταν ένα μοναχικό κτίριο. Αυτό και τίποτα άλλο γύρω του. Έμοιαζε με σπίτι, όμως καταλάβαινες πως δεν ήταν. Εκείνη τον τράβηξε δείχνοντας του την είσοδο και μαζί μπήκαν. Ήταν το πιο ζεστό μέρος που θα μπορούσε να φανταστεί για εκείνη τη νύχτα. Παράξενη μουσική από φυσαρμόνικες, σαξόφωνα και ακορντεόν έπαιζε στη σκηνή και φώτα. Φώτα κόκκινα, κίτρινα, άλλοτε ατμοσφαιρικά κι άλλοτε πιο λαμπερά, ήταν απλωμένα σε κάθε μικρό τραπεζάκι, στους τοίχους ή την μπάρα. Κι ύστερα ο κόσμος, ντυμένος με κουστούμια και λυμένες γραβάτες ή οι γυναίκες με μεγάλα ή κοντά φορέματα που ίσα κάλυπταν τις ζαρτιέρες τους, έντονο μακιγιάζ και ιδιαίτερα χτενίσματα. Όλοι μαζί να γελούν δυνατά, να χορεύουν και να πίνουν τα πιο ακριβά ποτά.

Πιες και πάρε με να χορέψουμε” είπε η γυναίκα και κατέβασε μια βιαστική γουλιά στο ποτό που ήδη είχε φτάσει μπροστά της. Εκείνος έκανε το ίδιο και ακολούθησε τις οδηγίες της χωρίς ακόμα να έχει συνειδητοποιήσει που βρισκόταν. Οι δυο τους χόρευαν δίπλα σε άλλα ζευγάρια που του χαμογελούσαν πονηρά και πριν προλάβει να ρωτήσει τον λόγο, δέχτηκε ένα μεγάλο φιλί από εκείνη. Ήταν αυτό που τον λύγιζε, αυτό που τον χαλάρωσε εφόσον το ποτό δεν τα είχε καταφέρει. Για πρώτη φορά στη ζωή του έδειχνε να διασκεδάζει. Στο τέλος του κάθε χορού γέμιζε το ποτήρι του και γελούσε με ανιαρά αστεία που έκαναν τα παρακείμενα ζευγάρια. Το διάλειμμα κρατούσε όσο οι οργανοπαίκτες έπαιρναν μερικές ανάσες, ήταν όμως αρκετό για να γεμίζει με αλκοόλ τα πνευμόνια του.

Οι ώρες περνούσαν και το κέφι συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση. Κανείς δεν είχε αποχωρήσει και κανείς δεν είχε εισέλθει έκτοτε. Ο άντρας όμως κουράστηκε. “Έλα μαζί μου” του είπε εκείνη όταν αντιλήφθηκε την πρόσκαιρη δυσφορία του και προχώρησε μακριά απ’ τον όχλο ανεβαίνοντας μία ξύλινη σκάλα που η μόνο η μουσική κατάφερε να σκεπάσει το τρίξιμο σε κάθε σκαλοπάτι που ανέβαινε. Εκείνος ξωπίσω της αναρωτιόταν πως τελείωνε η βραδιά.

Οι δυο τους ανέβηκαν σε έναν μακρύ διάδρομο με παλιά μπορντό μοκέτα κατά μήκος του. Αφού πέρασαν μερικές πόρτες, στάθηκαν σε μία συγκεκριμένη. Η γυναίκα την άνοιξε και ξαφνικά βρέθηκαν σε ένα μικρό δωμάτιο με ένα ημίδιπλο κρεβάτι και μία ξύλινη καρέκλα με μισοσπασμένη πλάτη. Πίσω της βρισκόταν ένα μικρό παράθυρο που έβλεπε στο απόλυτο σκοτάδι που επικρατούσε στο βάθος. Ο άπειρος επισκέπτης προσπαθούσε να περιεργαστεί τον χώρο, όταν αναγκάστηκε να επιστρέψει το βλέμμα του σ’ εκείνη που άφηνε το λεπτό της φόρεμα να γλιστρήσει απ’ το σώμα της αφήνοντας πάνω της μόνο τις μπεζ ζαρτιέρες που συγκρατούσαν της μακριές της κάλτσες από δαντέλα.

Η γυναίκα γύρισε προς αυτόν, λύνοντας παράλληλα τα μαλλιά της που χύθηκαν πάνω στο γυμνό της στήθος. Το στιγμιότυπο αυτό είχε γείρει και η ίδια για να δει πάνω στο σώμα της, όταν ανέβασε το βλέμμα για να κερδίσει την απόλαυση της αντίδρασής του. Πράγματι. Σαστισμένος ως ήταν την πλησίασε νωχελικά αρχίζοντας να την χαϊδεύει όσο την φιλούσε. Εκείνη έδειχνε να απολαμβάνει την αντίδρασή του, όσο του έβγαζε το σατέν γιλέκο και ξεκούμπωνε το πουκάμισό του. Σε λίγα δευτερόλεπτα, είχαν ξαπλώσει στο κρεβάτι -γυμνοί και οι δύο πια- κάνοντας έρωτα σα να ήταν η τελευταία τους φορά. Το σκοτεινό τζάμι ίδρωνε καθώς οι βαριές ανάσες τους εντείνονταν όσο η κορύφωση έφτανε και για τους δυο. Το τέλος τους βρήκε σαν ένα σώμα που έψαχνε στιγμές ηρεμίας και χαλάρωσης. Ο ύπνος ήρθε σαν λύτρωση για τα γυμνά και ταλαιπωρημένα κορμιά τους.

Όταν ο άντρας ξύπνησε, δεν βρήκε κανέναν δίπλα του. Δεν ήταν μόνο αυτή όμως η αίσθηση ανασφάλειας. Δεν ήξερε ακόμα που βρισκόταν και γιατί ήταν εκεί ακόμα. Η ξεκούραση έδειχνε να του είχε προσφέρει ένα καθαρό μυαλό και τώρα ήταν πια έτοιμος για απαντήσεις. Αφού έβαλε τα ρούχα του, κατέβηκε βιαστικά την σκάλα. Κάθε σκαλοπάτι που τον έφερνε στο ισόγειο έφερνε στ' αυτιά του ακόμα πιο δυνατά τη μουσική. Ήταν σχεδόν η ίδια που άκουγε νωρίτερα. Και ο κόσμος; Μα ήταν ακριβώς ο ίδιος! Άνθρωποι με ίδιο ντύσιμο, ίδιο κέφι και αλκοόλ που έρεε άφθονο στις παρέες. Ο άντρας σάστισε και έσπευσε να βρει την γυναίκα που είχε ξεκινήσει όλο αυτό το ταξίδι.

"Ηρέμησε! Εδώ όλοι είμαστε μια παρέα" ακούστηκε ξαφνικά από πίσω του μια φωνή τόσο μελωδική, σαν την ηρεμία που είχε ανάγκη να αισθανθεί. Γυρνώντας αντίκρισε μία όμορφη καλοφτιαγμένη γυναίκα με μαύρα μαλλιά και έντονο κόκκινο κραγιόν.
- "Πως σε λένε" ρώτησε με αβεβαιότητα.
- "Τι σημασία έχει; Εδώ δεν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα μας" του απάντησε με αυτοπεποίθηση δίνοντας του να πιει ένα ποτό.
Η γυναίκα προχώρησε πίσω από το παραβάν που έπαιζε νωρίτερα η μπάντα κι αυτός την ακολούθησε θέλοντας να την ρωτήσει τόσα πολλά. Μπαίνοντας όμως στο παραβάν την είδε να έχει σηκώσει την φούστα της προκαλώντας τον να την πλησιάσει. Η λογική τον πρόσταζε να σταματήσει. Να αναζητήσει απαντήσεις. Το σώμα του όμως τον λύγισε. Δεν του άφησε άλλα περιθώρια και αμέσως την σήκωσε στον αέρα στερεώνοντάς την στον πίσω τοίχο και άρχισε να της κάνει έρωτα ακριβώς πίσω από το πλήθος που διασκέδαζε. Θα μπορούσαν ανά πάσα ώρα να τους ανακαλύψουν, όμως για κάποιον ακατανόητο λόγο αυτό έκανε την πράξη ακόμα πιο ερεθιστική. Τουλάχιστον όσο κράτησε...

...γιατί μετά, είχε ακριβώς τις ίδιες απορίες που ερχόντουσαν στο μυαλό του ξανά και ξανά. Ανήμπορος να βρει λύση στα προβλήματά του, επέστρεψε στον όροφο που πέρασε τη νύχτα. Θυμόταν ακριβώς το δωμάτιο και όταν μπήκε είδε ακριβώς αυτό που περίμενε. Η γυναίκα ήταν εκεί. Με τις ίδιες ζαρτιέρες, με το ίδιο λάγνο βλέμμα να τον κοιτάζει. Κρατούσε ένα μακρύ τσιγάρο που ρουφούσε απαλά, αφήνοντάς τον καπνό να βγαίνει απ' το στόμα της χωρίς να τον φυσάει, φτιάχνοντας ένα ολόκληρο πέπλο νέφους μπροστά από το πρόσωπό της.
- "Είναι ώρα για απαντήσεις. Πες μου. Που βρισκόμαστε. Που με έφερες" έδειχνε να ξεσπάει.
Η γυναίκα σηκώθηκε απ΄το κρεβάτι και πλησίασε το παράθυρο. Μόνο τότε παρατήρησε πως έξω απ' το παράθυρο ήταν ακόμα σκοτάδι.
- "Σημασία δεν θα έπρεπε να έχει αυτό, αλλά το αν σου αρέσει" απάντησε απολογητικά.
- "Μου αρέσει αν μπορώ να το ελέγξω. Αν μπορώ να το απολαύσω όσο κρατάει" της εξήγησε και πάλι.
- "Αυτό είναι το βράδυ... το βράδυ που ποτέ δεν τελειώνει ποτέ" του απάντησε όσο πιο αργά μπορούσε.
Ο άντρας έσκυψε το κεφάλι και προσπάθησε να φέρει στα μάτια του όλες τις εμπειρίες των τελευταίων ωρών, μήπως κι έτσι κατάφερνε να ξεκαθαρίσει πως έφτασε σε αυτό το αδιέξοδο. Μάταια όμως.
Η γυναίκα γύρισε προς το μέρος του και σκούπισε ένα δάκρυ που μόλις είχε κυλήσει απ' τα μάτια της. Έριξε κάτι πάνω της και τον άγγιξε παρηγορητικά στην πλάτη. "Έλα, συνήθισέ το. Θα δεις ότι θα σου αρέσει" του είπε κι έφυγε από το δωμάτιο.

Για μέρες που μετρούσαν μόνο σαν ώρες, ο άντρας έπινε, χόρευε, γελούσε ψεύτικα με όλους και έκανε έρωτα. Τουλάχιστον αυτό έδειχνε να είναι το μόνο που τον έκανε να ξεχνιέται, να ξεδίνει, να ξεσπάει την οργή του αποκλεισμού του. Ως πότε όμως;

Μία από αυτές τις φορές καθόταν στο μπαρ παραγγέλνοντας το επόμενο ποτό του. Εκεί βρισκόταν ανελλιπώς ο νεαρός μπάρμαν που με πάθος ετοίμαζε τα ποτά των θαμώνων. Όταν έφερε το δικό του, τον ρώτησε:
- "Τι λες; Συνήθισες πια";
- "Θες να πεις ότι κι εσύ είσαι για πάντα εδώ";
- "Φυσικά. Όλοι είμαστε! Κάποιοι είναι καταδικασμένοι να χορεύουν ασταμάτητα, κάποιοι άλλοι να γελούν με ανόητα αστεία ασταμάτητα κι εγώ, πρέπει να φτιάχνω ποτά από μπουκάλια που δεν έχουν πάτο. Τουλάχιστον εσύ ξέρω ότι πας πάνω. Όσοι πάνε πάνω, έχω ακούσει ότι περνάνε πολύ όμορφα. Όμως... δεν στο είπανε; Αυτό είναι το βράδυ χωρίς τέλος φίλε"!
- "Δεν είναι δυνατό να συμβαίνει αυτό. Τι έκανα και είναι αυτή η τιμωρία μου; Τι κάναμε όλοι και βρισκόμαστε εδώ"; ρώτησε πανικόβλητος.
- "Ακολουθήσαμε τα πάθη μας σε μια στιγμή αδυναμίας. Δεν χρειάστηκε τίποτα άλλο. Εμείς επιλέξαμε να ακολουθήσουμε τον δαίμονά μας" απάντησε πολύ φυσικά ο μπάρμαν.
- "Όχι! Όχι, δεν μπορεί. Θα πρέπει να υπάρχει κι άλλη λύση. Δεν είναι παρά μια γυναίκα..."
- "Έχω ακούσει να λένε, ότι μπορείς να την σκοτώσεις. Και μόλις το κάνεις αυτό, απελευθερώνεσαι, όμως δεν ξέρω προς τα που. Δεν ξέρω που πηγαίνεις μετά. Δεν ξέρω τι υπάρχει έξω από εδώ" πρόσθεσε ψιθυριστά.

Ο άντρας ήπιε βιαστικά το υπόλοιπο ποτό του, άγγιξε στο μπράτσο τον μπάρμαν, θέλοντας έτσι να του εκφράσει την ευγνωμοσύνη του και έφυγε για να χορέψει. Για πρώτη φορά χόρευε τόσο πειστικά, τόσο έντονα. Για πρώτη φορά όχι μόνο γελούσε με τα ανόητα αστεία των άλλων, αλλά δημιούργησε τα δικά του, κάνοντας τους άλλους να γελάνε δυνατά. Τόσο δυνατά που καταντούσε τρομακτικό. Κι όταν το σώμα του δεν μπορούσε πια να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του χορού, γύρισε για ένα τελευταίο ποτό. "Βάλε μου ένα με πάγο. Κι ύστερα βάλε μου ένα ολόκληρο μπουκάλι με μπόλικο πάγο. Και μαζί, παγοκόφτη. Θέλω να το πάρω πάνω. Για μια μαγική βραδιά. Στ' υπόσχομαι". Ο μπάρμαν υπάκουσε και σύντομα ο καταδικασμένος ήρωας θα ανέβαινε τα σκαλιά.

Εκεί τον περίμενε εκείνη. Ξαπλωμένη, σχεδόν κοιμισμένη, φορούσε μόνο τα εσώρουχα από μαύρη δαντέλα. Εκείνος την πλησίασε και χωρίς να της μιλήσει άνοιξε το μπουκάλι της σαμπάνιας γεμίζοντας τα δύο ποτήρια, έσπασε τον πάγο που είχε φέρει και πριν της προσφέρει το δικό της ποτήρι, πήρε ένα από τα ραϊσμένα κομμάτια πάγου αρχίζοντας να το κυλάει κατά μήκος του σώματός της. Το κορμί της έγινε αμέσως πολύ σκληρό και τα χείλι της σούφρωσαν από επιθυμία. Ο άντρας δεν της έδωσε ακόμα το ποτήρι της. Το έπιασε και άρχισε να το χύνει αργά πάνω της. Ύστερα έσκυψε και άρχισε να γλείφει κάθε χιλιοστό δέρματος που είχε βραχεί...

Στη συνέχεια ο ίδιος ήπιε μονομιάς το δικό του ποτήρι και αφού γδύθηκε τελείως προκάλεσε το αντικείμενο του πόθου του να γυρίσει μπρούμυτα. Τότε άρχισε να την τρίβει απαλά από τον αυχένα ως τη μέση και λίγο πριν προχωρήσει πιο κάτω, αποφάσισε να τερματίσει την αναμονή κάνοντας το σώμα του, ένα με το δικό της. Εκείνη ήταν έτοιμη από ώρα και όταν ο ρυθμός αποχωριζόταν τον ρομαντισμό προσεγγίζοντας την ωμότητα της ταχύτητας, ξέσπασε σε ανάλαφρες κραυγές ικανοποίησης.

Ήταν ακριβώς η στιγμή που πήρε στα χέρια του τον παγοκόφτη και άρχισε να τον χώνει όσο πιο βαθιά μέσα της μπορούσε. Σκούρο κόκκινο αίμα ανάβλυζε από παντού και οι κινήσεις του ήταν τόσο ακαριαίες που δεν πρόλαβε να εκφράσει πόνο από τον βασανισμό. Ήταν παραδομένη στο αίμα που είχε ποτίσει για τα καλά τα άσπρα σεντόνια του κρεβατιού. Ο άντρας σαν από διαστροφή, συνέχισε την συνουσία παίρνοντας απ' το νεκρό κορμί της αυτό που χρειαζόταν κι ύστερα ντύθηκε βιαστικά κατεβαίνοντας τις σκάλες.

Ήταν με όλους χαμογελαστός, μα πιο πολύ με τον μπάρμαν. Του έγνεψε και για πρώτη φορά ο νους και τα μάτια του καθάρισαν τόσο, ώστε να μπορεί να αντικρίσει ξανά την πόρτα. Την άνοιξε και βγήκε. Ήταν ακόμα νύχτα. Μία κρύα νύχτα χωρίς φεγγάρι κι αστέρια, με έναν αέρα να δέρνει οτιδήποτε υπήρχε ολόγυρα. Ο άντρας περπάτησε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Το σκοτάδι και τα ζεστά του ρούχα όμως δεν αποκάλυπταν το πρόσωπο του κι έτσι δεν μπορούσες να διακρίνεις αν το βήμα του μαρτυρούσε φόβο ή αποφασιστικότητα.Το περπάτημα του σταμάτησε μπροστά σε μία ανθρώπινη σιλουέτα. Ναι, δεν ήταν κάποιο σκιάχτρο. 

σχόλια; αντιρρήσεις; ερωτήσεις;
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΣΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΜΥΘΟ ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΑΣ ΤΕΛΟΣ
 Διαβάστε περισσότερα.. »

Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου 2015

MYΘΟΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ ~ το παραμύθι της νέας κυβέρνησης

σύντομες ιστορίες στα όρια της φαντασίας & του ρεαλισμού χωρίς (κανονικό) τέλος
imageΜερικές φορές δεν αρκεί να θέλεις, πρέπει και να μπορείς. Όμως τέτοιους είδους βαθυστόχαστες σκέψεις δεν ήταν για εκείνη τη στιγμή. Αυτή ήταν στιγμή θριάμβου. Ήταν η στιγμή για την οποία πάλεψε μετά από χρόνια προσπαθειών και τώρα έπρεπε να την χαρεί. «Θέλω να ευχαριστήσω όλους όσους μας πιστέψατε. Για τον καθένα ξεχωριστά αλλά και ολόκληρη τη χώρα υπόσχομαι να ξεκινήσουμε την σκληρή δουλειά για να φέρουμε σε πέρας ότι υποσχεθήκαμε αλλά και ότι αξίζει σε αυτήν την υπέροχη χώρα. Η νίκη ανήκει σε όλους μας»!

Η επόμενη μέρα είχε πράγματι, σκληρή δουλειά στο πρόγραμμα. Πρώτα έπρεπε ο καθένας να παραλάβει το χαρτοφυλάκιο να το μελετήσει και να το προσαρμόσει πάνω στις προεκλογικές υποσχέσεις. Δεν θα ήταν τόσο πολύπλοκο με βάση τις μελέτες που είχαν προηγηθεί.

Η πραγματικότητα όμως ήταν πολύ διαφορετική. Τα νούμερα δεν έβγαιναν, οι υπολογισμοί δεν επαληθευόντουσαν και ο προγραμματισμός δεν έβρισκε εφαρμογή. Και τώρα; Τι θα μπορούσε να γίνει; Όταν ο πρωθυπουργός ενημερώθηκε για το αδιέξοδο από σχεδόν όλους τους υπουργούς του, συγκάλεσε έκτακτο Υπουργικό Συμβούλιο.

Ήταν η πρώτη φορά που όλοι μαζί θα βρισκόντουσαν μετεκλογικά, όμως τα όνειρα και οι ελπίδες, είχαν μετατραπεί σε φόβο και τρόμο ζωγραφισμένο στα πρόσωπα τους.
- «Κύριοι. Έχω ενημερωθεί από τον καθένα σας αναφορικά με τις δυσκολίες που υπάρχουν και σας συνιστώ ψυχραιμία. Μαζί μας είναι ο κύριος Αναγνωστόπουλος. Ένας άνθρωπος ειδικών συνθηκών που έχει σώσει από την κρίση, πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και επιχειρήσεις. Παρακαλώ. Έχετε τον λόγο» είπε ο πρωθυπουργός.
- «Πρέπει να ξεκινήσουμε από τα πλεονεκτήματα σας. Είστε μία ολοκαίνουρια κυβέρνηση που έλαβε πάνω από 40% στην κάλπη. Αυτό σημαίνει πως ο λαός για αρχή σας εμπιστεύεται τυφλά, έχετε λοιπόν αρκετό χρόνο στην διάθεση σας. Από όσο έχω ενημερωθεί, υπάρχει σοβαρό πρόβλημα στα νούμερα που βρήκατε. Ουσιαστικά είναι αδύνατο να εφαρμοστεί. Μην νιώθετε τύψεις. Έτσι είναι η πολιτική. Δεν είστε ούτε οι πρώτοι ούτε οι τελευταίοι. Αύριο στα γραφεία σας θα διαγράψετε τα μπλοκάκια με τις υποσχέσεις και θα μετρήσετε τι μπορείτε να κάνετε ρεαλιστικά. Ο λαός την διαφορά θα την καταλάβει στον δεύτερο χρόνο, οπότε μην ανησυχείτε προς το παρόν. Η δική μου δουλειά είναι να σας κερδίσω χρόνο. Αφήστε το πάνω μου» δήλωσε ένας τύπος ψηλός, φρεσκοξυρισμένος με αψεγάδιαστο κουστούμι και τέλεια προφορά.

Τις επόμενες μέρες ο καθένας από τους Υπουργούς είχαν στρώσει για τα καλά στη δουλειά, όταν όλα τα τηλεοπτικά κανάλια διέκοψαν την ροή τους για να μεταδώσουν μία έκτακτη είδηση:
«Διακόπτουμε το πρόγραμμα μας για να συνδεθούμε αμέσως με τις εγκαταστάσεις του Γενικού Επιτελείου Στρατού όπου έχουμε ένα ή δύο άντρες ζωσμένους με εκρηκτικά οι οποίοι κρατούν ομήρους πολίτες, πολιτικό προσωπικό και στρατιωτικό προσωπικό. Δεν έχουμε απολύτως καμία ενημέρωση για τα αίτια της ομηρίας αυτής και παραμένουμε ζωντανά παρακολουθώντας τον αστυνομικό κλοιό αλλά και τους διαπραγματευτές της αστυνομίας». Το ζωντανό ρεπορτάζ κρατούσε για ώρες και ο κόσμος συγκλονισμένος παρακολουθούσε. Όταν…. «Πάμε και στην Θεσσαλονίκη όπου έχουμε αυτή τη στιγμή υπόθεση ομηρίας στον Θεατρικό Σταθμό. Ο ή οι δράστες κρατούν ομήρους έναν ολόκληρο θίασο που εκείνη τη στιγμή εκτελούσαν πρόβες. Πρόκειται για δύο παράλληλες υποθέσεις που συγκλονίζουν το πανελλήνιο». Και κάπως έτσι η μετάδοση των δύο γεγονότων συνεχίζεται μέχρι το βράδυ.
«Γυρνάμε στην Αθήνα όπου έχουμε έκρηξη στο γραφείο που είναι ταμπουρωμένοι οι δράστες και όπως βλέπετε οι αστυνομικές δυνάμεις κάνουν έφοδο στον χώρο. Με ενημερώνουν πως έχουμε νεκρούς. Νεκρός είναι ο ένας από τους δράστες και ο δεύτερος είναι βαριά τραυματίας. Έχουμε δύο νεκρούς ομήρους και έναν βαριά τραυματισμό αστυνομικό. Παρακολουθούμε τα πλάνα και παραμένουμε για οτιδήποτε νεότερο».
Λίγο πριν τα μεσάνυχτα όμως… «Εικόνα και πάλι στον Θεατρικό Σταθμό Θεσσαλονίκης όπου έχουμε έφοδο των ειδικών δυνάμεων. Βλέπουμε ζωντανά τις λάμψεις από τους πυροβολισμούς και το πανδαιμόνιο που επικρατεί. Έχουμε και εδώ νεκρούς. Όπως ενημερώνομαι νεκρός είναι ο δράστης και ένας αστυνομικός. Για οτιδήποτε νεότερο θα επιστρέψουμε».

Ποιοι ήταν οι δράστες, ποια τα κίνητρά τους, γιατί επέλεξαν τους συγκεκριμένος χώρους, ποιοι ήταν οι νεκροί και ποιοι οι διασωθέντες; Αυτά τα ερωτήματα βασάνιζαν την επικαιρότητα και τον λαό τις επόμενες μέρες. Ξαφνικά, κανείς δεν ενδιαφερόταν αν η νεοεκλεγμένη κυβέρνηση θα μπορούσε να ανταποκριθεί στις προεκλογικές της δεσμεύσεις. Αυτό θα το μάθαιναν ή μάλλον θα το διαπίστωναν πολύ αργότερα.

Το κυβερνητικό έργο ξεκίνησε και ήταν καταστροφικό. Η κυβέρνηση επέλεξε να λέει ψέματα και να κρύβει την αλήθεια κουκουλώνοντας έτσι την ανικανότητά της και όταν ο κλοιός της αμφισβήτησης θα έσφιγγε ξανά, ο κύριος Αναγνωστόπουλος θα ερχόταν με ένα υπέροχο σενάριο οπαδικής βίας, με άφθονο ξύλο, σοβαρούς τραυματισμός και πολλές ώρες ρεπορτάζ στα κανάλια.

Η κυβέρνηση; Θα πλήρωνε, όμως μετά από τουλάχιστον τρία χρόνια και αφού τα λάθη της είχαν μπερδευτεί και συσσωρευτεί με τα προηγούμενα των άλλων κυβερνήσεων, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο αποποίησης ευθυνών και άγνωστων υπευθύνων… Ώστε να ζουν αυτοί καλά κι εμείς χειρότερα…

σχόλια; αντιρρήσεις; ερωτήσεις;
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΣΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ
 Διαβάστε περισσότερα.. »