Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

MYΘΟΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ~ το αναγκαστικό κόλπο

Μια φορά σε έναν καιρό και όχι πολύ μακρινό από το σήμερα, στην περίοδο που ο κόσμος μάθαινε στη νέα τάξη πραγμάτων όπου η κρίση είχε τελειώσει ή τουλάχιστον έτσι παρουσίαζαν οι κυβερνόντες και οι δείκτες της στατιστικής. Μετά από περίπου είκοσι χρόνια βαθιάς ύφεσης και κατόπιν γενναίων πολιτικών αποφάσεων, οι χώρες έχουν σχεδόν ξεχρεώσει και η ανάπτυξη παρουσιάζει έναν εκνευριστικά σταθερό ρυθμό που όμως αφήνει ικανοποιημένους τους εμπλεκόμενους. Από επιχειρηματίες μέχρι χρηματιστηριακούς και από επενδυτές έως τους πολιτικούς.

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι αυτή η ανάκαμψη προέκυψε με μεγάλο κόστος. Πολλές επιχειρήσεις έκλεισαν ή συγχωνεύτηκαν και πολλοί επιχειρηματίες έγιναν απλοί υπάλληλοι ή συνεταιρίστηκαν φτάνοντας σε πενιχρά εισοδήματα. Αρκετοί αναγκάστηκαν να δεχτούν την δέσμευση της περιουσίας τους και κατά την περιβόητη “ανακατανομή του πλούτου” πολλοί πολίτες της μεσαίας τάξης έχασαν την περιουσία τους και ακόμα περισσότεροι ευνοήθηκαν αποκτώντας ξένη περιουσία που δεν τους ανήκε. Σε αντάλλαγμα έπρεπε να επενδύσουν στη νέα τους περιουσία και να αποδίδουν στο κράτος.

Ένας από τους ανθρώπους που ευνοήθηκαν είναι και ο Θανάσης. Η αλήθεια είναι βέβαια πως ο Θανάσης ήταν άριστος γνώστης της όλης νομοθεσίας και εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τις ευκαιρίες που του παρουσιάστηκαν. Ο ίδιος είχε μια μεγάλη επιχείρηση την οποία μεταβίβασε στον αδερφό του με αποτέλεσμα εκείνος να εμφανίζεται ως ένας από τους μη-έχοντες και να αποκτήσει μία εξίσου μεγάλη περιουσία προς εκμετάλλευση. Συγκεκριμένα μία μεγάλη πολυκατοικία την οποία ο Θανάσης άρχισε να εκμεταλλεύεται σαν ξενοδοχείο. Ο αριθμός του προσωπικού που στελέχωνε την επιχείρηση και τα γρήγορα κέρδη που άρχισε να παρουσιάζει, κίνησε το ενδιαφέρον των αρχών. Πως ένας φτωχός άρχισε να εμφανίζει τόσα κέρδη ξαφνικά; Η απάντηση για τον Θανάση ήταν απλή αφού ο αδερφός του τον χρηματοδοτούσε. Αν όμως οι αρχές άρχιζαν να “ξεσκονίζουν” το παρελθόν του, σύντομα θα έβρισκαν κάτι. Κι αυτό το κάτι ήταν ολόκληρη η αλήθεια, ο Θανάσης θα έπρεπε να υποστεί βαριά τιμωρία, φυλάκιση, πρόστιμα και ποιος ξέρει τι άλλο.

Ο Θανάσης όμως είχε οικογένεια και δεν έπρεπε να διακινδυνέψει την επιβίωση της. Αποφάσισε να πείσει τη γυναίκα του να χωρίσουν, εξηγώντας της πως το έκανε για το καλό τους και αφού ολοκλήρωσε τα διαδικαστικά έφυγε για την Αλβανία. Εκεί, είχε κάποιες ‘άκρες’ από γνωστούς του από την Ελλάδα και σύντομα βρήκε τόπο κατοικίας αλλά και εργασιακό ενδιαφέρον. Η παρέα του δεν ήταν τελικά και τόσο αθώα και η προσφορά τους για άνετη διαβίωση ήταν η συμμετοχή του σε μερικές όχι και τόσο διαφανείς εργασίες.

Στην Αλβανία, υπάρχουν αρκετές σπείρες ναρκωτικών που διακινούν πολύ συχνά προς την Ελλάδα. Ο Θανάσης θα ήταν άχρηστος για τους αλβανούς στην Ελλάδα, όμως μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιήσει την καταγωγή του εκεί. Έτσι οι ντόπιοι τον χρησιμοποίησαν ως διαπραγματευτικό μέσο για να πετύχουν καλύτερη τιμή στην αγορά ή πιο υψηλή στην πώληση. Ο Θανάσης αρχικά διστακτικά και ύστερα με μεγάλη επιτυχία, άρχισε να κάνει ακριβώς ότι οι… φίλοι του ζήτησαν, όμως σύντομα συνειδητοποίησε πως όσο οι μήνες περνούσαν, εκείνος βυθιζόταν όλο και πιο βαθιά στην διαπλοκή και την παρανομία. Υπήρχαν βράδια που προσευχόταν στον Θεό και με δάκρυα στα μάτια, ζητούσε συγγνώμη για την κατάσταση του.

Μετά από καιρό, ο Θανάσης έλαβε μια ειδοποίηση από τον αδερφό του που τον ενημέρωσε για έναν νέο νόμο όπου πλέον κάθε παρανομία πλην των εγκληματικών θα μπορούσε να εξαγοραστεί κι έτσι ο Θανάσης άρχισε να σκέφτεται την επιστροφή του στην πατρίδα μετρώντας παράλληλα το κομπόδεμα του που για καιρό έφτιαχνε αγοράζοντας και πουλώντας ναρκωτικά στην Αλβανία. Όταν τα χρήματα ήταν αρκετά, ο Θανάσης πραγματικά εξέφρασε την επιθυμία του να φύγει, όμως οι προθέσεις του δεν ήταν καθόλου αποδεκτές από τους αλβανούς συνεργάτες του. “Αντιλαμβάνεσαι πως δεν σε επιλέξαμε τυχαία. Ξέρουμε ποιος είσαι, ποιους ξέρεις στην Ελλάδα, που μένει η οικογένεια σου. Ξέρουμε τα πάντα για σένα και αν διανοηθείς να διαφύγεις, όχι μόνο δεν θα τα καταφέρεις, αλλά θα εύχεσαι να σε είχαμε σκοτώσει”. Ο Θανάσης κατάλαβε πως δεν θα ήταν εύκολο, αλλά δεν ήταν διατεθειμένος να παραιτηθεί.

Στον ελεύθερο του χρόνο, ο Θανάσης πήγαινε βόλτα κοντά στα σύνορα με την Ελλάδα και άρχισε να μελετάει οτιδήποτε μπορούσε να του φανεί χρήσιμο. Δρομολόγια λεωφορείων, νταλίκες που εκτελούσαν μεταφορές, αλλαγές βάρδιας στην συνοριοφυλακή, ακόμα και τα σκυλιά της αστυνομίας που χρησιμοποιούσαν για να ελέγχουν οχήματα για ναρκωτικά. Ύστερα γύριζε σπίτι του και συνέχιζε την δουλειά του. Στο μεταξύ είχε αποφασίσει να ξεκόψει από κάθε επαφή με την οικογένεια του ακριβώς για να μην υπάρχει κανένα αρχείο ή καταγραφές συνομιλιών τους. Πόνταρε στο ότι ο αδερφός του θα προέβλεπε πιθανούς κινδύνους και θα προστάτευε την οικογένεια του.

Ο χρόνος περνούσε, όμως ο Θανάσης ήταν πολύ δύσκολο να ρισκάρει το βήμα στο οποίο θα διέσχιζε τα σύνορα γνωρίζοντας πως θα τον κυνηγάει όχι μόνο η ελληνική αστυνομία αλλά και η αλβανική μαφία. Τα πράγματα δυσκόλευαν ακόμη περισσότερο αναλογιζόμενος πως ήταν πολύ πιθανό να παρακολουθείται από τους αλβανούς διακινητές. Και είχε δίκιο. Περίπου. Σε μία από τις… βόλτες του στα σύνορα ένας μαυροφορεμένος τύπος τον σταμάτησε απότομα και του ψιθύρισε κοιτώντας προς την αντίθετη κατεύθυνση: “Σελβάνοφ 131. Έλα μόνος χωρίς να σε ακολουθήσει κανείς και θα σε περιμένουμε για να σε βοηθήσουμε”. Ο τύπος έφυγε βιαστικά, όμως το απίστευτο ήταν ότι του μίλησε στα ελληνικά και από την προφορά κατάλαβε πως είναι έλληνας.

Ο Θανάσης πήγε στο σημείο περνώντας πρώτα από πολλά άλλα μέρη, κάνοντας τυχαία ψώνια και μπλέκοντας πρώτα απ’ το πλήθος κατέληξε στο σημείο συνάντησης. Εκεί πέρασε ένα μικρό αυτοκίνητο με φιμέ τζάμια, σταμάτησε απότομα, η πόρτα άνοιξε και μετά από ένα γρήγορο νόημα του συνοδηγού, ο Θανάσης επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητο το οποίο ανέπτυξε ταχύτητα προς άγνωστη κατεύθυνση. Μετά από αρκετή ώρα οδήγησης, το αυτοκίνητο στάθμευσε σε ένα υπόγειο γκαράζ όπου οι τρεις συνολικά άντρες που ήταν στο αυτοκίνητο, αποβιβάστηκαν. Λίγα μέτρα πιο πέρα, αποκαλύφτηκε στον Θανάση μία τεράστια αποθήκη διαμορφωμένη για να στεγάζει μία ομάδα ανθρώπων που είχαν διακοσμήσει το μέρος με τεράστιες ελληνικές σημαίες και άλλα σύμβολα του ελληνισμού και της ορθοδοξίας. “Θανάση θα αναρωτιέσαι που βρίσκεσαι και δεν έχω λόγο να στο κρύψω αφού εμείς σε καλέσαμε. Είμαστε μία εθνικιστική οργάνωση που δρα σε όλο τον κόσμο, υπερασπίζοντας τα συμφέροντα της πατρίδας και των πατριωτών μας. Ξέρουμε πως προσπαθείς να επιστρέψεις στην πατρίδα, ξέρουμε και τι έκανες τόσο καιρό στην Αλβανία, αλλά μας ενδιαφέρει πολύ να επαναπατρίζεται ο κόσμος και αυτό θα σε βοηθήσουμε να κάνεις”. Ο Θανάσης έκατσε για ώρες στο μέρος. Αφού συνέφαγε και συζήτησε με τα μέλη της οργάνωσης, έφυγε με τρόπο που του επιδείξαν και γύρισε στην καθημερινότητά του.

Οι συναντήσεις του με τα μέλη της οργάνωσης ήταν αρκετές μα όχι συχνές. Ο ίδιος προσπάθησε να μην αλλάξει τίποτα από την καθημερινότητα του και μάλιστα βρισκόταν πολύ κοντά σε μια σπουδαία επιτυχία στην δουλειά του μετά από μία πολύ καλή συμφωνία αγοραπωλησίας ναρκωτικών. Δύο βράδια πριν την εν λόγω συναλλαγή, δύο τύποι φορώντας μαύρα και μάσκες μπήκαν στο διαμέρισμα του και αφού του έδωσαν ελάχιστο χρόνο να ντυθεί, τον εγκλώβισαν και τον φυγάδευσαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Χωρίς καν να μπορεί να δει μπροστά του, κατάλαβε πως τον είχαν μεταφέρει σε κάποιο όχημα. Μετά από αρκετή ώρα ταξιδιού, κατάφερε κινώντας το κεφάλι και τα χέρια του, να βρει μια χαραμάδα προς τα έξω από την οποία διαπίστωσε πως ήταν ακόμα νύχτα ενώ λίγο αργότερα το αμάξι σταμάτησε στα σύνορα. “Πάρε τα χρήματα που συμφωνήσαμε. Στον φάκελο έχουμε βάλει την λίστα με τα ονόματα της συμμορίας που διασταυρώσαμε και αυτό είναι ένα πρόσθετο δώρο από εμάς πατριώτη” είπαν προφανώς στον έλληνα συνοριοφύλακα και με κοφτούς ήχους μπήκαν στο αυτοκίνητο και εκείνο ξεκίνησε και πάλι προφανώς προς την Ελλάδα. Η διαδρομή δεν θα ήταν μεγάλη.

Το αυτοκίνητο σταμάτησε και οι δύο άντρες που επέβαιναν σε αυτό ελευθέρωσαν τον Θανάση. Εκείνος διαπίστωσε πως βρισκόταν σε μια τεράστια αγροτική έκταση στην οποία δε φαινόταν απολύτως τίποτα  εκτός του δρόμου. “Για λόγους προστασίας της οργάνωσης, δεν μπορούμε να σε αφήσουμε πιο κάτω, όμως είσαι ελεύθερος και είσαι στην πατρίδα”. Οι δυο τους άρχισαν να απομακρύνονται όταν πιο φωναχτά συνέχισε ο ένας: “Μην ξεχνάς πως είσαι καταζητούμενος στην Ελληνική Αστυνομία”. Ο Θανάσης ήταν μόνος και ξεκίνησε να περπατάει με νότια κατεύθυνση ευχόμενος πως κάποιο αυτοκίνητο θα περνούσε για να τον πάρει μέχρι το πλησιέστερο χωριό. Δεν ήταν και τόσο τυχερός.

Αφού συμπλήρωσε σχεδόν ένα ολόκληρο μερόνυχτο περπατώντας, κατέληξε σε ένα μικρό χωριουδάκι. Εκεί έμαθε για την πλησιέστερη συγκοινωνία την οποία και πήρε ταξιδεύοντας τελικά μέχρι το σπίτι του όπου αντάμωσε την γυναίκα και τα παιδιά του. Πέρασαν μαζί την ημέρα και τότε ο Θανάσης ενημέρωσε τη γυναίκα του πως έπρεπε να παραδοθεί, όπως και έγινε.

Οι αρχές είχαν βάσιμες υποψίες πως βρισκόταν στην Αλβανία κι έτσι τον ανέκριναν για ώρες. Εκείνος ομολόγησε πως λαθραία πέρασε τα σύνορα από και προς την Ελλάδα και πως εκεί εργαζόταν σαν μεσίτης έως ότου να μαζέψει λεφτά για την οικογένεια του και τα χρέη του. Αν και η κατάθεση του ήταν πειστική και είχε συνοχή, οι αρχές τον κράτησαν για δύο ημέρες στα κρατητήρια όπου του ζητούσαν περισσότερες πληροφορίες κάθε φορά. Στο μεταξύ ο Θανάσης είχε προσλάβει δικηγόρο για να κινήσει διαδικασίες καταβολής του χρέους που αναλογούσε στην ποινή του σύμφωνα με τον νόμο της εξαγοράς ποινής. Όλα ήταν θέμα χρόνου αφού ο Θανάσης είχε πλέον αρκετά χρήματα για την εξαγορά κι έτσι πλέον ήταν διαδικαστικό το θέμα.

Πράγματι, ο Θανάσης αφέθηκε ελεύθερος με κάποιους περιοριστικούς όρους και ήταν πλέον έτοιμος να σμίξει ξανά με την οικογένεια του με την οποία επίτηδες δεν είχε καμία επαφή αυτές τις μέρες. Στην αρχή πήγε στο σπίτι τους, όπου το βρήκε άδειο. Ύστερα απευθύνθηκε στον αδερφό του, όπου τον ενημέρωσε πως από τότε που επέστρεψε στην Ελλάδα, δεν επικοινώνησαν ξανά καθώς ήταν πλέον ήσυχος για την ασφάλεια τους. Κανείς δεν απαντούσε σε τηλέφωνα και κανένας γνωστός ή συγγενείς δεν είχε νέα τους το τελευταίο διάστημα. Δεν ήθελε μεγάλη φαντασία. Ο Θανάσης συνέδεσε το γεγονός με τις απειλές των αλβανών διακινητών που τον είχαν προειδοποιήσει πως ήξεραν την οικογένεια του.

Ποιες ήταν οι επιλογές του Θανάση; Να απευθυνθεί στην αστυνομία; Να επιστρέψει στην Αλβανία; Ήταν σίγουρος πως οι δικοί του βρισκόντουσαν στην Ελλάδα, οπότε τι θα εξυπηρετούσε η επιστροφή του εκεί; Ο Θανάσης είχε μείνει στο πλατύσκαλο του σπιτιού του όντας σε απόγνωση, όταν ένα αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες πέρασε, σταμάτησε μπροστά στην καγκελόπορτα αφήνοντας ένα κουτί και έφυγε αναπτύσσοντας ταχύτητα. Ο Θανάσης άνοιξε το κουτί βρίσκοντας μέσα προσωπικά αντικείμενα της γυναίκας και της κόρης του και ένα γράμμα που έγραφε: ‘σε είχαμε προειδοποιήσει, όμως εσύ δεν μας πήρες στα σοβαρά. Τώρα θα σου δώσουμε μία πολύ απλή επιλογή. Ταξίδεψε στην Αλβανία. Μόλις περάσεις τα σύνορα, πάρε τη γυναίκα σου στο τηλέφωνο για βεβαιωθείς ότι είναι ελεύθεροι κι αν δεν είναι φώναξε στους έλληνες συνοριοφύλακες. Αν είναι ελεύθεροι και προσπαθήσεις να επιστρέψεις πίσω ένας ελεύθερος σκοπευτής θα σε σκοτώσει επί τόπου. Αν όλα πάνε καλά, θα σε δούμε πολύ σύντομα για να συνεχίσουμε την συνεργασία μας’. Ο Θανάσης σκέφτηκε και πάλι να απευθυνθεί στην αστυνομία, όμως αν ρίσκαρε με την ασφάλεια της οικογένειας του;

Αποφάσισε να ξεκινήσει το εγχείρημα έχοντας όμως στο νου του ένα εναλλακτικό σχέδιο σε περίπτωση που επιβεβαίωνε την ελευθερία της οικογένειας του. Χωρίς να χάσει χρόνο, έφυγε για τα σύνορα και μετά από ένα πολύωρο ταξίδι έμεινε για λίγο από την ελληνική πλευρά απολαμβάνοντας ένα τσιγάρο –ποιος ξέρει αν θα ήταν το τελευταίο του- και απολάμβανε τον ελληνικό ουρανό.

Στα σύνορα προσκόμισε όλα τα απαραίτητα έγγραφα και άρχισε να περνάει διστακτικά την διαχωριστική γραμμή μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας κρατώντας σφιχτά στο ιδρωμένο του χέρι το κινητό του τηλέφωνο. Υποδεχόμενος από τους αλβανούς συνοριοφύλακες υπέστη έναν πρόχειρο τυπικό έλεγχο περιμένοντας με ανυπομονησία τη στιγμή που θα μπορούσε να κάνει την κλήση στην γυναίκα του. Στο μεταξύ έριχνε κλεφτές ματιές προς τα πάνω αναζητώντας ίσως τα ίχνη του ελεύθερου σκοπευτή. Όταν η εξέταση ολοκληρώθηκε, ένας από τους συνοριοφύλακες ερχόμενος από πίσω του, άρχισε να του φοράει χειροπέδες χωρίς πάντως να του αφαιρέσει το κινητό απ’ τα χέρια. Εκείνος προσπάθησε να αντιδράσει όμως εύκολα κατάλαβε πως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Ο τύπος τον οδήγησε λίγα μέτρα πιο πέρα, εκεί όπου ένα αυτοκίνητο ήταν σταθμευμένο. Αφού του έλυσε τις χειροπέδες, του είπε κάτι στα αλβανικά δείχνοντας με τα μάτια το κινητό που κρατούσε στα χέρια του. Εκείνος αμέσως κάλεσε την γυναίκα του.
- “Θανάση; Που είσαι; Μας άφησαν έξω απ’ το σπίτι μας. Είμαστε όλοι καλά” έλεγε με φωνή που έτρεμε.
- “Αλλάξτε αμέσως τόπο διαμονής, τηλέφωνα, όλα. Όταν μπορώ θα σας βρω εγώ” απάντησε εκείνος αγχωμένος.
Ο συνοριοφύλακας τον οδήγησε σχεδόν καταναγκαστικά στο αυτοκίνητο το οποίο έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση.

Η γυναίκα του Θανάση υπάκουσε και το επόμενο διάστημα μετακόμισε σε άλλη πόλη, άλλαξε τηλέφωνα και άλλα προσωπικά στοιχεία και ξεκίνησε μια νέα ζωή με την κόρη της. Μετά από μερικούς μήνες όμως, ο Θανάσης εξακολουθούσε να παραμένει άφαντος κι έτσι η γυναίκα του προσέλαβε ιδιωτικό ερευνητή για να τον ψάξει στην Αλβανία. Η έρευνα συνεχιζόταν για όσο εκείνη πλήρωνε. Και πλήρωνε. Πλήρωνε για καιρό. Περίπου τρία χρόνια αργότερα όμως έτυχε να διαβάσει στην εφημερίδα πως έλληνας που ζούσε και εργαζόταν στην Αλβανία, σκοτώθηκε από άγνωστη αιτία. Κανένα άλλο στοιχείο δεν έγινε γνωστό και όμως εκείνη έδωσε εντολή στον ερευνητή να σταματήσει. Ποιες αλήθεια ήταν οι πιθανότητες να ήταν αυτός; Ήταν όμως η αφορμή που έψαχνε εδώ και καιρό για να θάψει το παρελθόν και να γυρίσει σελίδα.


σχόλια; αντιρρήσεις; ερωτήσεις;
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΣΑΣ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

2 σχόλια:

  1. Συγκλονιστική ιστορία ! και την έδωσες πολύ όμορφα, με κράτησε σε αγωνία! Να υποθέσω, είναι αληθινή ιστορία ; ... ΚΑλημέρα !

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. μπα, όχι. Αληθινή δεν είναι, όμως αν περνιέται για αληθινή σημαίνει πως έχω πετύχει τον στόχο μου.

      Χαίρομαι πολύ που έφτασες ως τους Μύθουςμου :[

      Διαγραφή

Προβληματίστηκες; σχολίασε το