Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

MYΘΟΣ ΙΟΥΝΙΟΥ ~ το χρονικό μιας αυτοκτονίας της κρίσης

Μια φορά σε έναν καιρό οι πρώτες ακτίνες του ηλίου δεν φάνηκαν για τα καλά ποτέ. Το νέφος που μετέφερε στην ατμόσφαιρα ο νοτιάς δεν έκρυβε μόνο το ηλιοβασίλεμα, αλλά προσέδιδε μία μελαγχολική –σχεδόν άρρωστη- χροιά σε μία ημέρα που έτσι κι αλλιώς δεν θα είχε κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό.

Ο νεαρός άντρας έκλεισε την πόρτα της πολυκατοικίας με το πόδι του έχοντας τα χέρια του γεμάτα από τσάντες, χαρτοφύλακα και έναν θερμό του καφέ. Δεν ήσουν σίγουρος για το αν το βλέμμα του ήταν σκυθρωπό κάτω από τα γυαλιά ηλίου ή απλά προσπαθούσε να καλυφτεί από την καταχνιά του νοτιά. Ο νέος μπήκε γρήγορα σε ένα βρώμικο αυτοκίνητο και έφυγε βιαστικός αφού χώθηκε ξεδιάντροπα στην κεντρική λεωφόρο.

Σε λίγα λεπτά βρισκόταν έξω από ένα γυάλινο γραφείο. Έριξε μια κλεφτή ματιά στο αυτοκίνητο του είτε για να βεβαιωθεί ότι το είχε κλειδώσει είτε για να καμαρώσει για την θέση ακριβώς έξω από το γραφείο, που είχε βρει για να σταθμεύσει και αμέσως πέρασε την πόρτα καλημερίζοντας την Νίκη στην υποδοχή. Πάω στοίχημα πως αν τον ρωτούσες τι φορούσε η Νίκη δεν θα ήξερε να σου απαντήσει παρότι την είχε δει πριν μερικά δευτερόλεπτα. Ας είναι. Εκείνος συνέχισε μέχρι που μπήκε σε μία μεγάλη αίθουσα η οποία ήταν γεμάτη από γραφεία που χωριζόντουσαν από πλαστικά χωρίσματα. Στο κάθε γραφείο έβλεπες μία οθόνη, ένα πληκτρολόγιο και μπροστά μία καρέκλα. Στο δικό του γραφείο όμως η παραφωνία ήταν ένας λευκός φάκελος σκισμένος στην άκρη του. Ο νεαρός έκατσε στην καρέκλα του αγνοώντας αν κάποιος συνάδελφος του είχε φτάσει κι εκείνος νωρίτερα για να τον χαιρετήσει. Άνοιξε την οθόνη του υπολογιστή, πάτησε μερικές φορές το πλήκτρο του ποντικιού και ύστερα έμεινε να κοιτάει την οθόνη.

Αν ήσουν η οθόνη(!) θα είχες ήδη παρατηρήσει πως οι κόρες του είχαν διασταλεί και πως δεν κοιτούσε εσένα. Το βλέμμα του ήταν αχανές και οι μύες του έδειχναν να αδρανούν σε τέτοιο σημείο που για λίγο θα μπορούσε να πέσει από την καρέκλα. Σιγά-σιγά το γραφείο άρχισε να γεμίζει με νέους και νέες που έπαιρναν την θέση τους στην μεγάλη αίθουσα. Κάποιοι που τον προσπερνούσαν μονολογούσαν ένα ξερό “γεια” αλλά εκείνος θα ορκιζόμουν ότι δεν άκουσε κανένα από αυτά. Μόνο ενός νεαρού το τράνταγμα ήταν ικανό να τον επαναφέρει από τον εκνευριστικό λήθαργο. Δεν ήταν παρά ένα δυνατό χτύπημα στην πλάτη αντί για καλημέρα. Ο νεαρός όντως συνήλθε και άρχισε να ανασκουμπώνεται όμως πριν προλάβει να συγκεντρωθεί στην οθόνη του υπολογιστή του, αποφάσισε να σηκώσει το θερμό και να ρουφήξει μια γουλιά. Δεν έδειχνε να την απολαμβάνει και το βλέμμα του αυτή τη φορά στράφηκε λίγο πιο αριστερά, όπου είχε τοποθετήσει τον λευκό φάκελο. Τώρα έδειξε περισσότερο ενδιαφέρον! Έβγαλε προσεκτικά από μέσα του μία λευκή κόλλα την ξεδίπλωσε επιμελώς και άνοιξε το συρτάρι από κάτω βγάζοντας μία χοντρή πινέζα. Καρφίτσωσε το χαρτί στην πινέζα και κατόπιν προσπάθησε απότομα να την καρφώσει στο κέντρο της οθόνης του υπολογιστή. Η πινέζα δεν κάρφωσε κι έτσι με το ένα του χέρι κράτησε αντίσταση στην οθόνη που δεχόταν πίεση από την πινέζα που έσπρωχνε το άλλο χέρι. Η οθόνη δεν άντεξε. Σκίστηκε στην κεντρική γωνία ώσπου στερεώθηκε επαρκώς η πινέζα με το χαρτί. Ο νεαρός δεν χαμογέλασε ακριβώς αλλά μπορείς να δεις ότι είχε ικανοποιηθεί. Κατόπιν αυτού αποχώρησε με περισσή ψυχραιμία από τον χώρο. Εστιάζοντας στην… κρεμασμένη κόλλα ξεχώριζες μεταξύ άλλων: “[…]με τη νέα μείωση ο μισθός θα ανέρχεται στα 346€ το μήνα[…]”.

Ο νέος αποχώρησε από το γραφείο αφού πρώτα έσφιξε με το χέρι του το μάγουλο της Νίκης. Έκανε να μπει στο αμάξι του, αλλά το ξανασκέφτηκε και έφυγε προς τα δυτικά όπου στο επόμενο τετράγωνο βρισκόταν ένα μικρό πάρκο. Ο νέος μπήκε μέσα χαμογέλασε με τα παιδάκια που έπαιζαν υπό το βλέμμα των γιαγιάδων και δανείστηκε τον πυροσβεστήρα που ήταν δίπλα από το καλαθάκι με τα σκουπίδια. Έχοντας ανά χείρα τον πυροσβεστήρα επέστρεψε στο αυτοκίνητό του. Τον απασφάλισε και άρχισε να ψεκάζει τον ειδικό αφρό πάνω στο τζάμι. Αφού άδειασε το περισσότερο, άρχισε να το χτυπάει με δύναμη πάνω στο μπροστινό τζάμι του αυτοκινήτου μέχρι που αυτό έσπασε. Τότε άφησε τον πυροσβεστήρα και έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση με τα πόδια.

Από τον ιδρώτα στο μέτωπο φαινόταν ότι περπατούσε για ώρα. Περνώντας από ένα μεγάλο σούπερ-μάρκετ μπήκε μέσα και έφτασε ως το ράφι με τα ποτά. Επέλεξε ένα ακριβό ενεργειακό ποτό και το άνοιξε επί τόπου ξεκινώντας να το πίνει. Ύστερα πήρε ένα μεγάλο κουτί από κάποια ιδιαίτερα μπισκότα και μετά έκανε να φύγει από το κατάστημα.
- “Με συγχωρείτε κύριε. Να πληρώσετε” είπε δυνατά η ταμίας.
- “Έλα τώρα. Με ξέρεις. Με έβλεπες για χρόνια σχεδόν κάθε μέρα. Άσε με να τα πάρω αυτά και δε θα τα λυπηθείς. Πλήρωσε τα από την τσέπη σου και θα δεις ότι δεν θα μετανιώσεις. Έχεις τον λόγο μου” της απάντησε ήρεμα και περιέργως πολύ πειστικά. Τόσο που η κοπέλα γύρισε στο ταμείο της και πλήρωσε τα προϊόντα από το δικό της πορτοφόλι.

Ο νέος συνέχισε πίνοντας τις τελευταίες γουλιές από το ενεργειακό ποτό και έχοντας παραμάσχαλα τη συσκευασία με τα μπισκότα, ώσπου έφτασε έξω από μια πολυκατοικία. Χτύπησε ένα κουδούνι και σύντομα βρισκόταν στον πρώτο όροφο. Μία κυρία του άνοιξε ρωτώντας τον με απορία γιατί ήταν εκεί. Εκείνος της έδωσε τα μπισκότα προκαλώντας της εμφανέστατα μια ευχάριστη έκπληξη, την φίλησε στο μέτωπο και έφυγε χωρίς να της πει τίποτα.

Αλλάζοντας μερικούς δρόμους ο πρωταγωνιστής μας συνέχισε φτάνοντας σε ένα μεγάλο προαύλιο σχολείου. Εκείνη την ώρα τα πιτσιρίκια του σχολείου είχαν διάλειμμα και ο νεαρός άντρας μπόρεσε εύκολα να εντοπίσει ένα συγκεκριμένο παιδάκι. Το χάζεψε μέχρι που το τέλος του διαλείμματος έφτασε και ύστερα έφυγε.

Ο νεαρός άντρας εμφανώς κατάκοπος πλησίασε έναν ιδιαίτερα πολυσύχναστο δρόμο και μπήκε σε ένα μεγάλο κτίριο που φιλοξενούσε επαγγελματικά γραφεία. Σε ένα από αυτά, κάπου στον δέκατο όροφο, μπήκε μέσα και αφού έψαξε για λίγο βρήκε μία κοπέλα η οποία αιφνιδιάστηκε βλέποντάς τον. Σαν πρώτη αντίδραση, άρχισε να τον παρακαλεί ψιθυριστά να μην την εκθέσει μπροστά στους συναδέλφους της. Εκείνος της ζήτησε να ηρεμήσει κάνοντας την γνωστή κίνηση με τα δύο χέρια προς τα κάτω, την πλησίασε, την φίλησε στο μέτωπο και της είπε: "δεν στο υπόσχομαι”. Ύστερα γύρισε και πλησίασε το παράθυρο που ‘έβλεπε’ σε ολόκληρη την πόλη. Το άνοιξε και χωρίς καμία κίνηση, πήδηξε στο κενό.
απάντησε: “

Από εκείνο το σημείο ως το πεζοδρόμιο μεσολάβησαν περίπου είκοσι δευτερόλεπτα. Χρόνος αρκετός για να μετανιώσει, να συγχωρέσει, να αναθεωρήσει, να θυμηθεί, να νοσταλγήσει, να καρδιοχτυπήσει, να αναπολήσει, να οργιστεί, να διασκεδάσει, να σκεφτεί, να ελπίσει.

σχόλια; αντιρρήσεις; ερωτήσεις;
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΣΑΣ
ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προβληματίστηκες; σχολίασε το