yannidakis@gmail.com

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2013

MYΘΟΣ ΙΟΥΛΙΟΥ ~ το κορίτσι που βιάστηκε σαν γυναίκα

Μια φορά σε έναν καιρό το καλοκαίρι γέμιζε με δυσφορία την Ουρανία. Καθόταν στο στενό μπαλκόνι του σπιτιού της και ίδρωνε χωρίς λόγο, χωρίς να κινείται, χωρίς να κουράζεται. Δεν ήταν η ζέστη. Δεν ήταν ο νοτιάς που σήμερα φυσάει μεταφέροντας ένα πέπλο καύσωνα στην πόλη. Είναι το τίποτα. Αυτό το βασανιστικό τίποτα από το οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει.

Η Ουρανία εδώ και δύο χρόνια έχει τελειώσει τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο της πόλης της, όμως έκτοτε κάθεται στο σπίτι χωρίς φίλους, χωρίς δουλειά, χωρίς ενδιαφέροντα. Οι πρώην συμφοιτητές της έφυγαν για τον τόπο τους και η ανεργία δεν έκανε καμία εξαίρεση για εκείνη. Και η Ουρανία βέβαια δεν είναι ο πιο ανοιχτός άνθρωπος. Οι αιτήσεις για δουλειά είναι λίγες γιατί ντρέπεται να στέλνει οπουδήποτε βιογραφικά ή να περνά από συνεντεύξεις. Φίλους στο σχολείο δεν έκανε ποτέ ενώ ακόμα και στο Πανεπιστήμιο οι εμπειρίες της περιοριζόντουσαν εκεί αφού όταν οι συμφοιτητές της έβγαιναν, εκείνη γυρνούσε σπίτι της.

Εδώ και πολύ περισσότερο από έναν χρόνο η καθημερινότητά της ήταν ακριβώς όπως σήμερα. Καθόταν στο μπαλκόνι και την τηλεόραση εναλλάξ χωρίς να κάνει οτιδήποτε. Καμιά φορά στο μπαλκόνι σκεφτόταν διάφορα, αλλά οι σκέψεις της κατέληγαν κάπως έτσι:
- “Ουρανία έρχεται ο πατέρας σου. Έλα να τον υποδεχτείς όσο ετοιμάζω το τραπέζι” ακούστηκε μία γυναικεία φωνή από μέσα.
- “Ναι μαμά” απάντησε εκείνη και σηκώθηκε πηγαίνοντας στην πόρτα. Σε λίγα δευτερόλεπτα έφτανε ένας κύριος λίγο μετά τα πενήντα με μεγάλη φαλάκρα και εξίσου μεγάλο στομάχι. Κρατούσε μία τσάντα με ζαρζαβατικά και μονολογούσε: “Όλη μέρα σπίτι, δεν μπορεί να πάει μέχρι το μανάβη. Πρέπει να πάω εγώ που γυρνάω από την δουλειά”. Η Ουρανία φίλησε τον πατέρα της και εκείνος κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα.

Στο μεταξύ εκείνη είχε λάβει θέση στο τραπέζι που η μητέρα της είχε ετοιμάσει λίγο νωρίτερα. Όταν ο πατέρας της επέστρεψε, έκατσαν όλοι μαζί και αφού είπαν μία προσευχή άρχισαν να τρώνε. Ο πατέρας της Ουρανίας έτρωγε με πολύ όρεξη ενώ η μητέρα της κοιτούσε κλεφτά τον άντρα της, έτοιμη να δεχτεί κάποιο σχόλιο για το φαγητό ή το νοικοκυριό. Η ίδια πάντως είχε μία πολύ πιο ενδιαφέρουσα εξέλιξη να προσθέσει στο σκηνικό:
- “Ε… μπαμπά; Βασικά… Δηλαδή, θυμάσαι την Μαρία που σπουδάζαμε μαζί; Τα καλοκαίρια μένουνε στην Σίφνο γιατί οι γονείς της έχουν μία τουριστική επιχείρηση εκεί. Ε, να μου είπε αν θέλω να πάω λίγο να της κάνω παρέα. Είναι όλη μέρα στο σπίτι τους εκεί και δεν έχει τίποτα να κάνει. Οπότε να… σκεφτόμουν να πήγαινα για λίγο”. Ολοκληρώνοντας η Ουρανία την ιδέα της το δέρμα της ήταν κόκκινο σαν το αίμα και από το πρόσωπο και τα χέρια της κυλούσε κρύος ιδρώτας.
Η μητέρα της είχε σταματήσει να τρώει και είχε γουρλώσει τα μάτια δείχνοντας φανερά φοβισμένη.
Ο δε πατέρας της έτρωγε ατάραχος χωρίς να σταματήσει καθόλου. Μόνο όταν σήκωσε το κεφάλι για να ζητήσει περισσότερο ψωμί από την γυναίκα του, είπε πριν καν καταπιεί την μπουκιά του:
- “Ε, γιατί δεν της λες να έρθει εκείνη εδώ”;
Η Ουρανία πάγωσε. Ήταν έτοιμη για ένα απόλυτο όχι ή ένα απίθανο ναι, αλλά όχι για μία ερώτηση στην ερώτηση.
- “Ε, να… Έλεγα, μήπως να έκανα μια βόλτα κι εγώ…” ήταν έτοιμη να συνεχίσει την επιχειρηματολογία της, όμως δείλιασε και το άφησε εκεί.
- “Να πεις στην φίλη σου να έρθει και θα σας πάω βόλτα εγώ” φώναξε αυστηρά και σηκώθηκε απότομα από το τραπέζι πετώντας την χαρτοπετσέτα του και έφυγε για να ξαπλώσει.
Η Ουρανία βούρκωσε όμως κοίταξε τη μάνα της που έβαλε το δάχτυλο της μπροστά στο στόμα κάνοντας της νόημα να ησυχάσει. Η Ουρανία δεν είπε τίποτα. Απλά πήγε στο δωμάτιο της και έκατσε εκεί για το υπόλοιπο της ημέρας κλαίγοντας.

Το βράδυ που οι γονείς της ξάπλωσαν στην κρεβατοκάμαρα, ο πατέρας της είχε όρεξη για… συζυγικές υποχρεώσεις. Κάπως έτσι ήταν η συνουσία για την γυναίκα του, αφού όποτε εκείνος είχε όρεξη την άρπαζε, της έβγαζε το εσώρουχο και έμπαινε μέσα της για όσο εκείνος ήθελε και μέχρι αυτός να θέλει. Εκείνη συνήθως ήταν εντελώς ανέκφραστη μέχρι που ολοκληρωνόταν η πράξη οπότε και έκλειναν το φως, γύριζαν πλευρό και κοιμόντουσαν. Αυτή τη φορά όμως η μητέρα της Ουρανίας ήξερε καλύτερα. Ενώ ο σύζυγος της έπραττε την ερωτική πράξη, εκείνη δίπλωσε τα χέρια της πίσω από το κεφάλι της και είπε σαν τίποτα να μην συνέβαινε εκεί κάτω:
- “Αντώνη. Να αφήσεις την Ουρανία να πάει. Την ξέρω τη φίλη της και είναι απόλυτα καλό κορίτσι και από άριστη οικογένεια. Τι διαφορά έχει να κάθεται όλη μέρα εδώ, τι εκεί. Ε; Τι λες”;
- “Μμμμ…” ακούστηκε από τον αναστεναγμό της πράξης. Και όσο ο ρυθμός επιτάχυνε εκείνη ήξερε ότι πλησιάζει το τέλος, όπου κάθε άντρας είναι πιο ευάλωτος από ποτέ κι έτσι συνέχισε:
- “Ε, πες μου, ντε”.
- “Ε, καλά. Θα το σκεφτώ” απάντησε εκείνος λαχανιασμένος.
- “Τώρα. Τώρα πες μου. Να τη στείλουμε”; επέμεινε ακριβώς την στιγμή που ήξερε ότι δεν υπάρχει πιο αδύναμη στιγμή για τον άντρα.
- “Ναι. Εντάξει μωρέ…” είπε και μούγγρισε καθώς γευόταν την απόλυτη στιγμή της ολοκλήρωσης.
Σε λίγα δευτερόλεπτα ακολούθησε η συνήθης διαδικασία. Τα φώτα έκλεισαν, οι πλάτες πήραν αντίθετες κατευθύνσεις.

Το άλλο πρωί η μητέρα της Ουρανίας πήγε για ψώνια κι όταν γύρισε κρατούσε μαζί της ένα ακτοπλοϊκό εισιτήριο για την Σίφνο. Βλέποντας το η Ουρανία χοροπηδούσε από την χαρά της αγκαλιάζοντας τη μαμά της,χωρίς φυσικά να ξέρει με ποιο τρόπο κέρδισε το δικαίωμα του ταξιδιού αυτού.
Να πας και να περάσεις καλά με τη φίλη σου. Να προσέχεις όμως γιατί αν γίνει τίποτα κακό θα μας σκοτώσει και τις δυο ο πατέρας σου” της είπε με αυστηρό ύφος και της έδειξε πιο προσεκτικά το εισιτήριο: “Φεύγεις σε τρεις ώρες. Πριν γυρίσει ο πατέρας σου. Καλύτερα έτσι για να μην αλλάξει γνώμη. Φύγε γρήγορα” της είπε και της έδωσε μερικά χαρτονομίσματα τυλιγμένα σαν κουβάρι.
Η Ουρανία έχωσε πρόχειρα μερικά πράγματα σε ένα μικρό βαλιτσάκι και έφυγε καλώντας ένα ταξί με προορισμό το λιμάνι.

Από την στιγμή που μπήκε στο πλοίο όλα ήταν πρωτόγνωρα. Έκανε βόλτες στο κατάστρωμα, χάζευε τους τουρίστες, ένοιωθε ντροπή για το παλιομοδίτικο τζιν παντελόνι της την ώρα που οι τουρίστριες και οι ντόπιες φορούσαν καυτά σορτσάκια ή ακόμα και μόνο το μπικίνι τους. Δεν σταμάτησε να καταγράφει καθετί καινούριο που έβλεπε. Και ήταν όλα καινούρια για εκείνη.

Σε λίγες ώρες το πλοίο είχε φτάσει στην Σίφνο. Η Ουρανία κατέβηκε και ακολούθησε το πλήθος και όταν βγήκε από το λιμάνι είδε μπροστά της το μικρό χωριό της Σίφνου που ήταν όλο δικό της! Για πρώτη φορά στην ζωή της! Η Ουρανία συνέχισε μέχρι που βρήκε ένα κτίριο με ταμπέλα ‘HOTEL’ όπου και μπήκε μέσα.
- “Γεια σας. Ένα δωμάτιο θα ήθελα παρακαλώ” είπε κάπως φοβισμένη.
- “Για πόσα άτομα”; ρώτησε αδιάφορα ένας μεσήλικας κύριος στην υποδοχή.
- “Ε… για ένα” απάντησε διστακτικά.
Η απάντηση της προκάλεσε το ενδιαφέρον του ανθρώπου στην υποδοχή που από αδιάφορος, έγινε ξαφνικά πολύ εξυπηρετικός.
- “Α! Πολύ ωραία. Έχω ένα πολύ ωραίο μονόκλινο με ωραίο μεγάλο κρεβάτι. Έλα, έλα να στο δείξω” της είπε με περισσή ευγένεια και μαζί ανέβηκαν από την σκάλα έναν όροφο. Περπατώντας στον διάδρομο του πρώτου ορόφου βγήκε από ένα δωμάτιο μία κοπέλα ντυμένη υπερβολικά προκλητικά και πολύ μακιγιαρισμένη, τουλάχιστον για την Ουρανία η οποία κοιτούσε με δέος.

Εδώ είμαστε”! Της είπε ο κύριος δίνοντας της το κλειδί. “Ότι χρειάζεσαι να με φωνάξεις. Είμαι ο κύριος Τάσος”. Η Ουρανία δεν μπορούσε να το πιστέψει! Ήταν εντελώς μόνη της σε ένα ξένο μέρος. Έμεινε στο δωμάτιο της για το υπόλοιπο της ημέρας χωρίς να κάνει τίποτα, απλά χαμογελούσε μέχρι που το βράδυ έφτασε και αποκοιμήθηκε.

Το άλλο πρωί η Ουρανία κατέβηκε στην υποδοχή όπου βρισκόταν ο κύριος Τάσος.
- “Βρε, καλώς το κορίτσι μας! Τι μπορώ να κάνω για σένα”; ρώτησε γεμάτος ενθουσιασμό που ικανοποίησε την Ουρανία.
- “Καλημέρα σας. Να… Σκεφτόμουν τι μπορώ να κάνω για να περάσει η μέρα. Τι κάνει ο κόσμος εδώ”; Ρώτησε διστακτικά.
- “Τώρα την ημέρα θα θέλεις να κάνεις μπάνιο στην θάλασσα. Πήγαινε στην παραλία εδώ πιο κάτω και ζήτα τον Θύμιο. Πες του ότι σε στέλνω εγώ και θα σου φέρει κάτι να φας και να πιεις όσο θα κάνεις το μπάνιο σου στη θάλασσα. Μετά όταν έρθεις θα σου πω τι θα κάνεις το βράδυ”.
- “Ξέρετε κύριε Τάσο. Εγώ δεν έχω μαγιό. Ξέρετε που θα βρω ένα”;
- “Μην ανησυχείς κορίτσι μου. Ο Θύμιος θα σου πει” απάντησε με σιγουριά.

Πράγματι η Ουρανία έκανε όλα όσα της είπε ο κύριος Τάσος. Ο Θύμιος ήταν ένας ψηλός τριαντάρης με τέλειο σώμα και γραμμώσεις, ξυρισμένο κεφάλι και φορούσε ένα μαγιό χωρίς μπλούζα ή παπούτσια. Κρατούσε ένα πλαστικό ποτήρι με φραπέ και αφού ζήτησε από την Ουρανία να του επαναλάβει ότι την έστελνε ο Τάσος, της ζήτησε να τον ακολουθήσει σε έναν κλειστό χώρο που ήταν ο χώρος που ετοίμαζαν μικρογεύματα και ποτά για τους λουόμενος. Εκείνος έφυγε και μέχρι να επιστρέψει μία καλοφτιαγμένη κοπέλα της σέρβιρε ένα πλούσιο γεύμα το οποίο τίμησε δεόντως η Ουρανία. Ωστόσο ο Θύμιος επέστρεψε λέγοντας: “Μέσα σε αυτό το δωματιάκι σου έχω ένα μαγιό. Κάνε το μπάνιο σου και αν θέλεις το βράδυ έλα εδώ μπροστά που πίνουμε έναν χυμό και περνάμε την μέρα μας”.
- “Σας ευχαριστώ πολύ. Τι σας χρωστάω”; ρώτησε αφελέστατα εκείνη.
- “Ω! Σε παρακαλώ. Αφού σου έστειλε ο Τάσος δεν μου χρωστάς τίποτα. Καλό μπάνιο”! ευχήθηκε και απομακρύνθηκε.

Η Ουρανία πήγε να βάλει το μαγιό, όμως ήταν πολύ μικρό. Ένα μέρος του στήθους της έβγαινε έξω ενώ σχεδόν όλος ο γλουτός ήταν ακάλυπτος. Ντρεπόταν πολύ να βγει έξω. ‘Ουρανία είπες ψέματα στους γονείς σου. Επινόησες μία Μαρία που δεν υπάρχει και έκανες το όνειρο σου πραγματικότητα. Βγες έξω τώρα!’ σκέφτηκε και πήρε την μεγάλη απόφαση. Βγαίνοντας έξω έκανε μικρά βήματα ώστε να μην κινείται πολύ και κατευθύνθηκε γρήγορα στην θάλασσα όπου θα έκρυβε το σώμα της. Στον διάβα της είδε πολλές κοπέλες με προκλητικά μαγιό ή ακόμα και χωρίς αυτά οπότε καθησύχασε τον εαυτό της. ‘Ποιοι θα κοιτάξουν εμένα, άλλωστε’; έπεισε τον εαυτό της και ένοιωσε καλύτερα.

Γυρνώντας από την παραλία, πήγε στο ξενοδοχείο όπου συνάντησε στην υποδοχή τον κύριο Τάσο.
- “Λοιπόν; Πως πέρασες;” την ρώτησε με θέρμη.
- “Πολύ ωραία, ευχαριστώ”.
- “Λοιπόν να σου πω τι να κάνεις το βράδυ”; ρώτησε αόριστα εκείνος.
- “Ε, ξέρετε μου είπε ο κύριος Θύμιος να πάω για έναν χυμό εκεί, αν δεν σας πειράζει” απάντησε ευγενικά.
- “Α! εξαιρετικά! Καλά να περάσεις”. Κατέληξε.

Ανεβαίνοντας τις σκάλες συνάντησε δύο κοπέλες που ήταν εντελώς γυμνές και ενώ έσκυψε το κεφάλι με διακριτικότητα, εκείνες την σταμάτησαν.
- “Ε; Που πας; Είσαι καινούρια”; ρώτησαν ενώ την κοιτούσαν από την κορυφή ως τα νύχια!
- “Ε… ναι”.
- “Εγώ είμαι η Τάνια και από δω η Ναστάζια”.
- “Εμένα με λένε Ουρανία”.
- “Άκου αν είναι το πρώτο σου καλοκαίρι εδώ, να ξέρεις θα είναι λίγο δύσκολο στην αρχή αλλά μετά αν αφεθείς θα σου αρέσει. Να, κάθε φορά που θα βλέπεις άντρα πίνε ένα τέτοιο” της είπε η Τάνια και της έδωσε ένα μπουκαλάκι με κάτι χαπάκια.
Η Ουρανία ευχαρίστησε τις νέες της φίλες και πήγε στο δωμάτιο της.

Νωρίς το βράδυ η Ουρανία βγήκε από το δωμάτιο της για να πάει στην παραλία όταν την συνάντησε η Ναστάζια.
- “Που πας”; την ρώτησε.
- “Ό κύριος Θύμιος μου είπε ότι μπορώ να πάω στην παραλία για χυμό” απάντησε εκείνη.
- “Χαχαχα! Έτσι ντυμένη”; ξέσπασε σε γέλια η Ναστάζια. Η Ουρανία φορούσε ένα φαρδύ τζιν και μία ριχτή και πλατιά σκούρα γκρι μπλούζα, ενώ η Ναστάζια ένα κοντό και στενό φόρεμα. “Έλα, έλα μαζί μου. Σήμερα δεν δουλεύω και θα πάω κι εγώ στου Θύμιου. Έλα να σου δώσω κάτι να φορέσεις” της είπε στοργικά και μπήκανε στο δωμάτιο της όπου της δάνεισε ένα μωβ φόρεμα το οποίο δέχτηκε τελικά να φορέσει η Ουρανία αφού στην αρχή δεν δεχόταν βρίσκοντάς το υπερβολικά προκλητικό.

Οι δύο φίλες προσεγγίσανε το μπαρ του Θύμιου και η Ναστάζια παρορμητική ως ήταν έφτασε πρώτη χαιρετώντας τους γνωστούς της. Η Ουρανία βλέποντας τον κόσμο σάστισε και αμέσως θυμήθηκε: ‘Άντρες-χάπια’ και με μία κίνηση κατάπιε ένα χαπάκι.

Όταν η Ουρανία πλησίασε την υποδέχτηκαν με μεγάλη θέρμη ενώ θα ορκιζόταν πως κάποιοι άλλοι από την μεγάλη παρέα γελούσαν συνωμοτικά σα να την κορόιδευαν. Ο Θύμιος πάντως την πλησίασε δίνοντας της ένα μεγάλο ποτήρι: “Ο χυμός σου. Στην υγειά σου”. Η Ουρανία δοκίμασε πίνοντας μία μεγάλη γουλιά και αμέσως έβηξε αφήνοντας ένα μέρος της γουλιάς της να της φύγει απ’ το στόμα.
- “Δεν είναι πορτοκαλάδα αυτό κύριε Θύμιο” είπε σε κατάσταση σχεδόν σοκ.
- “Είναι και πορτοκαλάδα Ουρανία μου. Έχει και λίγη βότκα. Όλοι πίνουμε βότκα. Είναι ωραία η βότκα” κατέληξε να φωνάζει σα να τραγουδάει!
Η Ουρανία συμβιβάστηκε και βλέποντας απ’ τη μια τους άλλους θαμώνες να πίνουν μονορούφι τα δικά τους ποτήρια και απ’ την άλλη υπολογίζοντας πως αν πιει απότομα το ποτό της θα βασανιστεί λιγότερο από το τσούξιμο της βότκας, ήπιε ολόκληρο το ποτήρι μονομιάς. Ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα προσπαθώντας να συνέλθει ενώ όλο το μπαρ είχε γυρίσει προς το μέρος της και την επευφημούσε.

Η παρέα ήπιε κι άλλο κι άλλο κι άλλο ποτό ώσπου η ώρα είχε περάσει για τα καλά και η Ουρανία απλά χαζογελούσε σε ότι άκουγε και καταλάβαινε ή δεν καταλάβαινε. Το μπαρ είχε αδειάσει από θαμώνες ενώ παρέμενε εκεί η παρέα του Θύμιου.
Αρκετά ιδρώσαμε με αλκοόλ και ζέστη. Πάμε για μπάνιο” φώναξε αυτός και όλη η υπόλοιπη παρέα ζητωκραυγάζοντας είπε με μια φωνή: “Ναι!!!”.
imageΑμέσως άρχισαν να τρέχουν προς την θάλασσα βγάζοντας τα μαγιό, τα ρούχα, τα εσώρουχα ή ότι άλλο φορούσαν και βούτηξαν στην σκοτεινή θάλασσα. Η Ουρανία βρισκόταν λίγο πιο πίσω ακολουθώντας διστακτικά τους υπόλοιπους, ώσπου ένα χέρι –που δεν κατάλαβε από που προερχόταν- την ώθησε να βγάλει τα ρούχα της και να ακολουθήσει, όπως και έγινε.

Μέσα στην θάλασσα διέκρινε ζευγάρια αγκαλιασμένα να αναστενάζουν, άλλα να φιλιούνται στο στόμα βγάζοντας την γλώσσα έξω, ακόμα και γυναίκες μεταξύ τους. Την παρατηρητικότητά της διέκοψε μία βίαιη αίσθηση από ένα χέρι που άρχισε να την ζουλάει σε κάθε απαγορευμένο μέρος του κορμιού της. Εκείνη δεν αντέδρασε γιατί δεν ήξερε πως να το κάνει όντας σε κατάσταση μέθης.

Σε λίγη ώρα η παρέα βγήκε από την θάλασσα και αφού ντύθηκαν άρχισαν να αποχωρούν. Η Ουρανία ζαλιζόταν τόσο πολύ που όχι απλά δεν ήξερε τι συμβαίνει γύρω της, αλλά δεν μπορούσε καν να σταθεί στα πόδια της. Το μόνο που θυμάται είναι πως κάποιος την πήρε στα χέρια του και την πήγε στο δωμάτιο της. Μα δεν ήταν μόνο αυτός. Μαζί ήταν και ο Θύμιος με την Ναστάζια.

Ενώ η Ουρανία ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι σε ημιλιπόθυμη κατάσταση, οι υπόλοιπη χόρευαν και χαριεντίζονταν ακριβώς μπροστά της. Με ελάχιστη μόνο καθοδήγηση η Ουρανία βρέθηκε εκείνο το βράδυ να γλείφει τα γεννητικά όργανα των αντρών και της φίλης της και να συνουσιάζεται για πρώτη φορά στη ζωή της με κάθε γνωστό και άγνωστο –για εκείνη- τρόπο.

Το επόμενο πρωί που ξύπνησε πονούσε σε όλο της το κορμί, όμως είχε μία αίσθηση ευφορίας. Ήταν σίγουρη ότι είχε περάσει καλά αλλά δεν θυμόταν πως. Άρχισε να ψάχνει τα προσωπικά της είδη μήπως θυμόταν κάτι, όμως εκτός ότι τίποτα δεν της έφερνε στη μνήμη τα χθεσινά γεγονότα, δεν έβρισκε τα λεφτά που η μαμά της είχε δώσει πριν φύγει. Έτρεξε αμέσως κάτω εξηγώντας στον κύριο Τάσο την απώλειά της, όμως η αντίδραση του δεν ήταν η αναμενόμενη:
- “Παλιοτσουλάκι! Είστε όλες ίδιες. Ήρθες να κάνεις το κέφι σου χωρίς λεφτά. Ποια νομίζεις ότι είσαι” φώναζε εκνευρισμένος.
Η Ουρανία ντράπηκε πολύ όμως επέμενε να του εξηγήσει την κατάσταση ώσπου κάποια στιγμή τον ηρέμησε.

Μετά από λίγες ώρες ο κύριος Τάσος ανέβηκε στο δωμάτιο της Ουρανίας λέγοντας:
- “Συγγνώμη που σου φώναξα Ουρανία, όμως με έχουν εκμεταλλευτεί πολλές φορές κι εγώ ένα μεροκάματο προσπαθώ να βγάλω το καλοκαίρι να ζήσω την οικογένεια μου. Αν δεν πληρώνει ο ένας και ο άλλος πως θα ζήσω εγώ”; Η Ουρανία αισθάνθηκε τύψεις και σκέφτηκε τον βιοπαλαιστή πατέρα της.
- “Τι μπορώ να κάνω κύριε Τάσο για να σας ξεπληρώσω και να βγάλω και το εισιτήριο της επιστροφής”; ρώτησε λυπημένη.
- “Το βρήκα”! Φώναξε ενθουσιασμένος. “Γίνεται να με ξεπληρώσεις, να βγάλεις τα εισιτήρια και να περάσεις και καλά όπως χθες. Άκου. Θα έρχονται κάποιοι κύριοι τα βράδια εδώ στο δωμάτιο σου. Φίλοι του Θύμιου. Θα περνάτε καλά όπως χθες και θα φεύγουν. Αν το κάνεις αυτό κάθε βράδυ ως το τέλος του καλοκαιριού, θα με έχεις ξεπληρώσει όπως είπαμε” κατέληξε.

Η Ουρανία δέχτηκε και μέσα σε λίγες ώρες και μέρες κυκλοφόρησε στους… κατάλληλους κύκλους του νησιού και των γύρω νήσων, πως υπήρχε ένα νέο κορίτσι στο ξενοδοχείο του κυρίου Τάσου και μάλιστα… παρθένα μέχρι πριν μία ημέρα! Ξαφνικά ουρές σχηματιζόντουσαν στο μπαρ του Θύμιου και στο ξενοδοχείο του κυρίου Τάσου.

Η Ουρανία πριν το πρώτο ραντεβού της κάθε ημέρας έπαιρνε ένα, δύο, μπορεί και τρία χαπάκια και χωρίς να ξέρει τι ακολουθούσε, όλοι οι… πελάτες έφευγαν κατενθουσιασμένοι!

Ο Αύγουστος είχε φύγει και τις πρώτες μέρες του Σεπτεμβρίου η Ουρανία πήγαινε στο ψιλικατζίδικο για να πάρει τσιγάρα του κυρίου Τάσου, όταν από τη ζαλάδα της ξέχασε ότι βγήκε έξω τελείως γυμνή. Δεν είχε πια διαφορά για εκείνη, όμως συνέβη να συναντήσει μία κυρία άνω των πενήντα ετών που την άρπαξε από τα μαλλιά και άρχισε βίαια να την χτυπάει φωνάζοντας: “Παλιοπουτανάκι! Ήρθες και κατέστρεψες το νησί. Κατέστρεψες τους άντρες μας. Δεν έχεις πατέρα εσύ; Δεν έχεις γονείς”; Η Ουρανία ήταν τόσο μαστουρωμένη που δεν κατάλαβε όσο πόνο θα έπρεπε, όμως της έμεινε η τελευταία φράση της γυναίκας. Ναι, είχε γονείς και λογικά θα έπρεπε να ανησυχούν όσο τίποτα.

Η Ουρανία σηκώθηκε ολόγυμνη και αιμόφυρτη επέστρεψε στο ξενοδοχείο. Ζήτησε από το Τάσο: “τα λεφτά μου να φύγω” και εκείνος φοβισμένος της έδωσε λίγα περισσότερα απ’ όσο θα κόστιζαν τα εισιτήρια. Η Ουρανία άφησε στο δωμάτιο της τα παλιά της ρούχα, έσκισε με μανία τα καινούρια που είχε αγοράσει με την Ναστάζια και έφυγε με το πρώτο δρομολόγιο για το σπίτι της.

Εκεί έφτασε νωρίς το πρωί και συνάντησε τη μαμά της η οποία την αγκάλιασε ξεσπώντας σε κλάματα. Ακολούθησε η Ουρανία που ξεσπώντας κι εκείνη σε λυγμούς έσφιγγε τη μαμά της στην αγκαλιά της. Αφού η μητέρα της περιποιήθηκε τα τραύματα της περίμεναν τον πατέρα της μαζί.

Εκείνος έφτασε λίγες ώρες μετά. Όταν είδε την κόρη του μετά από τρεις μήνες σήκωσε το χέρι του αδειάζοντας όλη του τη δύναμη πάνω στο πρόσωπο της. “Τρεις μήνες ούτε ένα τηλέφωνο και η μάνα σου κόντευε να πεθάνει από την αγωνία της. Μου έλεγε να πάμε στην αστυνομία, όμως ρεζίλι εγώ δε γίνομαι. Αφού τρεις μήνες μας έσβησες, εμείς σε σβήνουμε για το υπόλοιπο της ζωής σου. Φύγε! Φύγε και μην ξανάρθεις” είπε με όλη τη δύναμη της φωνής του.
Η μητέρα της έτρεξε να την αγκαλιάσει, όμως η Ουρανία την απώθησε ελαφρά και έφυγε σιωπηρά.

Οι γονείς της δεν ξαναείδαν την Ουρανία από τότε. Ούτε η Ουρανία είδε ξανά την Ουρανία. Ούτε το κοριτσάκι που καθόταν στο σπίτι όλη μέρα, ούτε την κοπέλα που βιαζόταν για ένα ολόκληρο καλοκαίρι. Γύρισε σελίδα και έχτισε μία νέα ζωή, που έζησε μια νέα Ουρανία.

σχόλια; αντιρρήσεις; ερωτήσεις;
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΣΑΣ
ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Προβληματίστηκες; σχολίασε το