Τρίτη, 28 Ιανουαρίου 2014

MYΘΟΣ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ~ ανομολόγητος έρωτας του πεζοδρομίου

σύντομες ιστορίες στα όρια της φαντασίας & του ρεαλισμού χωρίς (κανονικό) τέλος

Μια φορά σε έναν καιρό η βροχή είχε αρχίσει να πέφτει απαλά στο σκοτεινό οδόστρωμα. Το πέρασμα του λεωφορείου της γραμμής ακουγόταν εκκωφαντικό από τις ρόδες που κυλούσαν στον βρεγμένο πια, δρόμο. Η επόμενη στάση φάνταζε σαν μαρτύριο για όσους έπρεπε να κατέβουν από το όχημα μέσα στο κρύο και εξιλέωση για εκείνους που θα ανέβαιναν σε αυτό.

Ένας από αυτούς τους επιβάτες ήταν κι εκείνη. Ψηλή, μελαχρινή με μαύρα μακριά μαλλιά, καλοφτιαγμένα νύχια και ζεστό αθλητικό ντύσιμο, ανέβηκε γρήγορα στο λεωφορείο και βρήκε μία κενή θέση στην οποία έκατσε αμίλητη βυθισμένη στις σκέψεις της. Το πρόσωπό της έλαμπε από την ομορφιά της νιότης της, όμως το βλέμμα της ήταν σκυθρωπό, κουρασμένο και ταλαιπωρημένο. Ύστερα από ώρα, το λεωφορείο σταμάτησε σε μία απόμακρη στάση, πάνω σε έναν ανηφορικό δρόμο. Η κοπέλα κατέβηκε από το λεωφορείο το οποίο την προσπέρασε με ένα εκνευριστικό ζόρισμα της μηχανής προκειμένου να ξεκινήσει στην ανηφόρα. Συνέχισε για λεπτά περπατώντας μόνη σε έναν σχεδόν σκοτεινό δρόμο και έχοντάς το νου της για κάθε ενδεχόμενο απρόοπτο. Σε λίγα λεπτά βρισκόταν στο σπίτι της. Αφού κοντοστάθηκε στην είσοδο παίρνοντας μια βαθιά αναπνοή, προχώρησε αφήνοντας την τσάντα της σε μία καρέκλα και άρχισε να γδύνεται καθώς προχωρούσε τον στενό διάδρομο προς το μπάνιο. Άνοιξε την βρύση ευχόμενη να έχει αρκετό ζεστό νερό και σε δευτερόλεπτα έβαλε το ατέλειωτο γυμνό της κορμί στην μπανιέρα που νωχελικά άρχισε να αγγίζει με το σφουγγάρι της. Βγαίνοντας, σκουπίστηκε γρήγορα με μια μεγάλη πετσέτα και αμέσως φόρεσε ένα γαλάζιο μπουρνούζι, λάφυρο από μια παλαιότερη σχέση της. Ξάπλωσε στο κρεβάτι αρπάζοντας τα απομεινάρια μιας χθεσινής πίτσας και άρχισε να βλέπει τηλεόραση για λίγα λεπτά ώσπου αποκοιμήθηκε.

Το πρωί σηκώθηκε με τη βοήθεια του ξυπνητηριού από το τηλέφωνό της που ήταν χωμένο κάπου στο παχύ μπουφάν. Σηκώθηκε απότομα και άρχισε να ντύνεται γρήγορα. Σε λίγα λεπτά ακολούθησε την αντίθετη διαδρομή παίρνοντας ξανά το λεωφορείο προς τα κάτω. Σύντομα βρισκόταν έξω από μια συνοικιακή καφετέρια στην οποία όμως όχι μόνο δεν βρισκόταν κανείς εκεί, αλλά η πόρτα ήταν κλειστή. Η ανακούφιση της κοπέλας που είχε φτάσει στην ώρα της επισκιάστηκε από τον προβληματισμό της όταν διαπίστωσε πως ο ιδιοκτήτης της καφετέριας όπου εργαζόταν δεν είχε έρθει ακόμα για να ανοίξει. Ένα αίσθημα ανασφάλειας γέμισε την κοπέλα που έκανε κίνηση να βγάλει το κινητό της για να τον καλέσει όταν θυμήθηκε πως δεν είχε μονάδες για να πραγματοποιήσει κλήσεις.

Αγχωμένη διέσχισε τον δρόμο φτάνοντας στο απέναντι περίπτερο. Εκεί καθόταν ένας περιποιημένος νέος που μόλις την είδε χαμογέλασε πλατιά και αναφώνησε:
- “Καλώς το πιο όμορφο κορίτσι της γειτονιάς”! Το κορίτσι μετέτρεψε το σοβαρό της ύφος σε ένα γλυκό χαμόγελο που συνόδευσε με μια ναζιάρικη ματιά.
- “Χρειάζομαι τη βοήθειά σου… Πάλι” είπε σα να είχε λίγες τύψεις εκείνη.
- “Δεν υπάρχει τίποτα που να μην μπορώ να σου δώσω” απάντησε ο νεαρός με νόημα.
- “Είσαι πολύ καλός” του είπε και του εξήγησε το πρόβλημα της και του ζήτησε να χρησιμοποιήσει για λίγο το τηλέφωνο του για να καλέσει το αφεντικό της. Αυτός με προθυμία της το έδωσε και εκείνη άρχισε να καλεί παίρνοντας και πάλι το σοβαρό προσωπείο.
Κύριε Γιάννη. Η Χριστίνα είμαι. Δεν έχετε έρθει να ανοίξετε και ανησύχησα”. Αφού άκουσε τι είχε να της πει ο συνομιλητής της, κατέληξε: “Μάλιστα. Θα σας περιμένω”.
- “Έρχεται σε λίγο. Αχ, σε ευχαριστώ πάρα πολύ” εξήγησε.
- “Μείνε εδώ για λίγο μέχρι να έρθει. Έρχεσαι σχεδόν κάθε μέρα κρατώντας χαρτονομίσματα που θέλεις να σου ‘χαλάσω’ για τους πελάτες σου εκεί, αλλά δεν μου έχεις μιλήσει για σένα”.
- “Είμαι από την Χίο. Φοιτήτρια εδώ αν και τελειώνω φέτος. Δουλεύω εδώ αλλά καμιά φορά δεν μ’ αρέσει είναι δύσκολα” εξομολογήθηκε.
- “Κι εγώ θέλω να σου πω πως δεν έχω έρθει απέναντι διότι νομίζω πως θα θέλω την αποκλειστικότητα, γι’ αυτό προτιμώ να περιμένω να σε βλέπω εδώ. Όμως… καμιά φορά θα ήθελα έναν καφέ. Δεν θα μπορούσες να μου τον φέρνεις εδώ”;
- “Αμέ! Γιατί όχι”;
- “Οπότε χρειάζομαι το τηλέφωνο σας εκεί, για να σας το παραγγέλνω”.
- "Ε, το τηλέφωνο του μαγαζιού δεν το θυμάμαι, αλλά μπορείς να έχεις το δικό μου” είπε χαμογελώντας και γράφοντάς το σε ένα πρόχειρο χαρτάκι, όταν… το τηλέφωνο της χτύπησε. Οι φωνές από την άλλη άκρη του τηλεφώνου ακουγόντουσαν χωρίς να χρειάζεται να κρατάει κανείς το ακουστικό και το χαμόγελο της Χριστίνας έγινε ένα σκυθρωπό ύφος. “Πρέπει να φύγω. Θα τα ξαναπούμε” είπε κι έφυγε.

Το επόμενο διάστημα ακολούθησε η ίδια επαφή, η ίδια επικοινωνία, χωρίς κάτι λιγότερο ή κάτι περισσότερο. Μια μέρα όμως, η Χριστίνα προσέγγισε το περίπτερο για ψιλά, ενώ ο νεαρός από το περίπτερο μπορούσε να δει πως το περπάτημα της ήταν διαφορετικό. Σα να κούτσαινε ίσως. Όταν η Χριστίνα πλησίασε ο περιπτεράς είδε πως το το πρόσωπο της ήταν χτυπημένο. Στο κάτω χείλος της είχε μια μεγάλη κόκκινη οπή που έφτανε σχεδόν ως το μάγουλο.
- “Τι έπαθες”; ρώτησε εκείνος.
- “Τίποτα, τίποτα. Χτύπησα” απάντησε απόμακρα αυτή.
- “Ξέρεις ότι μπορεί να μην με ξέρεις καλά, αλλά μπορείς να μου πεις οτιδήποτε, έτσι”; επέμεινε αυτός για να γνεύσει με τα μάτια της εκείνη και να φύγει.

Ο νεαρός παρατηρούσε πως η Χριστίνα ερχόταν πάντα με κακή διάθεση από την καφετέρια και μόνο κάποιο πείραγμά του ή αθώο φλερτ της έφτιαχνε προσωρινά την διάθεση. Ο νέος της φίλος ήταν αρκετά προβληματισμένος και αναρωτιόταν που οφειλόταν αυτή η κατάπτωση της Χριστίνας. Η σχέση τους δεν του επέτρεπε να μάθει περισσότερα από εκείνη κι έτσι αποφάσισε να το ανακαλύψει μόνος του. Το βράδυ που έκλεισε το περίπτερο πήγε στην καφετέρια με μια σχετική δειλία.

Μέσα στην καφετέρια ο φωτισμός ήταν χαμηλός, η μουσική το ίδιο και πολλές οθόνες ολόγυρα έδειχναν αθλητικούς αγώνες. Οι θαμώνες ήταν λίγοι και μόνοι. Αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση στον νέο πελάτη. Δεν υπήρχαν παρέες και προπαντός δεν υπήρχαν κοπέλες στις παρέες, εκτός από τις σερβιτόρες. Οι περισσότερες ήταν αλλοδαπές και κάποιες καθόντουσαν δίπλα στους πελάτες τους. Ο νεαρός διάλεξε ένα τραπέζι κοντά στο μπαρ και έκατσε. Σε ελάχιστο χρόνο μια εντυπωσιακή κοπέλα πήγε για να πάρει την παραγγελία του κι εκείνος παρήγγειλε μια μπύρα. Πολύ γρήγορα η κοπέλα έφερε την μπύρα του, ρωτώντας τον αν χρειάζεται κάτι άλλο. Εκείνος της απάντησε πως απλά έβλεπε τον αγώνα κι έτσι έκατσε για λίγο μόνος του.

Λίγο αργότερα, η κοπέλα επέστρεψε σε αυτόν, αρχίζοντας να του κάνει προσωπικές ερωτήσεις στις οποίες αυτός δεν είχε πρόβλημα να απαντήσει.
- “Μ’ αρέσει το άρωμά σου Νίκο. Να σε ρωτήσω”….
- “Όχι θα ήθελα εγώ να σε ρωτήσω” την διέκοψε απότομα. “Η Χριστίνα δεν δουλεύει απόψε”; Η κοπέλα φανερά απογοητευμένη, απάντησε ψυχρά:
- “Ναι. Κάπου εδώ θα είναι”.
Ο Νίκος αν και δεν έδωσε σημασία, παραξενεύτηκε. Που ‘κάπου εδώ’ θα ήταν; Η καφετέρια δεν ήταν δα και τόσο μεγάλη και δεν είχε τόσο κόσμο που να μην μπορεί να την διακρίνει.
Μετά από ώρα η Χριστίνα βγήκε από μία πόρτα συνοδευόμενη από έναν άντρα πάνω από σαράντα. Είχε το γνωστό σκυθρωπό ύφος. Ο Νίκος βλέποντάς την πάντως, ενθουσιάστηκε και χωρίς να το σκεφτεί, την πλησίασε και σχεδόν φώναξε αυθόρμητα: “Χριστίνα! Σε ψάχνω τόση ώρα. Τι κάνεις”; Η Χριστίνα κοκκίνισε ακαριαία ενώ το μέτωπο της γυάλισε απ’ τον ιδρώτα. Πλησίασε τον Νίκο. Και έκατσε στο τραπέζι του.
- “Χαίρομαι πολύ που σε βλέπω, Όμως ξέρεις… δεν μπορώ να μείνω μαζί σου απόψε. Πρέπει… Πρέπει να… Θα σε δω αύριο πάλι”. Ο Νίκος την κοιτούσε απορημένος και με μια χειρονομία της ζήτησε να του εξηγήσει περισσότερα. Λίγο πριν του απαντήσει όμως εκείνη, ένας άντρας αρκετά μεγάλης ηλικίας τους πλησίασε και κοιτώντας αυστηρά την Χριστίνα στα μάτια, είπε: “Καλησπέρα φίλε. Η κοπέλα εξυπηρετεί άλλο τραπέζι τώρα. Σε εσένα είναι η Ζέτα. Εντάξει”; ολοκλήρωσε με αυστηρότητα.
Αμέσως έφυγε η Χριστίνα τρομοκρατημένη και πλησίασε η Ζέτα. Ήταν η κοπέλα που καθόταν δίπλα του νωρίτερα. Αυτή τη φορά είχε ο Νίκος τις ερωτήσεις:
- “Αν έρθει κάποιος και σε ζητήσει, εσύ δεν μπορείς να πας να του μιλήσεις, επειδή είσαι μαζί μου”;
- “Ε… Κάπως έτσι, ναι” απάντησε διστακτικά εκείνη.
- “Ωραία. Κάθεσαι εσύ μαζί μου εδώ και μιλάμε. Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε; Τι μπορούμε να κάνουμε πίσω από αυτήν την πόρτα Ζέτα”; ρώτησε κάπως επιθετικά.
- “Σου είπα. Τα πάντα. Και εννοώ τα πάντα” απάντησε αποστομωτικά εκείνη.
Μετά από αυτό ο Νίκος έφυγε.

Το επόμενο διάστημα ο Νίκος δεν έβλεπε την Χριστίνα. Συχνά ερχόντουσαν άλλες κοπέλες για ψιλά, όχι όμως εκείνη. Αυτό κράτησε για καιρό μέχρι που μια μέρα άκουσε φωνές και φασαρία από απέναντι. Ενστικτωδώς παράτησε το περίπτερο και χωρίς να το σκεφτεί έτρεξε προς την καφετέρια. Μπαίνοντας μέσα είδε μερικούς πελάτες με τις κοπέλες που τους συνόδευαν ακροβολισμένους περιμετρικά της καφετέριας, τον ιδιοκτήτη σε κατάσταση πανικού, την Χριστίνα ημίγυμνη με σκισμένη την μπλούζα της και έναν μεσήλικα με μαχαίρι να απειλεί. Πριν προλάβει να παρακολουθήσει το τι έλεγε ο άγνωστος ένοπλος άντρας, εκείνος άρχισε να επιτίθεται στον ιδιοκτήτη. Πρόλαβε να τον μαχαιρώσει κάπου στο στήθος, όμως κατά την πράξη αυτή όλοι οι υπόλοιποι βρήκαν τον τρόπο να διαφύγουν. Η Χριστίνα έπεσε στην αγκαλιά του Νίκου ο οποίος την προστάτευσε. Έτρεξαν προς το περίπτερο το οποίο έκλεισε γρήγορα και πριν προλάβουν να φύγουν με το αυτοκίνητο του, είχε ήδη φτάσει η αστυνομία.

Η Χριστίνα όπως και όλες οι άλλες κοπέλες, εργαζόταν αδήλωτη εκεί κι έτσι ποτέ κανείς δεν θα μάθαινε ότι βρισκόταν εκεί. Ωστόσο φυγαδεύτηκε από τον Νίκο. Μαζί αποχώρησαν και πλέον ο ένας θα έδινε στον άλλο ότι χρειαζόταν: Ασφάλεια για ένα γλυκό χαμόγελο.


σχόλια; αντιρρήσεις; ερωτήσεις;
ΠΡΟΣΘΕΣΤΕ ΤΟΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟ ΣΑΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

2 σχόλια:

  1. πολυ καλη και γλυκια ιστοριουλα . ρεαλιστικη και δυστυχως καθημερινης .

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ευχαριστώ για τη συμμετοχή σου.
      Πολλές φορές το τέλος δεν είναι καλό σε τέτοιου είδους ιστορίες

      Διαγραφή

Προβληματίστηκες; σχολίασε το